Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Ο Κάφκα στην Αθήνα


Στο σύμπαν του Κάφκα οι πρωταγωνιστές βρίσκονται παγιδευμένοι σε μια συνθήκη που τους υπερβαίνει και τους επιβάλλεται.
Τίποτα δεν συνηγορεί σε αυτή τους την ενοχή. Κανένα παράπτωμα, κανένα έγκλημα.
Η ενοχή τους απλώνεται από ακριβώς αυτή τη γενεσιουργό έλλειψη.
Η απουσία εγκλήματος περιγράφει ακριβώς όλες τις πράξεις ως εγκληματικές. Και ακόμη περισσότερο. Η ίδια η ύπαρξη είναι ενοχοποιητικό στοιχείο.
Οι ήρωες του Κάφκα δεν νιώθουν ενοχή, τη βιώνουν. Ως μια συνθήκη έξω από αυτούς που τους ορίζει όλο και περισσότερο.
Ολόκληρος ο κόσμος γίνεται δικαστήριο και ταυτόχρονα ο κάθε συμπολίτης τους δικαστής.
Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν αντικατασταθεί από τη γραφειοκρατία, η ανθρώπινη επαφή από ατελείωτους διαδρόμους και σκάλες που οδηγούν με αρχιτεκτονική ακρίβεια στο αδιέξοδο. Τα σώματα πειθαρχούνται.
Αλλοτε μεταμορφώνονται σε αποτρόπαια πλάσματα και άλλοτε καταδικάζονται με την ποινή να τρυπά (στην κυριολεξία) το δέρμα τους.
Η εξουσία στην πλήρη της άσκηση, στην αχαλίνωτη επίδειξή της είναι μονίμως το κεντρικό θέμα.
Μια εξουσία μεταφυσική, οντολογική, υπαρξιακή ή πολιτική. Ολες οι διαστάσεις της συναντιούνται στα θύματά της, τους ήρωες του Κάφκα.
Οι ανώνυμοι ήρωες της «Δίκης» και του «Πύργου» (ο Τζόζεφ Κ και ο Κ) έμειναν ανώνυμοι ίσως επειδή ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα αριστουργήματά του.
Και στις δύο περιπτώσεις το Κ. υπονοεί μια ταύτιση του συγγραφέα με τους πρωταγωνιστές.
Ασχετα όμως με τις προθέσεις του οι δύο ήρωες θα μείνουν στην Ιστορία της Δυτικής Λογοτεχνίας ως οι μεγάλοι ανώνυμοι.
Ως δύο περιπτώσεις ανθρώπων στις οποίες ο καθένας μπορεί να προβάλει τον εαυτό του. Περισσότερο καταστάσεις παρά χαρακτήρες οι ήρωες είναι αυστηρά κοινότοποι.
Ανθρωποι καταγεγραμμένοι εντός μιας αστικής διαδικασίας κουβαλούν ως φορείς την ενσάρκωση του τρόπου ζωής τους. Την ανωνυμία εντός του πλήθους του σύγχρονου τρόπου ζωής.
Υπάλληλος τράπεζας ο ένας, τοπογράφος ο άλλος (πλασιέ ο επώνυμος Γκρέγκορ Σάμσα της «Μεταμόρφωσης»), εργάζονται και βιώνουν μια ζωή τακτοποιημένη με γεωμετρία τάφου.
Είναι δύο τυχαία πρόσωπα εντός ενός κοινού τόπου μακριά από τον χρονικό ή τοπικό προσδιορισμό. Ενός τόπου που θα μπορούσε άνετα να είναι και η Αθήνα της κρίσης.
Αυτόν ακριβώς τον κοινό τόπο ορίζουν οι δικαστικές αρχές με τις αποφάσεις τους για την Ηριάννα Β.Λ. και τον Τάσο Θεοφίλου.
Χωρίς μάρτυρες, με εξωφρενικά ελλιπή στοιχεία, χωρίς καμία απόδειξη δύο κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι (στοιχεία και για τις δύο περιπτώσεις μπορεί να βρει κανείς σε άρθρα της εφημερίδας).
Το πραγματικό ερώτημα που τίθεται είναι: Για ποιον λόγο;
«Δεν γνωρίζω για τι πράγμα κατηγορούμαι, αλλά και γιατί κλήθηκα να απολογηθώ» λέει ο Γιόζεφ Κ. στη «Δίκη», περιγράφοντας μέσω της δηλωμένης του άγνοιας το πλαίσιο το οποίο ορίζει η παράλογη διαδικασία.
Και στις δύο δικές μας περιπτώσεις η φράση αυτή θα μπορούσε να περιγράψει την ουσία των υποθέσεων.
Γιατί είναι εμφανές πως τόσο ο Θεοφίλου όσο και η Ηριάννα δικάζονται σε μια άλλη δίκη από αυτή που συμμετέχουν, με άλλες κατηγορίες και άλλες καταδικαστικές αποφάνσεις.
Στο πρόσωπο των δύο νέων ανθρώπων η δικαστική εξουσία επιλέγει δύο τυχαία θύματα, τα βαφτίζει αυθαίρετα ένοχα και τα καταδικάζει.
Με τον τρόπο αυτό καθιστά την τυχαιότητα αποδεικτικό στοιχείο ενοχής.
Αρα ουσιαστικά διατρανώνει πως δεν χρειάζονται αποδεικτικά στοιχεία ώστε να υπάρχει ενοχή, ώστε να υπάρχει καταδίκη. Αρκεί η ίδια η βούληση της δικαστικής εξουσίας.
Σε μια άσκηση ισχύος η δικαστική εξουσία αυθαιρετεί, εκδικείται και παραδειγματίζει με βάση τα δικά της πιστεύω.
Η αυθαιρεσία της είναι το πραγματικό της μέγεθος.
Οι δύο περιπτώσεις δεν περιγράφουν μόνο το μέγεθος και την ποιότητα της άσκησης εξουσίας.
Περιγράφουν και την απαξίωσή της, μια απαξίωση με κύριους υπευθύνους τους ίδιους τους φορείς της.
Σε μια περίοδο γενικευμένης φτωχοποίησης, απογοήτευσης και απελπισίας η δικαιολογημένη απαξίωση των θεσμών έρχεται να περιγράψει το συνολικό αδιέξοδο με τον πιο εμφατικό τρόπο.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

AirBnb: ο διαμοιρασμός και η διάβρωση


«Πολλοί από τους φίλους μου νοικιάζουν το σπίτι τους μέσω AirBnb για ένα μήνα και το μήνα εκείνο φιλοξενούνται σε φίλους ή συγγενείς τους. Είναι ένας τρόπος για ένα επιπλέον εισόδημα». Αυτό μου έλεγε φίλη από το Παρίσι περιγράφοντας ένα νέο χαρακτηριστικό μιας αιώνιας πόλης. Προφανώς η ενοικίαση μέσω AirBnb δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που αφορά αποκλειστικά το Παρίσι, αλλά ουσιαστικά κάθε δυτική πόλη (ή τόπο διακοπών). Πολλοί από μας είδαν αυτές τις ενοικιάσεις ως έναν νέο εύκολο τρόπο, ώστε να αποφύγεις τις υπέρογκες τιμές των ξενοδοχείων, να βιώσεις μια πόλη με τρόπο πιο αληθινό, μακριά από την αποστείρωση της ρεσεψιόν ή το άβολο των Hostels. Κάποιοι άλλοι ως τρόπο για κάποια έξτρα χρήματα, σε μια περίοδο που δεν αφήνει διεξόδους. Και όπως κάθε καινοτομία, υποδεχτήκαμε την AirBnb σαν ένα νέο μαγικό εργαλείο που μας απελευθερώνει από δυσκολίες, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την τεχνική μας εξοικείωση με τον υπέροχο νέο κόσμο. Και μέσα στη βιασύνη και τον ενθουσιασμό ξεχάσαμε να σκεφτούμε πως κάθε τι έρχεται συνήθως και με τις αρνητικές του επιπτώσεις.

H AirBnb (Airbedandbreakfast) είναι ιστοσελίδα καταχώρησης, εύρεσης και ενοικίασης καταλυμάτων. Η πλατφόρμα φέρνει σε επικοινωνία τον οικοδεσπότη με τον πελάτη, ενώ είναι ταυτόχρονα υπεύθυνη για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας της κράτησης. Ο καθένας είναι ελεύθερος να νοικιάσει το σπίτι του για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παρουσιάζοντάς το σε ένα κοινό εκατομμυρίων χρηστών.
Η AirBnb εντάσσεται στην καινοτομία της οικονομίας του διαμοιρασμού. Μέσω του διαδικτύου και αποφεύγοντας τη γραφειοκρατία, τους φόρους κτλ κάποιος μπορεί νοικιάσει παροχές, υπηρεσίες και αντικείμενα σε προσιτές τιμές κάτω από συγκεκριμένους όρους. Καταλύματα στην AirBnb, ερασιτέχνες ταξιτζήδες στην Uber, ποδήλατα στη Liquid, φαγητό από ερασιτέχνες μάγειρες στη Cookisto και πάει λέγοντας. Η οικονομία του διαμοιρασμού είναι ένας νέος κόσμος ορισμένος με βάση τις ανάγκες και τις δεξιότητες μιας νέας εποχής. Οι δυνατότητες της νέας τάσης μοιάζουν να μην εξαντλούνται και τα οφέλη είναι άλλωστε πολλά. Κοινωνικά, οικονομικά ακόμη και οικολογικά. Όπως όμως είπαμε κάθε τι έχει και τις επιπτώσεις του.

«Η Λισαβόνα ήταν το κοινό μυστικό της Ευρώπης. Μια πανέμορφη πόλη που μπορεί να μην ήταν τουριστικός προορισμός, όπως η Βαρκελώνη ή το Βερολίνο, αλλά μια πόλη που ήξερε να μαγεύει με τους όρους που η ίδια έθετε. Με τις γειτονιές, τους δρόμους και τα σπίτια της. Σήμερα η Λισαβόνα μοιάζει με διάδρομο χρηστών AirBnb. Πριν μερικούς μήνες παραπάνω από τα μισά διαμερίσματα της πολυκατοικίας στην οποία μένω, ενοικιάστηκαν. Για ένα μήνα δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε από τα καθημερινά πάρτι. Είναι μέρες που η πόλη μοιάζει ξένη. Πρώτη φορά σκέφτομαι να μετακομίσω στην επαρχία». Αυτό μου έλεγε ένας πορτογάλος φίλος πριν μερικούς μήνες και το πρώτο που σκέφτηκα είναι πως υπερβάλει. Τι έκταση, άλλωστε, θα μπορούσε να έχει το φαινόμενο;
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, μόνο στο κέντρο της Αθήνας ο αριθμός των προς εκμίσθωση ακινήτων μέσω AirBnb ανέρχεται πλέον σε 5.127, πριν από 9 μήνες το μέγεθος ήταν κάπου στις 2.500 κατοικίες. Με λίγα λόγια το φαινόμενο αφορά και την Ελλάδα και μάλιστα με όρους κλιμάκωσης.
Δεν μου αρέσει να μεμψιμοιρώ (τουλάχιστον στα άρθρα μου), δεν είμαι τεχνοφοβικός, έχω χρησιμοποιήσει AirBnb και είμαι σίγουρος πως θα ξαναχρησιμοποιήσω χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό που θέλω να καταθέσω είναι ένας προβληματισμός σε σχέση με την διάβρωση που μπορεί να επιφέρει σε ένα κοινωνικό ιστό μια τέτοια διαδικασία. Μια διαδικασία κατά την οποία τα σπίτια είναι δυνάμει ξενώνες, το ιδιωτικό εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε ενοικιαζόμενο και ο μόνιμος κάτοικος σε ιδιοκτήτη-ενοικιαστή. Πώς αντιλαμβάνεσαι μια πόλη ή μια γειτονιά όταν απλά περνάς από αυτήν, όντας ένας αποσπασματικός κάτοικος; Τι θα σήμαινε για μια γειτονιά η πλειοψηφία των σπιτιών της να μετατρέπονταν σε πρόχειρα ξενοδοχεία; Γιατί αν για τις υπόλοιπες πλευρές της κριτικής που μπορεί να δέχεται η AirBnb (οικονομική, θεσμική, όροι ασφάλειας) μια σχετική ρύθμιση από την πλευρά του κράτους μοιάζει ικανή να απαντήσει, δεν έχω δει πουθενά έναν προβληματισμό που θα έρχεται ταυτόχρονα με τις ευκολίες, τον κοσμοπολιτισμό και τα οικονομικά οφέλη που προσφέρει η AirBnb.
Οι πόλεις αλλάζουν με πολλαπλούς τρόπους και μεις καλούμαστε να απαντούμε στα ερωτήματα την ώρα που φυτρώνουν.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Αλήθεια, αφήγηση και πολιτική: εναλλακτική Iστορία και μετα-αλήθεια


Ο «Ανθρωπος στο ψηλό κάστρο» του Φίλιπ Κ. Ντικ είναι ίσως το σημαντικότερο μυθιστόρημα εναλλακτικής Ιστορίας.
Διαδραματιζόμενο το 1962, το μυθιστόρημα μας περιγράφει μια Αμερική όπως αυτή προέκυψε από τη νίκη των δυνάμεων του Αξονα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ναζιστική Γερμανία κατέχει το ανατολικό μέρος των πρώην ΗΠΑ και οι Ιάπωνες το δυτικό.
Ο κόσμος του Ντικ σχηματίζεται με βάση αυτή την παραδοχή για να μας περιγράψει πολύ περισσότερα από μια υποθετική σύμβαση.
Η εναλλακτική Ιστορία χρησιμοποιεί το (εναλλακτικό) παρόν ώστε να κρίνει το (πραγματικό) παρόν.
Δημιουργεί μια μετατόπιση γεγονότων στο παρελθόν, περιγράφει τη σημερινή πραγματικότητα ως ένα ενδεχόμενο που αποφεύχθηκε και δημιουργεί ένα άλλο παρόν ειπωμένο με το βάρος του γεγονότος.
Η αφήγηση του άλλου παρόντος γίνεται παραβολή του δικού μας.
Οι ναζιστικές και ιαπωνικές πολιτικές περιγράφουν την πραγματική Αμερική του παρόντος τού Φίλιπ Κ. Ντικ.
Τον μακαρθισμό, τον υπερκαταναλωτισμό, το ολοκαύτωμα των γηγενών Αμερικανών και τη ρατσιστική πολιτική απέναντι στους Αφροαμερικανούς.
Η πραγματικότητα στην υπερθετική της υπερβολή τονίζει και κριτικάρει την αρνητική της τροπή.
Στα έργα εναλλακτικής Ιστορίας η αφήγηση παραποιεί ηθελημένα ώστε να διαφωτίσει την αλήθεια, ώστε να εστιάσει στην πραγματικότητα, ώστε να κάνει την αλήθεια πιο αληθινή.
Η αφήγηση γυρνά προς το παρελθόν ώστε χρησιμοποιώντας μια σειρά από εντυπωσιακές διαστρεβλώσεις να δημιουργήσει ένα φανταχτερό λογοτεχνικό επίτευγμα.
Τι γίνεται όμως όταν παρόμοιες τακτικές στρέφονται προς το παρόν για διαφορετικούς σκοπούς;
Η «μετα-αλήθεια» επιλέχθηκε ως η λέξη της χρονιάς για το 2016 από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Σύμφωνα με το λεξικό του Πανεπιστημίου, η «μετα-αλήθεια» ορίζεται ως μια κατάσταση κατά την οποία τα αντικειμενικά γεγονότα επηρεάζουν σε μικρότερο βαθμό τη διαμόρφωση της δημόσιας άποψης απ' όσο το συναίσθημα ή η προσωπική πίστη.
Ετσι, υποψήφιοι πρόεδροι, εφημερίδες, πολιτικοί ή δημοσιολόγοι μπορούν να χρησιμοποιούν ανύπαρκτα γεγονότα για να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της άποψής τους, λανθασμένα επιστημονικά συμπεράσματα ώστε να θωρακίσουν μια ήδη αποδεκτή (από τους ίδιους και τους οπαδούς τους) δοξασία, ψευδή στοιχεία ώστε να δικαιολογήσουν τη στάση τους απέναντι στον θεό, τις γυναίκες ή την εξωτερική πολιτική.
Ο όρος εκτινάχθηκε από τη μαζική χρήση του κατά την καμπάνια υπέρ του Βrexit και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια των αμερικανικών εκλογών.
Ο όρος «μετα-αλήθεια» περιγράφει μια συνθήκη κατά την οποία κάποιος μπορεί να συνδυάσει το ψέμα με τη δύναμη (ή δεξιότητα) να το επιβάλει (ή να το χρησιμοποιήσει) ως αλήθεια.
Μέσα από το οικοσύστημα των σόσιαλ μίντια, τον θόρυβο της πληροφορίας, μέσα σε ένα περιβάλλον ορισμένο από επικοινωνιακά επιτελεία και διαφημιστές, πατώντας στο έδαφος της κρίσης εμπιστοσύνης απέναντι στους πολιτικούς και τα μέσα ενημέρωσης, ταυτίζοντας την πολιτική και τη δημοσιογραφία με τη μαζική εξαπάτηση.
Στα προϊόντα της μετα-αλήθειας η αφήγηση διαστρεβλώνει ηθελημένα ώστε να συσκοτίσει την αλήθεια, να απομακρύνει από την πραγματικότητα, ώστε να αποπλανήσει μέσω του ψέματος, της εύκολης συγκίνησης και της μικρο-επιστήμης της επικοινωνίας και του διαδικτύου.
Το ψέμα γίνεται εργαλείο διαμόρφωσης της αλήθειας.
Και επιπλέον η διάβρωση αυτή της πραγματικότητας έχει ως αποτέλεσμα όλες οι ειδήσεις οι οποίες καταγράφονται σε ένα περιβάλλον γενικευμένης μετα-αλήθειας να γίνονται και αυτές όμοιες, να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, να έχουν το ίδιο βάρος και την ίδια σημασία.
Γιατί η μετα-αλήθεια δεν αφορά μόνο τις ψευδείς ειδήσεις. Η ύπαρξή της κάνει μετα-αλήθεια ακόμη και την ίδια την αλήθεια.
Η μετα-αλήθεια είναι μια εναλλακτική Ιστορία όχι στην αφήγηση του παρελθόντος της αλλά στη διαμόρφωσή του.
Είναι η Ιστορία που γεννιέται διαστρεβλωμένη στο παρόν της.
Ολοι μας ζούμε σε μια αφήγηση παράλληλη της πραγματικής, σε ένα μυθιστόρημα της πεντάρας διαμορφωμένο από ασύντακτους συντάκτες και ισχυρούς της ανορθογραφίας.
Το γεγονός πορεύεται σε μια έρημο από καθρέφτες. Και μέσα στις πολλαπλές του αντανακλάσεις ξεχνά την υπόστασή του.
Στην έρημο αυτή προκύπτει και ένα χρέος: Σε μια εποχή αντικατοπτρισμών, είναι καθήκον των ανθρώπων της αφήγησης να διεκδικήσουν και να αναδείξουν την κυριολεξία, την απόδειξη και το γεγονός καθεαυτό.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Αυστηρά χωρίς θέμα



Η ώ­ρα, μια ώ­ρα Πα­ρα­σκευής και ας πού­με 18:26. Το μέιλ μου α­νοι­χτό, η διεύ­θυν­ση της Επο­χής συ­μπλη­ρω­μέ­νη στο ση­μείο της α­πο­στο­λής και το συ­νημ­μέ­νο να εκ­κρε­μεί. Στη θέ­ση αυ­τή κά­θε Πα­ρα­σκευή μπαί­νει το άρ­θρο αυ­τής ε­δώ της στή­λης, ώ­στε να φτά­σει στα γρα­φεία της ε­φη­με­ρί­δας. Μα το άρ­θρο δεν φεύ­γει. Όχι λό­γω τε­χνι­κού προ­βλή­μα­τος, αλ­λά ε­πει­δή το άρ­θρο δεν έ­χει α­κό­μη γρα­φτεί (για την α­κρί­βεια γρά­φε­ται την ώ­ρα αυ­τή που σας μι­λάω. Όχι την ώ­ρα βέ­βαια που δια­βά­ζε­ται αυ­τή τη γραμ­μή, αλ­λά την ώ­ρα που την γρά­φω. Μπέρ­δε­μα. Ας συ­νε­χί­σου­με. Εγώ του­λά­χι­στον. Εσείς μπο­ρεί­τε να στα­μα­τή­σε­τε το άρ­θρο ε­δώ α­πηυ­δι­σμέ­νοι α­πό την αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τά μου. No hard feelings). Γύ­ρω α­πό την ο­θό­νη πε­τα­ρί­ζουν σαν ι­πτά­με­να βλέ­φα­ρα τα θέ­μα­τα της ε­βδο­μά­δας. Το Εurogroup και οι κου­βέ­ντες για το χρέ­ος και ό, τι αυ­τό συ­νε­πά­γε­ται, οι βόμ­βες σε Μά­ντσε­στερ και σε Αθή­να, το τα­ξί­δι του Τρα­μπ στην Ευ­ρώ­πη, τα σκάν­δα­λα του Τρα­μπ στην Αμε­ρι­κή, ο πό­λε­μος στη Συ­ρία, η ε­πί­θε­ση στην Αί­γυ­πτο. Και μα­ζί μια σει­ρά α­πό θέ­μα­τα πιο προ­σω­πι­κά. Βι­βλία και ται­νίες, στί­χοι και α­στο­χίες, δε­σμοί σχέ­σεων και θερ­μο­κρα­σίες, γρα­φές και δια­γρα­φές, εμ­μο­νές και εν­δια­φέ­ρο­ντα. Τί­πο­τα α­πό αυ­τά, ό­μως, δεν κα­τα­λή­γει στη λευ­κή σε­λί­δα. Εί­ναι και αυ­τό μια ε­πι­λο­γή.
Η ε­λευ­θε­ρία που σου δί­νει το να γρά­φεις χω­ρίς θέ­μα εί­ναι εύ­κο­λο να σε ο­δη­γή­σει στην ε­σω­στρέ­φεια (κα­λή ώ­ρα ε­δώ). Να σε κά­νει να γρά­φεις για ό­σα την ί­δια στιγ­μή γρά­φεις, δια­χω­ρί­ζο­ντας τη δια­δρο­μή στο πα­ρόν σε δύο πα­ράλ­λη­λες δια­δρο­μές που μο­νί­μως συ­να­ντιού­νται. Τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει ο τίτ­λος «Αυ­στη­ρά χω­ρίς θέ­μα» (αυ­τός ντε που βρί­σκε­ται λί­γο πιο πά­νω). Μή­πως εί­ναι έ­να τρι­κ, α­πλά και μό­νο για να γρα­φτεί έ­να άρ­θρο; Μή­πως εί­ναι έ­να παι­χνί­δι με τις λέ­ξεις α­φού έ­να άρ­θρο χω­ρίς θέ­μα έ­χει κάλ­λι­στα ως θέ­μα του την έλ­λει­ψη θέ­μα­τος; Μή­πως εί­ναι α­πλά μια συγ­γρα­φι­κή πό­ζα, την ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας της α­ξιο­λο­γεί (λαν­θα­σμέ­να) ως ε­ξαι­ρε­τι­κά χα­ρι­τω­μέ­νη και ται­ρια­στή με μια Κυ­ρια­κή πρωί; Η ε­λά­χι­στη κα­χυ­πο­ψία κα­θι­στά ό­λες αυ­τές τις υ­πο­θέ­σεις α­πο­δε­κτές. Αλλά ας μην εί­μα­στε κα­χύ­πο­πτοι. Η γρα­φή και η α­νά­γνω­ση για να συ­νο­μι­λή­σουν προϋπο­θέ­τουν μια ε­λά­χι­στη ε­μπι­στο­σύ­νη. Λί­γο σαν κά­ποιος ά­γνω­στος να σε κρα­τά α­πό το χέ­ρι, ε­νώ ε­σύ κρέ­με­σαι πά­νω α­πό τον πιο ρη­χό γκρε­μό (μό­λις 20 ε­κα­το­στά). Κα­νείς δεν θα πά­θει τί­πο­τα α­πό την πτώ­ση, αλ­λά α­πό ε­δώ ψη­λά μπο­ρείς να δεις την Ακρό­πο­λη.
Αυ­τό που θέ­λω να πω στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι πως η έλ­λει­ψη θέ­μα­τος το­πο­θε­τεί τη σιω­πή στο ε­πί­κε­ντρο του κει­μέ­νου. Όχι του συ­γκε­κρι­μέ­νου κει­μέ­νου, αλ­λά ό­λων των κει­μέ­νων. Δεν εί­μαι σί­γου­ρος αν έ­χει νό­η­μα να γρά­φεις, αν δεν αμ­φι­σβη­τείς κά­θε τό­σο το σύ­νο­λο των πα­ρα­μέ­τρων γύ­ρω α­πό έ­να κεί­με­νο. Την ι­κα­νό­τη­τά σου στη γρα­φή και την ι­κα­νό­τη­τά σου στην σκέ­ψη και την α­νά­λυ­ση. Το νό­η­μα που μπο­ρεί να έ­χει έ­να άρ­θρο ριγ­μέ­νο σε έ­ναν ω­κε­α­νό ε­πι­κοι­νω­νίας. Την ί­δια την ε­πι­κοι­νω­νία. Όχι για να εκ­μαιεύ­σεις ε­πι­βε­βαίω­ση, αλ­λά για να συ­νε­χί­σεις να γρά­φεις πα­ρό­λα αυ­τά. Αυ­τή εί­ναι η σιω­πή του κει­μέ­νου. Μια σιω­πή που δεν ταυ­τί­ζε­ται με την α­που­σία του (α­φού πά­ντο­τε έ­να άρ­θρο βρί­σκει τον τρό­πο να πα­ρα­γκω­νί­σει το κε­νό και να κα­τα­λά­βει τη θέ­ση σου).
Εί­ναι φο­ρές που οι λέ­ξεις σε μπου­χτί­ζουν. Όχι οι συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις, αλ­λά το σύ­νο­λο των λέ­ξεων. Και εί­ναι έ­να α­πό τα ε­λά­χι­στα μπου­χτί­σμα­τα που μπο­ρούν να σε ο­δη­γή­σουν στην ο­ντο­λο­γία. Για­τί συ­χνά η ε­πι­κοι­νω­νία μοιά­ζει με μια αν­θρώ­πι­νη πα­ρε­ξή­γη­ση, με έ­να α­τύ­χη­μα που δεν χρεια­ζό­ταν να συμ­βεί, με μια αν­θρώ­πι­νη πα­ρά­με­τρο που α­κό­μα και αν πε­ρι­γρά­φε­ται με α­πο­κλει­στι­κά θε­τι­κούς ό­ρους μπο­ρεί να ι­δω­θεί και σαν κα­τα­δί­κη. «Αρκε­τά ε­πι­κοι­νω­νή­σα­με! Αρκεί με τους ε­πι­κοι­νω­νού­ντες!», γρά­φει ο θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας Valere Novarina «προ­σπα­θούν να μας ε­γκλω­βί­σουν σε έ­ναν ρό­λο ό­που δεν θα εί­μα­στε πα­ρά ε­πι­κοι­νω­νια­κά ζώα, ό­ντα υ­πό το βλέμ­μα των άλ­λων». Και κα­τα­λή­γει: «Πριν ε­πι­κοι­νω­νή­σει, ο άν­θρω­πος ο­φεί­λει να μι­λή­σει α­κό­μα πο­λύ στον ε­αυ­τό του».
«Η γλώσ­σα εί­ναι έ­νας ιός α­πό το διά­στη­μα», έ­γρα­φε κά­που ο Μπά­ροουζ. Οπλι­σμέ­νοι με γλώσ­σα προ­σπα­θού­με να ε­ξη­γή­σου­με το σύ­νο­λο των γύ­ρω φαι­νο­μέ­νων. Για την α­κρί­βεια η γλώσ­σα εί­ναι το μό­νο ερ­γα­λείο που δια­θέ­του­με για να κά­νου­με κά­τι τέ­τοιο. Κι ό­μως το ερ­γα­λείο μας εί­ναι πε­πε­ρα­σμέ­νο, ε­πι­βε­βαιώ­νει συ­νε­χώς τα ό­ριά του, α­πο­γο­η­τεύει συ­νε­χώς τις προσ­δο­κίες μας. Και ό­μως συ­νε­χί­ζου­με, συ­νε­χώς συ­νε­χί­ζου­με να α­πο­τε­λού­μα­στε α­πό λέ­ξεις. Με τρό­πο μά­ταιο και στην ου­σία του τρα­γι­κό.
Συ­νε­χί­ζου­με λοι­πό­ν; Η α­πά­ντη­ση σε ό­λα αυ­τά θα δο­θεί την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή. Όχι σε έ­να άρ­θρο που θα μι­λά­ει για αυ­τά. Αλλά σε έ­να άρ­θρο που θα μι­λά­ει για ο­τι­δή­πο­τε πέ­ρα α­πό αυ­τά.
Το κεί­με­νο γρά­φτη­κε, το μέιλ φεύ­γει και η σιω­πή εί­ναι το ο­ξυ­γό­νο της γρα­φής.

(στην εφημερίδα Εποχή)