Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Ο Στάθης Ψάλτης και ο θάνατος






Πριν από λίγες μέρες που τριγύριζα τους δρόμους με τον σκύλο μου έπεσα πάνω σε ακόμη ένα κλειστό βιντεοκλάμπ της ευρύτερης περιοχής της Κυψέλης.
Είναι περίεργο αλλά άδεια τα μαγαζιά μοιάζουν μικρότερα. Και τώρα που τα μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο στη σειρά, κάπως σαν η γειτονιά να μικραίνει, να σφίγγει.
Κι όμως ένα κλειστό βιντεοκλάμπ μάλλον δεν αντιστοιχεί με το κλείσιμο ενός οποιουδήποτε μαγαζιού. Δεν είναι η κρίση που τα ξεριζώνει.
Κάποτε θυμάμαι ήμουν γραμμένος σε 6 βιντεοκλάμπ στην ευρύτερη περιοχή. Το συγκεκριμένο ήταν το τελευταίο που έμενε ανοιχτό.
Νομίζω δεν πρόλαβα τη χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας. Ημουν αρκετά μικρός καθ' όλη τη διάρκεια των 80's.
Κάπου με τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης τα βιντεοκλάμπ άρχισαν να πέφτουν.
Το ίντερνετ, οι γρήγορες συνδέσεις και το εύκολο κατέβασμα τα αποτελείωσαν.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά παρ' όλο που έχω περάσει άπειρες ώρες ψάχνοντας σε ράφια και προθήκες για ταινίες, καμία μελαγχολία δεν προκύπτει για το κλείσιμό τους.
Σε αντίθεση με τα βιβλιοπωλεία και τα δισκάδικα, το βιντεοκλάμπ έμενε μονίμως αποστειρωμένο από ενδιαφέρον (Σιλβέστρο στην οδό Κυψέλης, εξαιρώ εσένα).
Οι υπάλληλοι ήταν συνήθως οι ιδιοκτήτες τους ή παιδιά μικρής ηλικίας που έψαχναν ένα πρόχειρο εισόδημα.
Σπάνια πετύχαινες κουβέντες για ταινίες, ακόμη πιο σπάνια κάποια πρόταση που να αξίζει την προσοχή σου.
Μόνο έψαχνες σε ατελείωτες στοίβες μπας και πετύχεις κάτι να σε ενδιαφέρει.
Ποτέ δεν πετύχαινες το μεράκι (τι απαίσια λέξη, ω θεοί) ή έστω μια στοιχειώδη εξειδίκευση.
Τα βιντεοκλάμπ ήταν πάντοτε λιγότερο χώρος και περισσότερο διάδρομος υπηρεσιών.
Ασχετα με το τι έπαιρνες, δεν νοίκιαζες ταινίες, νοίκιαζες ώρες ψυχαγωγίας. Τα βιντεοκλάμπ, μια νοσταλγία φθαρμένη πριν συμβεί.
Την επόμενη μέρα διάβασα στο διαδίκτυο πως πέθανε ο Στάθης Ψάλτης. Θυμήθηκα πάλι το βιντεοκλάμπ που έκλεισε και μαζί τις πρώτες ενοικιάσεις με τα παιδιά της γειτονιάς.
Και αυτό το σφίξιμο που σου προκαλεί το χιούμορ των τηλεταινιών, η προχειρότητά τους, η οτινάναι αισθητική τους.
Τις ψευδείς νεανικές διαλέκτους τους, τον πούρο ηθικισμό τους, τις μούτες, τις φράσεις-σλόγκαν της δεκάρας, τα ατελείωτα υπονοούμενα.
Την κοινωνία ως ένα άθροισμα στερεοτύπων και κατασκευών (οι νέοι, τα καμάκια, οι ομοφυλόφιλοι, οι μονδέρνες γυναίκες, οι καμικάζι), τον πιο βαθύ συντηρητισμό ειπωμένο ως νεανική μοντερνιά, γραμμένη από αραχνιασμένους βαμπίρ σεναριογράφους.
Η επέλαση και η εμπορική κατοχύρωση της μη ιδεολογίας σε μια εποχή αναζήτησης, μοναξιάς και ριζοσπαστικοποίησης.
Κι όμως η είδηση για τον θάνατο του Στάθη Ψάλτη μού έφερε μια μελαγχολία.
Κάπως όταν μαθαίνεις κάτι κακό για έναν ξάδελφο που δεν κάνατε ποτέ παρέα (και ούτε ήθελες άλλωστε) αλλά τον πέτυχες σε ένα-δυο οικογενειακά τραπέζια, σε κάποιες διακοπές, κάποιες φορές στον δρόμο.
Σαν να κάνεις ζάπινγκ Κυριακή απόγευμα πετυχαίνοντας και πάλι την τηλεταινία που αποφεύγεις μια ζωή.
Και τόσες φορές την απέφυγες που σχεδόν σου έγινε οικεία.
Κι όμως μέσα στην αυτογελοιοποίηση της περσόνας του ο Στάθης Ψάλτης είχε μια αυθεντικότητα και ίσως να μην είμαι ο μόνος που δεν ντρέπεται που γέλασε με ένα απόλυτα χαζό αστείο.
Ο Στάθης Ψάλτης είναι ο χρόνος που περνά τυχαία. Χωρίς να τον εξετάζεις, χωρίς να σε ικανοποιεί, χωρίς να σου προσφέρει ή να του προσφέρεις.
Ενα σκόρπιο βλέμμα, μια άνευρη ρουτίνα, ένα αδιάφορο συναπάντημα στον δρόμο ή στην οθόνη της τηλεόρασης που λίγο μετά θα ξεχάσεις. Τυχαία, χωρίς να μπορείς να πεις αν είναι κούραση ή ξεκούραση.
Ενας χρόνος που απλώνεται ανάμεσα στις στιγμές που ενεργείς, ανάμεσα σε δυο δουλειές ή υποχρεώσεις.
Ενας χρόνος που μέσα στην εποχή της ανεργίας και της κρίσης καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητας, επεκτείνεται σαν τα παρατημένα μαγαζιά και τα άδεια βιντεοκλάμπ.
Τώρα πια μαζί του περνά και μια ολόκληρη εποχή. Που ακόμα και αν πολλές φορές θες να την ξεχάσεις, εκείνη συνέβη και μαγκώνει μέσα της και κάτι από σένα.
Οι εποχές ξεφυλλίζουν τον εαυτό τους, τα μαγαζιά κλείνουν, ο χρόνος περνά.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: