Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Όλοι οι ξεριζωμένοι





Οι πλη­γές τα­ξι­δεύουν. Με­τα­δί­δο­νται α­πό γε­νιά σε γε­νιά, α­πλώ­νο­νται σαν βρα­δυ­φλε­γής ε­πι­δη­μία, χω­ρίς γνώ­ση της ύ­παρ­ξής τους, χω­ρίς να α­φή­νουν ση­μά­δια πί­σω. Κα­τοι­κούν μέ­σα μας σιω­πη­λές. Χω­ρίς να κραυ­γά­ζουν, χω­ρίς έ­στω να α­να­δεύο­νται. Τραύ­μα­τα συλ­λο­γι­κά, ε­μπει­ρίες ε­νός αιώ­να, τραύ­μα­τα πε­ρα­σμέ­να σε μια λή­θη που υ­πό­γεια υ­πεν­θυ­μί­ζουν πιο έ­ντο­να και α­πό μνή­μη.
Το ε­ξώ­φυλ­λο πε­ρι­γρά­φει: «Ο Δρ. Χέν­ρυ Σέλ­γουιν, πρό­σφυ­γας α­πό τη Λι­θουα­νία, φτά­νει το 1899 στο Λον­δί­νο, ό­που χτί­ζει μια λα­μπρή κα­ριέ­ρα ως χει­ρουρ­γός, αλ­λά ό­σο περ­νά­ει ο και­ρός, α­πο­μο­νώ­νε­ται ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τον κό­σμο, ο Πά­ουλ Μπε­ράι­τε­ρ, δη­μο­δι­δά­σκα­λος σε μια γερ­μα­νι­κή κω­μό­πο­λη, χά­νει τη θέ­ση του και την α­γα­πη­μέ­νη του υ­πό το να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς, ο Άμπροζ Άντελ­βα­ρ, με­τα­νά­στης των αρ­χών του 20ου αιώ­να στη Νέα Υόρ­κη, γί­νε­ται μπάτ­λερ στο σπί­τι ε­νός ε­βραίου τρα­πε­ζί­τη και ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό τη μο­να­δι­κή του ε­πί­σκε­ψη στη με­τα­πο­λε­μι­κή Γερ­μα­νία ει­σέρ­χε­ται σε ψυ­χια­τρι­κό ί­δρυ­μα και, τέ­λος, ο ζω­γρά­φος Μάξ Φέρ­μπε­ρ, που έ­χει φυ­γα­δευ­τεί το 1939 στην Αγγλία και ό­λο του το καλ­λι­τε­χνι­κό έρ­γο εί­ναι μια διαρ­κής πά­λη με τον ό­λε­θρο.»
Κα­λω­σήρ­θα­τε στον κό­σμο των «Ξε­ρι­ζω­μέ­νων». Κα­λω­σήρ­θα­τε στον κό­σμο του W.G. Sebald. Ο συγ­γρα­φέ­ας μάς κα­τα­θέ­τει τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, τέσ­σε­ρις υ­πο­θέ­σεις που δεν συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους. Κι ό­μως, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κε­ντρι­κό θέ­μα του βι­βλίου εί­ναι α­κρι­βώς αυ­τή η αό­ρα­τη σύν­δε­ση των αν­θρώ­πων και των ι­στο­ριών. Ο συγ­γρα­φέ­ας κοι­τά σιω­πη­λός κα­θ’ ό­λη τη διάρ­κεια. Σχε­δόν δεν πράτ­τει, υ­φί­στα­ται σε μια ε­νερ­γη­τι­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα. Πα­ρα­τη­ρεί, α­κούει, κα­τα­γρά­φει. Ψά­χνει τις ι­στο­ρίες των τεσ­σά­ρων προ­σώ­πων. Χω­ρίς πο­τέ να μας λέει το για­τί, χω­ρίς πο­τέ να ε­ξη­γεί ή να α­πο­λο­γεί­ται. Η πλη­γή τους εί­ναι αυ­τό που δί­νει ε­νό­τη­τα. Η πλη­γή α­πό το διωγ­μό, το ξε­ρί­ζω­μα και την α­πώ­λεια. Και ταυ­τό­χρο­να η δρά­ση που δεν ει­πώ­νε­ται αλ­λά υ­πάρ­χει πα­ντού μπρο­στά στα μά­τια μας. Η συγ­γρα­φή του βι­βλίου α­πό τον Sebald. Δεν μα­θαί­νου­με πο­τέ για ποιον λό­γο ο ί­διος ψά­χνει, κα­τα­γρά­φει και με­τα­δί­δει τη ζωή των αν­θρώ­πων αυ­τών. Σαν η πραγ­μα­τι­κή ση­μα­σία να κρύ­βε­ται στη σιω­πή. Αυ­το­νό­η­τη και ταυ­τό­χρο­να α­διό­ρα­τη.

Δεν έ­χω δια­βά­σει πο­τέ μου βι­βλίο ό­που το συλ­λο­γι­κό και το α­το­μι­κό να υ­πάρ­χουν τό­σο αρ­μο­νι­κά. Ο ί­διος ο ρό­λος του αό­ρα­του συγ­γρα­φέα, αλ­λά και της δια­χεί­ρι­σης του ρό­λου του εί­ναι το βα­σι­κό ερ­γα­λείο που ο­ρί­ζει τη δο­σο­λο­γία. Από την μία η πα­ρου­σία του, ο ρό­λος του μάρ­τυ­ρα-κα­τα­γρα­φέα δί­νει στις ι­στο­ρίες την αί­σθη­ση του πραγ­μα­τι­κού, του ντο­κου­μέ­ντου. Της συμ­με­το­χής ε­νός ή­ρωα στο πα­γκό­σμιο βίω­μα. Η μη δια­τυ­πω­μέ­νη α­γω­νία του συγ­γρα­φέα πε­ρι­γρά­φει έ­να α­το­μι­κό βίω­μα. Ταυ­τό­χρο­να ό­μως —μέ­σα α­πό την έλ­λει­ψη συ­γκε­κρι­μέ­νων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών του προ­σώ­που που α­φη­γεί­ται— συν­δέει τις ι­στο­ρίες μ’ ε­μάς. Με τον τρό­πο του ο Sebald κα­τα­φέρ­νει κά­τι μο­να­δι­κό. Όχι να μας κά­νει να μά­θου­με ή να δια­βά­σου­με μια ι­στο­ρία. Κα­τα­φέρ­νει να μας κά­νει να συμ­με­τέ­χου­με στον ι­στο­ρι­κό χρό­νο. Να α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε την πλη­γή και τον ξε­ρι­ζω­μό. Τον αν­θρώ­πι­νο μόχ­θο ως στοι­χείο συ­γκρό­τη­σης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τάς μας.
Οι «Ξε­ρι­ζω­μέ­νοι» (εκ­δό­σεις Άγρα, με­τά­φρα­ση Γιάν­νη Κα­λι­φα­τί­δη) α­πο­τε­λούν έ­να υ­βρί­διο προ­σω­πι­κής μαρ­τυ­ρίας, τα­ξι­διω­τι­κού, ι­στο­ρι­κής κα­τα­γρα­φής, μυ­θο­πλα­σίας. Χω­ρίς ε­ξάρ­σεις, χω­ρίς κο­ρυ­φώ­σεις κου­βα­λούν την η­ρε­μία που έ­χουν οι στιγ­μές με­τά τον κα­τα­κλυ­σμό. Σαν οι στιγ­μές, ό­μως, να κου­βα­λούν ό­λη τη ση­μα­σία και το μέ­γε­θος του κα­τα­κλυ­σμού που προ­η­γή­θη­κε. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, το βι­βλίο μάς μα­θαί­νει τον τρό­πο με τον ο­ποίο συ­νο­μι­λού­με με την ι­στο­ρία, με το χρό­νο, με την πλη­γή.
Για­τί οι πλη­γές εί­μα­στε ε­μείς.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: