Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ποια είναι η μνήμη που χάνουμε στην καταγραφή ;


«Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου μέσα σε ένα άλλο όνειρο»
(Τάσος Λειβαδίτης)

«Σιχαίνομαι τις φωτογραφικές μηχανές. Θέλω να θυμάμαι τα πράγματα με τον δικό μου τρόπο, προτιμώ να θυμάμαι τα γεγονότα όχι υποχρεωτικά με τον τρόπο που συνέβησαν». Κάπως έτσι περιγράφει την σχέση του με τη μνήμη ο πρωταγωνιστής της «Χαμένης λεωφόρου», της ταινίας του David Lynch. Η μνήμη αυτή συγκεχυμένη και ταυτόχρονα ορατή διαμορφώνει την ιστορία που εξελίσσεται μπροστά μας στη συνέχεια της ταινίας. Ο πρωταγωνιστής είναι κάποιος άλλος, η ιστορία είναι μια άλλη ιστορία κι όμως ο ιδιοκτήτης της μνήμης είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Το να «θυμόμαστε τα πράγματα με τον δικό μας τρόπο», το να παρεμβαίνουμε, δηλαδή, στο παρελθόν έχει ως αποτέλεσμα να αλλοιώνεται το παρόν, το πρόσωπο, τα όρια ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο. Το παρελθόν χύνεται μέσα στο μέλλον και όλα συμβαίνουν σε έναν χρόνο ταυτόσημο με τον χρόνο του ονείρου.
«Είναι πράγματα που θυμάμαι και που μπορεί να μην έγιναν ποτέ, καθώς όμως τα ξαναφέρνω στη μνήμη μου συμβαίνουν», λέει η Άννα, η πρωταγωνίστρια στους «Παλιούς καιρούς», το θεατρικό έργο του Χάρολντ Πίντερ. Η μνήμη μέσα στην ρευστότητά της παύει να λειτουργεί ως ντοκουμέντο, ως αποδεικτικό στοιχείο. Η ρευστότητα της επιβάλει κίνηση, μεταμόρφωση. Η μνήμη γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης, ένα τερέν όπου το παρόν παίζει τον εαυτό του με κίνδυνο να συντριβεί. Δύο άνθρωποι έρχονται σε αντιπαράθεση παλεύοντας να δώσουν σχήμα σε ένα παρελθόν, το οποίο με τη σειρά του θα δώσει σχήμα στο παρόν τους. Γιατί κανένα παρελθόν δεν είναι δεδομένο. Δεν είναι ιστορία, δεν είναι καταγραφή. Το παρελθόν είναι η πορεία των ανθρώπων που εκβάλει κάθε στιγμή στο παρόν τους. Και όπως ο άνεμος που περνάει μέσα από κορμούς και κλαδιά δίνοντας στο δέντρο σχήμα, έτσι και η ατελείωτη ροή του παρελθόντος προς τη στιγμή που είναι τώρα και πάλι τώρα, δίνει σχήμα στο παρόν μας.
Και, όμως, αν δούμε όλο τον πολιτισμό από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, δεν βλέπουμε τίποτα άλλο από καταγραφές, από μνημεία μνήμης λαξευμένα σαν κυματοθράυστες του χρόνου. Ως μια αντίσταση στη λήθη, μάταιη και ταυτόχρονα θριαμβική στις πιο ευτυχείς εξάρσεις της. Εδώ στην Αθήνα ολόκληρη η πόλη θυμάται ταυτόχρονα. Παρελθόντα μακρινά που φυτρώνουν κολώνες μέσα από την άσφαλτο, χόρτα βυζαντινά να πνίγουν τα σύγχρονα πεζοδρόμια, συνθήματα στους τοίχους που βάφτηκαν και ξεβάφτηκαν. Στοιβαγμένες στρώσεις από διαφορετικά θυμάμαι σε μια πόλη καταδικασμένη σε ένα μόνιμο παρόν του παρελθόντος της.

Πόσο εύκολο είναι πια να ξεχάσουμε; Τι μας περισσεύει ενώ γύρω όλα καταγράφονται, ενώ όλα μπαίνουν σε φωτογραφίες κονσέρβες ανίκανες να σταθούν ως τεκμήρια αφού μέσα στον μεγάλο αριθμό και το θόρυβο η αναφορά τους χάνεται; Τι μένει πια να θυμηθείς, όταν κάθε τι καταγράφεται με άγχος, με ταχύτητα, ορισμένο από το καθήκον να εκτεθεί και στη συνέχεια το καθήκον να ξεχαστεί μέσα σε μια βιαστική καταλογράφηση;
Ζούμε στις ψηφιακές χωματερές της μνήμης. Εδώ όπου το βίωμα παίρνει υπόσταση μόνο από την απόδειξη του βιώματος. Κάθε πράξη μας μας προτρέπει να την παραδεχτούμε, αφού μια φωτογραφία κινητού συνηγορεί ως απόδειξη. Απαιτούμε από την πραγματικότητα φωτογένεια, συνεχώς απαιτούμε πόζες από τα τοπία, πόζες στριμωγμένες που δεν αφήνουν χώρο στην ανάσα, τον παλμό και τελικά την μνήμη. Η ρευστότητα του παρελθόντος περνάει στο παρόν. Βιώνουμε συγκεχυμένα, ώστε να καταφέρουμε να θυμηθούμε με ακρίβεια μέσα από μια φωτογραφία, ένα βίντεο πρόχειρο κοινοποιημένο στους αγνώστους.
Και, όμως, το παρελθόν συνεχίζει να τρέχει ρευστό κατά πάνω μας. Μας επιβάλει να ξεχνούμε. Με νέους τρόπους, με νέα δεκανίκια.
Σχεδόν τυφλοί περπατούμε το πλήθος της μνήμης. Ακόμα και σήμερα που χρειαζόμαστε χάρτες και πυξίδες για να χαθούμε μέσα της. Σήμερα το να ξεχνάς μοιάζει ο μόνος τρόπος για να καταφέρεις κάποια στιγμή να θυμηθείς.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: