Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

4 STELLE HOTEL: Μια συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα σε έ­ναν α­συ­νή­θι­στο τό­πο



Κά­θε χρό­νο στη Ρώ­μη 10.000 σπί­τια οι­κο­γε­νειών εκ­κε­νώ­νο­νται. Χι­λιά­δες άν­θρω­ποι πε­τιού­νται στους δρό­μους μιας πό­λης γε­μά­της α­πό ά­δεια κτή­ρια. Μπρο­στά σε αυ­τή την α­πάν­θρω­πη και πα­ρά­λο­γη συν­θή­κη οι άν­θρω­ποι δια­δη­λώ­νουν, ορ­γα­νώ­νο­νται και δια­μαρ­τύ­ρο­νται, ζη­τώ­ντας το αυ­το­νό­η­το. Στέ­γη, κα­τοι­κία, και κυ­ρίως α­ξιο­πρέ­πεια. Στις 6 Δε­κεμ­βρίου του 2012, 250 οι­κο­γέ­νειες κα­τέ­λα­βαν έ­να πα­ρα­τη­μέ­νο ξε­νο­δο­χείο στα πε­ρί­χω­ρα της Ρώ­μης. Μέ­χρι και σή­με­ρα ζού­νε ε­κεί. Το 4 Stelle Hotel εί­ναι η ι­στο­ρία τους.
Το δια­δι­κτυα­κό ντο­κι­μα­ντέρ «4 Stelle Hotel: An ordinary day in an extra ordinary place», των Valerio Muscella και Paolo Palermo, α­πο­τε­λεί μια ψη­φια­κή ε­μπει­ρία αλ­λη­λεγ­γύης και συμ­με­το­χής. Ο θε­α­τής – χρή­στης του δια­δι­κτύου κα­λεί­ται να ε­πι­σκε­φτεί το σάιτ http://www.4stellehotel.it/ και να βιώ­σει δια­δι­κτυα­κά μια μέ­ρα στην κα­τά­λη­ψη προ­σφύ­γων της Ρώ­μης στο πα­ρα­τη­μέ­νο ξε­νο­δο­χείο 4 Stelle Hotel. Οι ει­κό­νες και τα βί­ντεο δη­μιουρ­γούν την αί­σθη­ση του ντο­κι­μα­ντέρ. Εί­ναι, ό­μως, ο ε­πι­σκέ­πτης αυ­τός που ο­ρί­ζει το ρυθ­μό, το δρό­μο και την τα­χύ­τη­τά του, ε­πι­λέ­γο­ντας κά­θε φο­ρά τι θέ­λει να δει και α­πό πού θέ­λει να πε­ρά­σει.
Χω­ρι­σμέ­νο σε 4 πε­ριό­δους της η­μέ­ρας, το σάιτ προ­σφέ­ρει στον ε­πι­σκέ­πτη μια σει­ρά α­πό ντο­κου­μέ­ντα σχε­τι­κά με την κά­θε μέ­ρα στο ξε­νο­δο­χείο: πρωί, με­ση­μέ­ρι, α­πό­γευ­μα, βρά­δυ. Ο ε­πι­σκέ­πτης βλέ­πει φω­το­γρα­φίες, α­κούει ή­χους της κά­θε στιγ­μής, βλέ­πει βί­ντεο με ε­ξο­μο­λο­γή­σεις και ι­στο­ρίες, μα­θαί­νει πλη­ρο­φο­ρίες, πα­ρα­κο­λου­θεί γιορ­τές. Έρχε­ται σε ε­πα­φή με μια συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα, με μια φλού­δα ζωής μέ­σα στο 4 Stelle Hotel.

Στο ξε­νο­δο­χείο ζουν κα­τά κύ­ριο λό­γω οι­κο­γέ­νειες, πολ­λές α­πό τις ο­ποίες έ­χουν παι­διά κά­τω των 3 ε­τών. Από αυ­τές, 52 προέρ­χο­νται α­πό την α­να­το­λι­κή Αφρι­κή, 85 α­πό τη βό­ρεια Αφρι­κή, 20 α­πό την υ­πο­σα­χά­ρια Αφρι­κή, 28 α­πό την α­να­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη, 29 α­πό την Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, 4 α­πό την Ιτα­λία, ε­νώ 12 εί­ναι μει­κτές. Όπως μπο­ρεί κα­νείς εύ­κο­λα να κα­τα­λά­βει, το ξε­νο­δο­χείο 4 Stelle δεν α­πο­τε­λεί μό­νο μια κα­τά­λη­ψη στέ­γης, αλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο έ­να πεί­ρα­μα συ­νύ­παρ­ξης. Στα βί­ντεο του ντο­κι­μα­ντέρ μπο­ρεί κά­ποιος να δει αν­θρώ­πους δια­φο­ρε­τι­κής προέ­λευ­σης να συμ­με­τέ­χουν σε κοι­νές γιορ­τές, να μα­θαί­νουν με πε­ριέρ­γεια τα ή­θη και τα έ­θι­μα των γει­τό­νων τους, να δια­σκε­δά­ζουν και να α­να­πνέ­ουν μα­ζί τους. Η α­νά­γκη στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση γεν­νά­ει συ­νύ­παρ­ξη.
Μέ­σα α­πό την η­μέ­ρα που περ­νά­με στο ξε­νο­δο­χείο, μα­θαί­νου­με τις δια­δρο­μές των κα­τοί­κων, τις χί­λιες σκλη­ρές στιγ­μές που τους έ­φε­ραν έως ε­δώ, τις φι­λο­δο­ξίες και τα ό­νει­ρα, τις α­πό­ψεις για το πα­ρελ­θόν, το πα­ρόν και το μέλ­λον. Μας ξε­να­γούν στα δω­μά­τιά τους, μοι­ρά­ζο­νται μα­ζί μας το πε­ρι­βάλ­λον και τα α­ντι­κεί­με­νά τους. Το βλέμ­μα ε­δώ εί­ναι αλ­λη­λεγ­γύη.

Η πε­ριή­γη­ση στο ξε­νο­δο­χείο εί­ναι έ­να τα­ξί­δι στο πα­ρελ­θόν και το πα­ρόν της Ευ­ρώ­πης. Στις α­ποι­κίες και τους ξε­ρι­ζω­μούς για τους ο­ποίους εί­ναι υ­πεύ­θυ­νη και ταυ­τό­χρο­να στη ση­με­ρι­νή φτώ­χεια και στους χί­λιους λά­θος τρό­πους δια­χεί­ρι­σης του ζη­τή­μα­τος. Μέ­σα, ό­μως, α­πό την αλ­λη­λεγ­γύη και τη συ­νύ­παρ­ξη, το εγ­χεί­ρη­μα γί­νε­ται προ­βο­λή ε­νός εν­δε­χό­με­νου μέλ­λο­ντος. Ίσως του μό­νου μέλ­λο­ντος με θε­τι­κό πρό­ση­μο. Ίσως γι’ αυ­τό τε­λι­κά το ί­διο το α­πο­τέ­λε­σμα, πα­ρά τις σκλη­ρές α­πο­χρώ­σεις του, κα­τα­φέρ­νει να α­πο­πνέει αι­σιο­δο­ξία. Αυ­τό που κυ­ριαρ­χεί εί­ναι η δρά­ση και η συ­μπό­νια ως α­πά­ντη­ση στη δυ­σκο­λία και τη σκλη­ρό­τη­τα. Άλλω­στε, τί­πο­τα δεν έ­χει τε­λειώ­σει. Η α­στυ­νο­μία και ο δή­μος α­κό­μα προ­σπα­θούν να εκ­κε­νώ­σουν το ξε­νο­δο­χείο. Το δια­δι­κτυα­κό ντο­κι­μα­ντέρ μέ­σα α­πό την πρω­το­τυ­πία και τη διά­δρα­ση, την τε­ρά­στια έ­κτα­ση και το ά­πει­ρο υ­λι­κό (οι δη­μιουρ­γοί μά­ζευαν υ­λι­κό και δού­λευαν πε­ρί­που 2 χρό­νια, ζώ­ντας μέ­σα στην κα­τά­λη­ψη), με την ε­ξαι­ρε­τι­κή αι­σθη­τι­κή του, την ει­λι­κρί­νεια και την α­με­σό­τη­τα, τη σχε­δόν ποιη­τι­κή ελ­λει­πτι­κό­τη­τα –ό­πο­τε αυ­τή χρειά­ζε­ται- κα­τα­φέρ­νει να γί­νει κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μια α­πλή κα­τα­γρα­φή. Γί­νε­ται μια χει­ρο­νο­μία έ­μπρα­κτης αλ­λη­λεγ­γύης και ταυ­τό­χρο­να μια ξε­κά­θα­ρη πο­λι­τι­κή πρό­τα­ση. Και ε­πί­σης, μια πρό­τα­ση που α­να­ζη­τά αρ­χι­κά ε­πι­σκέ­πτες και στη συ­νέ­χεια μι­μη­τές.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: