Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Ο διασημότερος Ελληνας είναι μετανάστης




Προφανώς ο τίτλος είναι προβοκατόρικος, αφού πρώτον δεν υπάρχει μονάδα μέτρησης της δημοφιλίας και δεύτερον πως η ίδια η δημοφιλία δεν αποτελεί κάποια αξία που θα λάβουμε σοβαρά υπόψη. Το γεγονός όμως πως ο τίτλος αυτός μπορεί και να ευσταθεί είναι το θέμα αυτού εδώ του άρθρου.
Ο λόγος φυσικά για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο ο οποίος στην τέταρτη χρονιά του στο NBA και σε ηλικία 22 ετών ετοιμάζεται να συμμετάσχει στο All-star Game στη Νέα Ορλεάνη, πιθανότατα μάλιστα ξεκινώντας ως βασικός στην πρώτη πεντάδα της Δύσης (το άρθρο γράφεται Πέμπτη απόγευμα, τα αποτελέσματα δεν είναι ακόμα γνωστά).
Η ιστορία ενός Ελληνονιγηριανού ο οποίος μέσα σε τέσσερα χρόνια κατάφερε από την άσημη ελληνική Α2 κατηγορία να γίνει σημαία μιας ομάδας και μιας πόλης, παίκτης franchise των Milwaukee Bucks, μοιάζει σχεδόν εκτός των ορίων της λογικής, σαν να υιοθετεί την αισιόδοξη αφαίρεση της πλοκής μιας σαπουνόπερας ή ενός παραμυθιού, σαν να μην μπορεί να εξηγηθεί. Αυτό ακριβώς όμως που είναι σημαντικό είναι ότι η διαδρομή αυτή είναι απολύτως εξηγήσιμη, ορατή, εύκολα ανιχνεύσιμη.
Γιατί μπορεί για τον υπόλοιπο κόσμο ο Αντετοκούνμπο να είναι το Next Big Thing του NBA, ένας παίκτης που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού.
Σε μια εποχή που τα μεγάλα κορμιά των center εκλείπουν και κυριαρχεί η ταχύτητα και η ευστοχία των βραχύσωμων guard, το παιχνίδι του Γιάννη κινείται ακριβώς αντίθετα.
Ενας παίκτης με σωματική δομή τέτοια ώστε να μπορεί να παίξει ουσιαστικά σε όλες τις θέσεις, είναι σήμερα ο ψηλότερος guard στην ιστορία του NBA.
Εκεί που άλλοι guard θα στηριχθούν στο τρίποντο, αυτός θα αντιπροτείνει τη διείσδυση και τον αιφνιδιασμό.

Θυμίζοντας σε μέγεθος τον Magic Johnson και σε εκρηκτικότητα τον Lebron James, ο Γιάννης αποτελεί ήδη ένα μπασκετικό φαινόμενο (δεν θα ήθελα να επεκταθώ άλλο μπασκετικά.
Δεν είναι ο τομέας μου. Αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα για τον παίκτη Γιάννη Αντετοκούνμπο, θα τον παρέπεμπα στα εκτενή αφιερώματα της ιστοσελίδας The BallHog.net).
Για εμάς εδώ όμως είναι πολύ περισσότερα. Είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει να ενσαρκώσει τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας και να τις στρέψει προς μια θετική κατεύθυνση.
Χωρίς δηλώσεις ή μανιφέστα, απλώς με το παράδειγμά του, απλώς με το όμορφο παιχνίδι.
Μιας κοινωνίας ικανής να σε εκπλήξει θετικά ή αρνητικά με την παράδοξη φιλοξενία της ή τον παράλογο ρατσισμό της.
Για εμάς εδώ ίσως να αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα όπλα απέναντι στον καθημερινό ρατσισμό, ως ένα από τα βασικά επιχειρήματα απέναντι σε μια κουβέντα που αποκλείει τα επιχειρήματα.
Γιατί ο Αντετοκούνμπο δεν μιλάει στο πολιτικό αισθητήριο ή στη συγκροτημένη άποψη ενός Ελληνα, εισβάλλει στο θυμικό γεννώντας αντανακλαστική αποδοχή, διδάσκει συνύπαρξη μέσα από τον αφιλτράριστο θαυμασμό.
Κάνει τη φυλετική υποκρισία να αναδιπλώνεται και να στρέφεται ενάντια στον εαυτό της.

Και ακόμα και αν κάτι τέτοιο δεν θα μοιάσει ποτέ ειλικρινές, σε αυτήν ακριβώς την ανειλικρίνεια εμείς εντοπίζουμε μια νίκη.
Οταν κάποιος θα προσπαθήσει να κρύψει παλιές απόψεις και δοξασίες (π.χ. όσοι δεν ψήφισαν το νομοσχέδιο για την ελληνική ιθαγένεια, τώρα να ζητωκραυγάζουν) το κάνει γιατί αντιλαμβάνεται πόσο παράταιρη είναι η παλαιότερη άποψή του.
Οχι μόνο αναγνωρίζει το λάθος της (ακόμη και αν συνεχίζει να πιστεύει ακόμη το σωστό της), αλλά με την υποκριτική του στάση την κατοχυρώνει ως περιθωριακή.
Ζω στην Κυψέλη, μια περιοχή έκθετη στον καθημερινό ρατσισμό της μικρής κίνησης.
Κάτσε να περιμένεις πρωί στο ταχυδρομείο της πλατείας Κυψέλης για να δεις τι σημαίνει καθημερινός ρατσισμός, τα σχόλια, τις συμπεριφορές, το ύφος του χ, ψ.
Συχνά νιώθεις απελπισία. Περπατώντας λίγο πιο κάτω η απελπισία εξαερώνεται.
Στη Φωκίωνος βλέπεις μεικτές παρέες παιδιών να παίζουν χωρίς να ρωτάνε για καταγωγή, φυλή ή χρώμα και άλλα τέτοια.
Η συνύπαρξη έχει τη φυσικότητα ενός λέι απ χωρίς αμυντικούς να σε εμποδίζουν.
Είναι αυτά τα παιδιά και άλλα πολλά που θα μεγαλώσουν φορώντας μια φανέλα ενός παίκτη με ελληνικό όνομα και νιγηριανό επώνυμο.
Και το κρίσιμο ερώτημα είναι: μπορείς να γίνεις χρυσαυγίτης όταν μεγαλώνεις με το όνομα του Αντετοκούνμπο στην πλάτη

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Χωρίς ανάσα, χωρίς τελεία, για την νέα χρονιά





.Ευχήθηκες καλή χρονιά και ύστερα χάθηκες μέσα στο χιόνι που δεν έπεφτε, στο χιόνι που δεν στοιβαζόταν, σ αυτό το χιόνι που ήταν απλώς ένα παρελθόν κακοκαιρίας,  ή μάλλον το παρελθόν συμπυκνωμένο στην μορφή της κακοκαιρίας, σαν ό, τι πέρασε να είχε τη διάρκεια του κατακλυσμού, την διάρκεια αυτή που δεν ξέρεις αν είναι στιγμή, μήνας ή χρόνος αφού τα έξω φαινόμενα ορίζουνε τα πάντα, τα βάζουν να κοιτούν προς την ίδια κατεύθυνση, την κατεύθυνση της βροχής ή της καταστροφής και όλος ο χρόνος που πέρασε σκάει ξαφνικά την στιγμή της νηνεμίας, πριν σταματήσουν όλα, απλά στην ώρα εκείνη που το πάθος του κατακλυσμού κοπάζει, όχι όταν σβήνει, αλλά όταν ηρεμεί και όλα αρχίζουν να κάθονται γύρω μας με τις μορφές τους σαν ανάλαφρες, σαν ξεφορτωμένες από την ένταση αυτών που μόλις πέρασαν –αλλά δεν έχουνε ακόμη περάσει- και έτσι στοιβάζονται σαν χιόνι, όπως αυτό το χιόνι δίπλα σου, το χιόνι αυτό που δεν στοιβάζεται, το χιόνια αυτό που δεν πέφτει, ενώ εσύ λες καλή χρονιά και χάνεσαι μέσα του, σαν κάποιος έτοιμος να χαθεί, αδιάφορος πια για την πορεία του, αφού ήσουν ήδη χαμένος πολύ πιο πριν, τη στιγμή της απόφασης, όχι την στιγμή που ξεστόμισες το ναι δυνατά, ή την στιγμή που σκέφτηκες να υποκύψεις στην πρόταση αλλά εκείνη τη στιγμή που μέσα σου η απόφαση πάρθηκε βουβά, χωρίς λέξεις σαν το πηγούνι σου να στρέφεται και να συνηγορεί, μια μέσα κίνηση που ορίζει όλη την όψη σου όλες τις αποφάσεις, απόφαση ακαριαία, να χαθείς μέσα στο χιόνι που δεν πέφτει, μέσα στο χιόνι της νέας χρονιάς, σαν τους ανθρώπους που χάνονται μέσα σε φουρτούνες και καταιγίδες, σαν τους ανθρώπους που τους καταπίνει η βροχή ή νύχτα, αλλά γνωρίζουν αυτό που τους πολιορκεί, το γνωρίζουν καλά ήδη από την στιγμή της απόφασής τους και παραμένουν αδιάβροχοι τόσο από νερό όσο και από νύχτα, τίποτα δεν τους αγγίζει, μόνο συνεχίζουν την πορεία τους μέσα στην πολιορκία, σαν να προστατεύουν κάτω από το ρούχο τους ένα ναι, ένα όχι, ένα γέλιο θριαμβικό ή μια βλαστήμια, να μην τους τα μουλιάσει η βροχή, να μην τους τα καταπιεί η νύχτα, γενναίοι μέσα στο χιόνι, μέσα στο χιόνι που δεν πέφτει, με κάνουν και σκέφτομαι πως η γενναιότητά είναι στην πραγματικότητα θέμα χρόνου, ιδιοκτησία μόνο αυτών που δεν τους είναι ξένο να απαντήσουν ακαριαία σε όποιο δίλλημα, ακόμα και αν γνωρίζουν πως αργότερα θα το μετανιώσουν, που χάνονται γιατί έτσι το αποφάσισαν, ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε να το αποφασίσουν και η γενναιότητα είναι ακαριαία, πιο πολύ στιγμή παρά μόνιμο χαρακτηριστικό συμβαίνει ξανά και ξανά ως μια εκδοχή, ως ένας διαφορετικός χρόνος της δειλίας, γιατί ‘’δεν υπάρχουν δειλοί’’ μου είχες πει, ‘’μόνο άνθρωποι που καθυστερούν και αυτός ο χρόνος της καθυστέρησης συχνά τους καταπίνει και κάθε τι που έχει νόημα οφείλει να είναι ακαριαίο, ακαριαίο σαν χτύπημα, σαν στραμπούληγμα, σαν το άνοιγμα και το κλείσιμο των ματιών, να έχει το μέγεθος μια κουκίδας, μιας ελάχιστης αμυχής που αφήνει μια βελόνα μέσα στο χρόνο και από εκεί να απλώνεται, να απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις σαν τελευταία ανάσα, όπως ξεχύνεται από το στόμα του ήδη νεκρού, ή σαν πρόταση που ποτέ της δεν συναντάει την τελεία, που τρέχει ατελείωτα από το ένα σημείο του χρόνου στο άλλο, από την αρχή της χρονιάς (καλή χρονιά ευχήθηκες και ύστερα χάθηκες) μέχρι το τέλος, πρόταση από την αρχή της ζωής μέχρι το τέλος της, σαν κάποιος μονίμως δίπλα μας να στενογραφεί τα πεπραγμένα μας, πράξη προς πράξη, λέξη προς λέξη, βλέμμα προς βλέμμα, για να μας τα παρουσιάσει στο τελείωμα όλα μαζί, σαν μια λέξη μικρή ελάχιστη, σχεδόν σαν ρυτίδα, σχεδόν σαν σημείο, σαν σημείο από το οποίο πηγάζουνε όλα, οι εικόνες οι λέξεις, σαν μια ρογμή μέσα στα πράγματα, There is a crack in everything/ That's how the light gets in, σιγοτραγουδάς ενώ φεύγεις, ενώ απομακρύνεσαι και ξανά απομακρύνεσαι, σαν και εσύ να βγήκες ακριβώς από εκείνο εκεί το σημείο, από το σημείο που ξεκινά η ροή της ζωής, η ακατάσχετη φλυαρία της πραγματικότητας και τα άρθρα χωρίς τελείες που και αυτά μαζί με εσένα και μαζί με όλα, λένε καλή χρονιά και χάνονται  μέσα στο χιόνι που δεν πέφτει, στο χιόνι που δεν στοιβάζεται, στο χιόνι που κατοικεί την τελεία του ακαριαίου. 

( στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Φαινόμενα κλινικής σωρρίασης



Κάτι πάει λάθος στους δρόμους της χώρας. Στις πλατείες, στα καφενεία, στις όψεις των κτιρίων. Ενα νέο λάθος που προστίθεται δίπλα σε πολλά άλλα, γεννημένα ή μεγεθυσμένα από το αρχικό λάθος της κρίσης και της λιτότητας.
Από όλα αυτά τα λάθη (σε ένα φάσμα που καλύπτει από εγκληματικές οργανώσεις- κόμματα ή εφημερίδες όπως το «Μακελειό» μέχρι καθημερινές κουβέντες και συμπεριφορές), η περίπτωση του Αρτέμη Σώρρα και της οργάνωσής του με τίτλο «Ελλήνων Συνέλευσις» έμοιαζε το σχετικά πιο άκακο στη γραφικότητά του.
Η ίδια η γραφικότητα περιγράφει το μέγεθός της ως περιορισμένο.
Ποιος μπορεί να δεχτεί πως υπάρχει κάποιος που δηλώνει πως είναι κάτοχος 600 δισ., ότι θα ξεπληρώσει όλα τα χρέη του ελληνικού λαού, ότι βρήκε τα λεφτά από ξεχασμένα ομόλογα της τράπεζας της Ανατολής ή από υπερόπλα των αρχαίων Ελλήνων που πούλησε στον αμερικανικό στρατό, και γίνεται πιστευτός, αποκτά οπαδούς, υφίσταται ως (έστω προς το παρόν περιθωριακό) επιχείρημα στον δημόσιο λόγο;
Και να που όλος αυτός ο δυσλεκτικής συλλογιστικής και ημιπαράφρων λόγος μεταφράζεται σε αφίσες, μαζώξεις σε πλατείες και καφενεία και σε πάνω από 200 γραφεία σε όλη τη χώρα.
Σε έναν ατελείωτο ιντερνετικό θόρυβο γραμμένο με κεφαλαία, όπου οι ακροδεξιές θέσεις συναντούν παράδοξες θεωρίες για αρχαιοελληνικά υπερόπλα, οι αρχαιοελληνικίζοντες νεολογισμοί συναντούν τον βάναυσο βιασμό της ελληνικής ορθογραφίας και παππούδια δίνουν όρκους σε καφενεία, αυτοπροσδιορίζονται «πολεμιστές» και πίνουν νερό στο όνομα του αρχηγού τους.
Σε μια εποχή που η φτώχεια και η εξαθλίωση περιγράφονται ως λογικές επιλογές, το παράλογο εκδικείται με τον δικό του τρόπο.
Απρόσμενα, ακατανόητα, χωρίς να ενδιαφέρεται για ερμηνείες ή για βυθομέτρηση πολιτικών αναλύσεων.
(Περισσότερα στοιχεία για την οργάνωση, τη σχέση της με την Ακροδεξιά ή το οργανωμένο έγκλημα μπορείτε να βρείτε στο σάιτ της εφημερίδας μας ή παντού στο Ιντερνετ.)
Ο Αρτέμης Σώρρας φύεται εκεί που το ελληνικό λούμπεν συναντά την αχανή συνθήκη του Ιντερνετ.
Οταν βρίσκεσαι μπροστά σε μία έκταση όπου το μόνο όριο είναι η φαντασία σου, αλλά ταυτόχρονα τα εργαλεία σου είναι τρομερά περιορισμένα.
Πάνω σε αυτή τη φαντασιακή συνθήκη ήρθε να δημιουργήσει ο εθνοσωτήρας Αρτέμης Σώρρας.
Με την αυτοπεποίθηση περπατημένου «ταρίφα» και την όψη τρακαρισμένου «ταρίφα», βάφτισε ακριβώς αυτό το λίγο «πολύ», ένωσε την πλήρως ελλιπή γνώση και το παραχαραγμένο φαντασιακό σε σχέση με την Ιστορία, με την προσδοκία μιας χτυπημένης μερίδας της κοινωνίας.
Τη μεταφυσική ανωτερότητα της φυλής, με την καταπιεσμένη κατάσταση της ράτσας.
Τις θεωρίες συνωμοσίας και τον αντισημιτισμό, με τον μπακάλικο δικολαβισμό, την αρετή της πιάτσας, την εξωστρέφεια του άνευ όρων λαϊκού ματσισμού.
Πιο πολύ αίρεση ή σέκτα, παρά κόμμα· πιο πολύ ανάπηρος μεσσιανισμός, παρά πολιτική πρόταση.
Γιατί το είδος της πολιτικής στο οποίο εμπίπτει ο Σώρρας είναι ακριβώς η έκλειψη και η παράφραση της πολιτικής.
Με τον ίδιο τρόπο που τα ελληνικά που μιλάει είναι παράφραση αρχαϊκών ή καθαρευουσιάνικων τύπων και η ελληνική Ιστορία στην οποία αναφέρεται είναι παράφραση (όχι της συγκεκριμένης Ιστορίας) αλλά του ίδιου του φαινομένου της Ιστορίας.
Αυτό που προτείνει στους οπαδούς του είναι μία μη διαμεσολαβημένη πολιτική σχέση που τυχαίνει να είναι μη πολιτική αλλά διαμεσολαβημένη.
Γιατί η πολιτική, η Ιστορία, η γλώσσα δεν συλλέγονται αυτόνομες στη φαντασιακή εκδοχή τους από τον Σώρρα.
Εκτρέφονται και παίρνουν σχήμα μέσα σε ένα συνολικό φαντασιακό, στο φαντασιακό της απελπισίας και της εξάντλησης ενός κομματιού της κοινωνίας με βασική έλλειψη εργαλείων ανάλυσης ή έστω διαλόγου.
Με άνευ όρων επιθυμία για πίστη, ανεξάρτητα από αντικείμενα ή κατευθύνσεις.
Ακόμη και για απολύτως φαιδρούς ισχυρισμούς, όπου η ίδια η λογική έχει αντικατασταθεί από την επιθυμία χωρίς καν δικαιολογία.
Από όλους τους φίρερ και φιρερίσκους που γέννησε η κρίση, ο Σώρρας μοιάζει ο πιο κωμικός, αλλά σίγουρα όχι ο λιγότερο επικίνδυνος.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Το χιόνι που πέφτει πάνω στους ζωντανούς και τους νεκρούς



«Αγγέλοι Αγγέλοι
στον ουρανό
Ο ένας ντυμένος αξιωματικός
Ο άλλος μάγειρος
Κι οι υπόλοιποι το ρίχνουν
στο τραγούδι
Φιλόκαλε αξιωματικέ
του ουρανού
Ύστερ’ απ’ τα Χριστούγεννα
Άνοιξη τρυφερή θα σου φέρει
Ήλιο λαμπρό
Να σε παρασημοφορήσει
Ήλιο λαμπρό
Ο μάγειρας ξεπουπουλιάζει μια πάπια
Αχ πέφτει το χιόνι
Χιόνι χιόνι πια
Και δεν έχω την αγάπη μου αγκαλιά»

(Γκ. Απολλιναίρ, Ποιήματα,
μτφ. Ν. Σπάνιας, Γνώση)

Για όποιον μεγάλωσε στην Αθήνα το χιόνι είναι είδος σπάνιο, εξωτικό, πιο πολύ στιγμή παρά καιρικό φαινόμενο, πιο πολύ ανάμνηση παρά παρόν. Γι’ αυτό κάθε που χιονίζει η πόλη μένει ολόκληρη ξαφνιασμένη, σαν να μην γνωρίζει πώς να αντιδράσει, σαν να κάθεται να κοιτά αποσβολωμένη. Και δεν παίρνει έκτακτα μέτρα, δεν γνωρίζει από διαχείριση ή άλλα τέτοια, απλά πλαταίνει το χρόνο ώστε να στοιβάξει ολόκληρη τη στιγμή και ολόκληρο το ξάφνιασμα. Γιατί το γνωρίζει καλά πως το χιόνι θα διαρκέσει μία, το πολύ δύο μέρες, θα ορίσει τις δικές του σχολικές αργίες, θα είναι αυτό που θα αποφασίσει ποιος θα πάει στη δουλειά και ποιος όχι, ποιος θα το διαχειριστεί ως πρόβλημα και ποιος ως παιχνίδι. Μία ή δύο μέρες κάθε δύο ή τρία χρόνια, ποτέ τόσο ώστε να καλύψει την ταύτισή του με τον χειμώνα (όπως αντίθετα η θάλασσα καταφέρνει με το καλοκαίρι), ποτέ τόσο ώστε να πούμε πως φέτος χιόνισε, ποτέ τόσο ώστε να είναι χιόνι.
Το χιόνι είναι η ενσάρκωση του έκτακτου, η υπενθύμιση μιας ομορφιάς εκτός κανονικότητας, η οικειότητα του ανοίκειου. Σαν στάχτη από κάποια πυρκαγιά που έπιασε κάπου μακριά, σε τόπους μακρινούς και ξεχασμένους και μεταφέρεται μέσα στους χρόνους για να αποθέσει τον εαυτό του δίπλα μας ή σαν πιτυρίδα μιας κεφαλής με διάμετρο χιλιομέτρων που τίναξε τα μαλλιά της κάπου ψιλά στον αχανή ουρανό και τώρα έρχεται απειλητικά κατά πάνω μας. Βαμβάκι που ντύνει τις επιφάνειες κάνοντας τα πράγματα να μοιάζουν πιο φιλικά, πιο μαλακά, χωρίς αγκάθι. Καταψύκτης που συντηρεί μάταια για λίγες ώρες μόνο την υπόλοιπη χρονιά παγώνοντας τα πάντα στο άγγιγμά του.
Το χιόνι αυτό πέφτει κάθετα μέσα στο σύμπαν. Δεν ξεκινάει ούτε σταματά, δεν αρχίζει ούτε φτάνει, μόνο κάθετο κινείται σαν ατέρμονη διαδικασία μπροστά στα μάτια μας, σαν ροή χωρίς σκοπό, γιατί είναι η ίδια ο σκοπός, η ροή η ατελείωτη ροή.

Πιο ανθεκτικό από τη βροχή ταξινομεί τον εαυτό του, τον στοιβάζει σε ορατά σημεία, σου υπενθυμίζει την πτώση του με την παραμονή του στο έδαφος. Δεν ζητάει να φύγει –τουλάχιστον όχι ακόμη- περήφανο στο να δημιουργεί σχήματα, σχήματα δικά του. Όχι λακκούβες ή ρυάκια, αλλά τεμάχια όπως αυτά προσφέρονται αποκλειστικά, στην σκληρότητα των φτυαριών, στην μαλακότητα των παιδιών.
Και αν υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στο χιόνι -πέρα από την όψη του- αυτό είναι η ησυχία της πτώσης του, ο σιωπηλός του κρότος όταν συναντάει ξανά και ξανά το έδαφος, μια ήσυχη μετακίνηση ενός τεράστιου όγκου διακεκομμένου, τμηματικού μέχρι το άπειρο. Σιωπηλά, ψιθυριστά στοιβάζεται όλη τη νύχτα.

Τις νύχτες όταν τα φώτα της πόλης πέφτουν με πάταγο πάνω στις χιονισμένες επιφάνειες που μεγαλώνουν και ξανά μεγαλώνουν, βγαίνουν μέσα από χιονισμένες τρύπες οι χρυσοθήρες. Φερμένοι από άλλες εποχές, βγαλμένοι κατ’ ευθείαν μέσα από τη γη, εξοπλισμένοι με αξίνες, έλκηθρα και πλήρη ρουχισμό. Βγαίνουν στους δρόμους της Αθήνας φερμένοι από κάποια Αλάσκα και κάποια Σιβηρία, από κάποιο Κλοντάικ του χρόνου. Ξαφνιασμένοι διαβαίνουν την απολύτως άδεια πόλη ψάχνοντας. Όχι τόσο το χρυσάφι –αυτό το άφησαν πίσω στη δική τους εποχή, άλλωστε είναι γνωστό σε όλους πια τους αιώνες το πόσο άδεια από χρυσάφι είναι η δική μας εποχή. Ψάχνουν πάνω στα χιονισμένα παρμπρίζ και τα χιονισμένα πρεβάζια, τους παγωμένους δρόμους και τις ξέχειλες λακκούβες. Τις νύχτες βγαίνουν στους δρόμους της Αθήνας μέσα από τις χιονισμένες τρύπες τους οι χρυσοθήρες. Και ψάχνουν να βρουν εκείνη την πρώτη φλόγα που θα μπορέσει να δώσει ξανά, στην πόλη ολόκληρη, φωτιά.

(ο τίτλος είναι δανεισμένος από τη νουβέλα του Τζαίημς Τζόυς «Οι νεκροί»)


(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Αγαπητό 2016…



Και ενώ οι μέρες περνούν και πλησιάζουμε σταθερά προς την Πρωτοχρονιά τα πλήθη φαντασιακά συνάζονται ήδη για να γιορτάσουν ένα χαρμόσυνο γεγονός.
Οχι τον ερχομό του νέου έτους αλλά τον θάνατο του παλαιού.
Το 2016 θα μείνει χαραγμένο στις μνήμες ως ένα άσχημο έτος, τόσο τρομακτικό που θα προσπαθείς να το θυμηθείς για να σου φύγει ο λόξιγκας ή για να πείσεις τον γιο σου να φάει το σπανακόρυζο.
Το μόνο που σώζει το 2016 είναι πως έχουμε βάσιμες υποψίες ότι το 2017 θα είναι ακόμη χειρότερο.
Για πολλούς το «λάθος» 2016 αποτυπώνεται στη μαζική εκκαθάριση εγχώριων και ξένων σταρ, σε μια καταμέτρηση θανάτων διάσημων ατόμων.
Ενώ κάτι τέτοιο φαινομενικά μπορεί να μοιάζει ανόητο ή ακόμα και απάνθρωπο σε σχέση με τα υπόλοιπα γεγονότα που χαρακτηρίζουν το έτος, έχω την αίσθηση πως δεν είναι.
Ολος αυτός ο εύκολος διαδικτυακός θρήνος δεν έχει να κάνει με το πένθος, με το γεγονός πως έφυγε κάποιος που θα μπορούσε να δώσει ακόμα περισσότερα (άρα έφυγε και η δυνατότητά μας να έρθουμε σε επαφή με νέα δημιουργήματα).
Αν το καλοσκεφτεί κανείς οι περισσότεροι από τους καλλιτέχνες που έφυγαν το 2016 ήταν ανενεργοί.
Πιο πολύ νομίζω πως πενθούμε για την απώλεια της χαμένης οικειότητας, για ένα κομμάτι που οριακά μπορεί να είχαμε ξεχάσει πως μας δομεί και που το αντιλαμβανόμαστε μονάχα σαν το χάσουμε.
 Είναι αυτή η μονομερής οικειότητα που ακόμα και στον μονόδρομό της παύει, αυτή η αμήχανη θλίψη που βασίζεται σε μια φαντασιακή σχέση η οποία τώρα αποκαλύπτεται και ταυτόχρονα μεταμορφώνεται –χωρίς να αλλάζει– σε παρελθόν.
Στην πραγματικότητα το πλαστικό πένθος είναι ένα παρήγορο πένθος.
Μια και θολώνει τη μεγάλη εικόνα που είναι πολλαπλά χειρότερη: ο πόλεμος στη Συρία κλιμακώνεται, η προσφυγική κρίση γιγαντώνεται, η διαχείρισή της από την Ευρωπαϊκή Ενωση πάει όλο και πιο δεξιά, η Ακροδεξιά κερδίζει έδαφος παντού, η λιτότητα καλπάζει, οι παγκόσμιες ισορροπίες διαταράσσονται ξεκινώντας αυτό που πολλοί ονόμασαν «δεύτερο ψυχρό πόλεμο».
Η εκλογή Τραμπ, η κατάσταση στην Τουρκία του Ερντογάν, η επιβολή ακόμη περισσότερης λιτότητας στην Ευρώπη, τα τρομοκρατικά χτυπήματα και η διαχείρισή τους είναι μόνο κάποια από τα γεγονότα που θα μας κάνουμε να θυμόμαστε το έτος 2016.

Αγαπητό 2016,
Αν ήσουν χρώμα θα ήσουν σάπιο μήλο.
Αν ήσουν μήλο θα ήσουν και πάλι σάπιο μήλο.
Αν ήσουν φαγητό θα ήσουν το δεν-ξέρω-τι-πράγμα-είναι-αυτό-αλλά-δεν-το-βάζω-στο-στόμα-μου.
Αν ήσουν συμμαθητής θα ήσουν αυτός που πήρε πολύ σοβαρά τη δουλειά του απουσιολογίου δίνοντάς μας άλλοθι να σε σιχαινόμαστε (κάτι το οποίο συνέβαινε έτσι κι αλλιώς). Δικαιωθήκαμε όταν πήγες στη Βουλή των Εφήβων και μίλησες για την πατρίδα, την εκκλησία και πάνω απ’ όλα υγεία. Είσαι ο θείος που πάντα υποψιαζόμαστε, αυτός που λέει «εγώ θα κάτσω εδώ με τη νεολαία».
Αν ήσουν στιγμή της ημέρας θα ήσουν η στιγμή που ανάβουμε το τελευταίο τσιγάρο μέχρι με την πρώτη ρουφηξιά να ανακαλύψουμε πως το ανάψαμε από το φίλτρο.
Αν ήσουν καθημερινή κουβέντα θα ξεκίναγες με το «Εγώ δεν είμαι ρατσιστής αλλά…».
Αν ήσουν ποίημα σίγουρα θα είχες γραφτεί στο facebook, αν ήσουν όχημα θα ήσουν καμένο τρόλεϊ για πολιτικούς λόγους.
Αν ήσουν γενέθλια σίγουρα θα έπεφτες 29 Φεβρουαρίου και θα γιόρταζες μία κάθε 4 χρόνια.
Αν ήσουν τραγούδι θα σε παίζαμε ανάποδα για να ανακαλύψουμε τα σατανιστικά σου μηνύματα, αλλά το μόνο που θα ακουγόταν εκεί θα ήταν η Μαρινέλλα να τραγουδάει κανονικά.
Αν ήσουν ποτό ήδη έχουμε τυφλωθεί εξαιτίας σου, αν ήσουν αμαρτία σε θάψαμε κάπου στη Σιβηρία και αν είσαι το τελευταίο κομμάτι πίτσας ήδη μου έπεσες από τα χέρια.

Ω 2016, και η χειρότερη στιγμή σου είναι η διαπίστωση πως είσαι μια χρονιά από το μέλλον μας και όχι από το παρελθόν μας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Προς Βασίλη (Άγιο)


Αγαπητέ Βασίλη, ήρθε η ώρα να αναμετρηθούμε. Εσύ με την αιώνια αισιοδοξία μιας υπόσχεσης που θα τηρηθεί ακόμη και αν αντιβαίνει στους νόμους της φυσικής και της οικονομίας και εμείς εδώ με τους λογαριασμούς, τα χρέη και τις παλινωδίες μας. Εσύ με την εικονογραφημένη σου πραγματικότητα, ξυλόγλυπτη και στολισμένη να αναβοσβήνει σαν υποχρέωση χαράς και μεις με τις κατάρες μας να κυνηγάνε τις ευχές σου. Εσύ, η χοληστερίνη προσωποποιημένη χωρίς φόβο για σώμα ή για αναπνοή κι εμεις μονίμως να σκοντάφτουμε στις στοιβαγμένες μας ανάσες.
Εσύ η θλιβερή εικόνα στην οποία προσωποποιήσαμε τις επιθυμίες μας. Άκακος, ανώδυνος, σαν κάθε τι που μπορεί να ειπωθεί δημόσια, να χωρέσει στις αγορές και τις πωλήσεις, να γίνει τόσο συγκεκριμένο ώστε να αποκτήσει τιμή. Μονίμως γερασμένος σαν άνθρωπος χωρίς επιθυμίες, ικανός να κάνει παρέα αποκλειστικά με ταράνδους και με χιόνια. Εκμεταλλευτής των ξωτικών στα αμέτρητα sweatshops της καταπίεσης και της παράνομης εργασίας. Εισαγόμενος σαν παστουρμάς από την Καισαρεία και κρυμμένος σαν ρώσος φυγάς, μαφιόζος κάπου στη Λαπωνία. Θιασώτης της βίας στα ζώα που από το πολύ μαστίγωμα έκανε ακόμα και τους ταράνδους να πετάνε. Ερασιτέχνης διαρρήκτης που έχει εισβάλει σε κάθε σπίτι του δυτικού κόσμου με προτίμηση όσους πληρούν τις οικονομικές προϋποθέσεις ώστε να πληρώσουν τις υπηρεσίες του. Όρθιος και κόκκινος σαν απαγορευτικό με παπούτσια, επιδεικτικά γενειοφόρος ώστε να μας κάνει να ξεχάσουμε την αγία μορφή του Καρόλου Μαρξ.

Ω εσύ Βασίλη και Βασίλιε που εισβάλεις στις παιδικές μας εικόνες γεμάτος δώρο και ανταμοιβές, άγιε της αγοραπωλησίας και της Coca-cola, ντυμένος σαν κόκκινο χαλί που πάνω του θα περπατήσει όλη μας η ματαιοδοξία, γεννημένη ακριβώς την ώρα της συναλλαγής μαζί σου.
 
Και πάρε τις περασμένες μας ευχές, που ισχύουν κάθε χρόνο στο ακέραιο: «Άναψε μια λαμπάδα πάνω απ όλη την εορταστική χοληστερίνη και όταν τα παιδιά χτυπήσουν για τα κάλαντα δωροδόκησέ τα -όχι με λεφτά, όχι με γλυκά- αλλά με φωτογραφίες του Λένιν, του Αρθούρου Ρεμπώ και του Τζέκινς Χαν (γράψε πίσω από τις φωτογραφίες το σύνθημα: «το πρωινό ξύπνημα μας εξαγριώνει’»).Μάζεψε αρκετό χαρτί περιτυλίγματος ώστε να πακετάρεις τέσσερα χρόνια κρίσης. Πάρε ένα μαγκάλι να κάψεις μέσα του όλη την αθωότητα των κυνικών, να ζεστάνεις όλη σου την απώλειά. Μια ευχή στην πρόποση που δεν ακούστηκε καθαρά και ύστερα μεταμφιέστηκε σε όλες τις ευχές και όλες τις προπόσεις. Πάρε όλη αυτή τη σιωπή που γδέρνει απλωμένη μπρος στο καινούριο που τόσο σε φοβίζει (όλους μας φοβίζει). Την μοναξιά στην πλατεία Συντάγματος, όλα όσα δίνουν αυτοί που δεν έχουν. Τον φίλο που μετρά αντίστροφα στο Skype μαζί μας, σε κάποια εστία, κάποιου πανεπιστημίου, κάπου μακριά. Πάρε ένα διακόπτη που σβήνει όλα τα ηλίθια λαμπιόνια των μπαλκονιών. Έναν πρωτοχρονιάτικο λαχνό που κερδίζει 1)ένα πολυμίξερ, 2)μια σακούλα χασίς, 3)λίγη κατανόηση.

Πάρε το μικρό τυμπανιστή και μάθε τον να παίζει ντραμς, μπας και σταματήσει να μυξοκλαίει. Το «Ζυστίν» του Μαρκησίου Ντε Σαντ και χάρισε το σε κάποιον Μητροπολίτη (για πλάκα). Το πλαστικό δέντρο που ποτίζουμε όλο το χρόνο, τα Χριστούγεννα όλων των αγέννητων συγγενών.
Πάρε μια κάλτσα γιορτινή που σκόνταψε και έπεσε στο τζάκι και το βλέμμα του 6χρονου που την κοιτά να καίγεται και χαίρεται γιατί είναι κατά της παγκοσμιοποίησης των γιορτών και της ημερολογιακά και εμπορικά επιβεβλημένης ευωχίας. Το τζάκι ενός εγωιστή γίγαντα, το οποίο ανάβει με συνέπεια κάθε βράδυ των γιορτών ώστε να καψαλίσει αυτό τον εισβολέα των δώρων, τον ενοχλητικό, αλκοολικό χοντρομπαλά του γιοχοχό και της κοκακόλας. Πάρε κυρίως το δράμα του δυσλεκτικού ξαδέρφου μου που πάντα μπέρδευε τον Ρούντολφ το ελαφάκι, με τον Ρούντολφ Ες των Ναζί.

Όχι με ημερολόγια, όχι με πρωτοχρονιές, όχι με αντίστροφες μετρήσεις. Έτσι μετριέται ο πραγματικός χρόνος για όλους εμάς. Λίγο να στεκόμαστε μαζί και λίγο να τρέχουμε τρομαγμένοι».

Φέτος θα κρατήσουμε τα τζάκια μας να καίνε μέχρι το πρωί. Και η γιαγιά θα παραφυλάει με το δίκαννο, οπλισμένη μέχρι να φέξει.

(στην εφημέριδα Εποχή)

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Ενοικοι στο κεχριμπάρι του χρόνου


(συνέχεια στο προηγούμενο)

Ισως να μη μεγαλώσαμε ποτέ γιατί όλοι οι ήρωές μας πεθάναν νέοι.
Τα πρόσωπα που μας γοήτευσαν είναι πρόσωπα που χάθηκαν νωρίς. Ηθοποιοί, μουσικοί, ποιητές.
Πρόσωπα καταδικασμένα να μη γεράσουνε ποτέ. Και δεν θα πεθάνουνε ποτέ, μα θα πεθαίνουν κάθε μέρα (όπως λέει και ο ποιητής).
Αφού ο θάνατος είναι κυρίαρχος στην καταγραφή της ζωής τους. Της ζωής την οποία εκείνος έπαψε. Ισως πολλές φορές πιο έντονα και από το έργο τους.
Ο θάνατός τους είναι η βιογραφία τους.
Ο Μόρισον, ο Κομπέιν, ο Ραντιγκέ, ο Βιγκό, ο Ρίβερ Φίνιξ, ο Τζέιμς Ντιν, ο Χιθ Λέτζερ. Οι λεγεώνες των πρόωρα χαμένων.
Αυτών που ταύτισαν τη νεότητα με την ηλικία, αυτών που ταύτισαν τον ενθουσιασμό του ξεκινήματος με την απότομη ανακούφιση του τερματισμού.
Ο θάνατος τους διαπερνά αναδρομικά, με αντίθετη φορά, σαν όλα τα γεγονότα να οδηγούν ακριβώς εκεί.
Με τρόπο πιο έντονο απ’ ό,τι συμβαίνει με όλους τους άλλους.
Η Σίλβια Πλαθ, ο Κιτς, οι Σέλεϊ. Μαζί τους και ο Αρθούρος Ρεμπό, που διάλεξε να πεθάνει δίχως θάνατο σταματώντας να γράφει στα 19.
Ολοι τους εκβάλλουν στον πρόωρο χαμό. Και αυτός σε ανταπόδοση τους συντηρεί στους αιώνες, φωτογενείς μέσα στον χρόνο που γερνά.
Ο θάνατος βουτάει τα γεγονότα στο κεχριμπάρι. Τα ανασύρει από το παρελθόν, όμοια ξανά και ξανά.
Εμφανίζει ξανά και ξανά την ίδια εικόνα. Μια εικόνα που δρα αντίθετα σ' αυτόν τον ίδιο.
Που υπενθυμίζει ταυτόχρονα την πρόωρη άνοιξη και τον ακαριαίο χειμώνα. Αυτό το μείγμα και αυτή η ταύτιση νεανικής ευαισθησίας και πένθους.
Γι' αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τον ψίθυρο των πρόωρα χαμένων, το έργο τους μεταμορφώνεται σε μια υπόσχεση που δεν ευοδώθηκε.
Διαβάζοντας τα κείμενα, τους δίσκους, τις ταινίες, μονίμως υπογραμμίζουν τα αυριανά έργα τους που δεν πραγματοποιήθηκαν.
Τα έργα τους χάνουν την αυτοτέλειά τους, γίνονται υπόθεση εργασίας για όσα τελικά δεν ήρθαν.
Και ίσως τελικά η βασική συνθήκη που τους κατέστησε ήρωες να ήταν αυτός ο πρόωρος χαμός τους.
Πρόσωπα οριστικά, που εκκρεμούν ακόμη ως αιώνιες μη απαντημένες προοπτικές. Ως δυνατότητες που καταγράφηκαν και νοερά συνεχίζουν.
Μα για όλους όσοι αγάπησαν τους πρόωρα χαμένους, το έργο που προηγήθηκε του θανάτου τους γίνεται προοπτική της ζωής τους μετά τον θάνατό τους.
Ο θάνατος είναι απλά το κέντρο. Το πριν και το μετά δύο όμοιες υποσχέσεις που απαντήθηκαν.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί σε όλα τα βιβλία και τα λήμματα των εγκυκλοπαιδειών οι φωτογραφίες των συγγραφέων τούς δείχνουν γερασμένους.
Σαν η ηλικία να προσπαθεί να επιβεβαιώσει τη σοβαρότητα των έργων, το βάθος της δημιουργίας. Σαν η τέχνη να είναι μια υπόθεση για τους μεγάλους.
Οι πρόωρα χαμένοι λοιπόν μας προστατεύουν από την ηλικία, προστατεύουν τους καλλιτέχνες που γέρασαν από το ίδιο τους το γήρας και τελικά την ίδια την τέχνη από τον χρόνο.
Είναι ο εθισμός μας στο οριστικό. Οχι στο οριστικό του θανάτου. Στο οριστικό μιας νεότητας που δεν φθείρεται. Και έτσι εμείς ζητούμε να βρούμε λίγο χώρο στο κεχριμπάρι.
Να συντηρήσουμε τους τρόπους και το ακαριαίο του -εδώ και τώρα- που είναι η νεότητα. Και τα γεγονότα γύρω μάς προσπερνούν.
Πορτοφολάδες βουτούν μονίμως τα ημερολόγιά μας.
Σιγά σιγά γινόμαστε γονείς των ηρώων μας (ή έστω των ηλικιών τους), αφήνουμε αμήχανα το παράδειγμά τους και αναζητούμε νέες βιογραφίες.
Αμήχανα, αφού ποτέ δεν διδαχτήκαμε το τι σημαίνει να ωριμάζεις, πόσο μάλλον να γερνάς. Ισως -σκεφτόμαστε- να μη μεγαλώσουμε ποτέ, αφού οι ήρωές μας πεθάναν όλοι νέοι.
Και οι πρόωρα χαμένοι που αγαπήσαμε κατοικούν για πάντα μέσα μας.
Και έτσι ανέγγιχτοι και νέοι μάς διδάσκουν (για τελευταία φορά) πως η ηλικία είναι μία και ατόφια.
Και πως αποκτά το νέο νόημά της μονάχα όταν τη χαρίζεις ολόκληρη σε μια νεόκοπη ανάσα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Η πραγματικότητα ως φόνος, ο φόνος ως θέαμα


«Game 2: Winter», είναι ο τίτλος ενός νέου ρωσικού ριάλιτι που θα ξεκινήσει στη Ρωσία το 2017. Το παιχνίδι θα αποτελεί μία δοκιμασία επιβίωσης στην παγωμένη Σιβηρία, με τη θερμοκρασία να φτάνει τους μείον 40 βαθμούς Κελσίου, τις αρκούδες και τους λύκους να κόβουν βόλτες στην περιοχή και τους 30 συμμετέχοντες (15 άνδρες και 15 γυναίκες) να εκπαιδεύονται από πρώην ρώσους μυστικούς πράκτορες. Οι διαγωνιζόμενοι θα πρέπει να πληρώσουν 165.000 δολάρια για να λάβουν μέρος, ενώ ο εξοπλισμός τους θα περιορίζεται σε ένα μαχαίρι. Σε πολλούς η ρωσική αυτή καφρίλα θα θύμιζε ταινίες όπως το Battle Royale  ή το Hunger Games. Εδώ, όμως, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεταφορά, αλλά σε μια κυριολεξία. Όπως περιγράφει και ο εμπνευστής του παιχνιδιού, ο επιχειρηματίας Yevgeny Pyatkovsky, οι υπεύθυνοι «θα αρνηθούν κάθε απαίτηση των συμμετεχόντων ακόμα και αν σκοτωθούν ή βιαστούν». Ο φόνος, ή ο βιασμός είναι προφανώς πράξεις ποινικά κολάσιμες στη Ρωσία και σε περίπτωση που συμβούν, θα διώκονται. Δεν θα παίζουν, όμως, ρόλο στη διεξαγωγή του παιχνιδιού και στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων. Για τα γυρίσματα θα χρησιμοποιηθούν 2.000 κάμερες, οι όποιες θα είναι τοποθετημένες στην περιοχή. Ήδη 5 χώρες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον να μεταδώσουν το παιχνίδι. Η εικονική πραγματικότητα της εποχής μας, με το συγκεκριμένο ριάλιτι μας εξασφάλισε έναν νέο πάτο.

Όταν τα ριάλιτι αντιγράφουν την πραγματικότητα

Τα ριάλιτι ξεκίνησαν ως μια προσπάθεια να καταγραφεί η πραγματικότητα και να πουληθεί ως θέαμα. Η ιδέα της παρακολούθησης από μια νόμιμη κλειδαρότρυπα, η θέαση του ευτελούς σε καθημερινή βάση, η οποία κολάκευε το θεατή, τόνωνε την απόλυτη ταύτιση με έναν απόλυτα αδιάφορο αντικείμενο, δημιουργούσε την ψευδαίσθηση εξουσίας πάνω στην τύχη ενός ανθρώπου μέσα από ψηφοφορίες, ήταν στοιχεία που εκτίναξαν το είδος των reality game shows, ξεκινώντας στην Ολλανδία κάπου το μακρινό 1999. Από τότε ο κόσμος (τόσο ο πραγματικός όσο και ο ψηφιακός) άλλαξαν πολύ.

Όταν η πραγματικότητα αντιγράφει τα ριάλιτι

Είναι πια η πραγματικότητα αυτή που αντιγράφει τα ριάλιτι. Ποζάρει ώστε να φωτογραφηθεί και να δημοσιευθεί, ταΐζοντας αδηφάγους λογαριασμούς, που διαρκώς πρέπει να ενημερώνονται, εντάσσει τον εαυτό της σε σελίδες αναφέροντας το σημείο στο οποίο βρίσκεται, το τι έφαγε, τον ποιον είδε, νιώθει αρμόδια και επαρκής, αλλά πάνω απ’ όλα υποχρεωμένη να εκφράσει άποψη επί παντός επιστητού.  Και κυρίως καταλήγει σε αυτή τη στάση χωρίς καμία πίεση, χωρίς καμία επιβολή. Ενσωματώνοντας επιταγές που κάποτε θα έμοιαζαν ακραίες, προσπαθώντας για επιπλέον επίβλεψη. Μια επίβλεψη ταυτισμένη με τη ματαιοδοξία ενός φαντασιακού προφίλ που λέει περισσότερα για την επιθυμία, παρά για την πραγματικότητα. Καταγράφει τη βία της σε ξυλοδαρμούς και την ανεβάζει σε διαδικτυακή κοινή θέα (τα παραδείγματα και πάλι από τη Ρωσία είναι χιλιάδες στο youtube), κατασκευάζει τον τρόμο και τον προπαγανδίζει σε βίντεο εκτελέσεων και αποκεφαλισμών, σκορπώντας πανικό στους εχθρούς που θα βρει μπροστά του (παράδειγμα ISIS).

Ο Χειμώνας της πραγματικότητας

To Game 2: Winter εντάσσει αυτό τον ανεστραμμένο κόσμο στο πεδίο του ριάλιτι. Εκλαμβάνει ως πραγματικότητα την ανεστραμμένη αποτύπωση της πραγματικότητας και την πουλάει στον υπερθετικό της βαθμό. Για να βρει και να πουλήσει ζωή, φτάνει όλα τα στοιχεία που τη συντηρούν -την επιβίωση, την αντίσταση στον βιασμό ή στον φόνο- στο βαθμό μηδέν. Στον ανεστραμμένο αυτό κόσμο, η ηθική εντάσσεται ως μια αμφίβολη αισθητική, σε μια συνθήκη όπου η πράξη μετριέται ως εντυπωσιασμός και όχι ως πραγματική επίπτωση. Ο φόνος αποκτάει νόημα όταν προκαλεί εντυπώσεις και όχι όταν προκαλεί θάνατο. Πέρα από τον εμφανή κυνισμό, από το θέαμα της αρένας ως τροφή για αποχαυνωμένους, το ριάλιτι μας μιλά και για την εξαέρωση της αξιοπρέπειας στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης καταγραφής. Για τα όρια αυτά που κάποιος θα πληρώσει για να τα υπερβεί. Για το δικαίωμα να σκοτώνεις και να σκοτώνεσαι σε κοινή θέα. Για τον διπλανό μας σαν δυνητικό τηλεοπτικό μας εχθρό, στο όνειρο ενός ρώσου μαφιόζου. Και αν διαβάζοντας την είδηση αυτή πιστεύουμε πως απλώς ερχόμαστε σε επαφή με μια εξωτική ακρότητα σε κάποια μακρινή χώρα, κάνουμε λάθος. Ο ψηφιακός αυτός κόσμος είναι κοινός και εμείς τον κοιτάμε, ακόμα και αν δεν είμαστε θεατές του. Και είτε το θέλουμε, είτε όχι, μας κοιτάει και αυτός.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Μεταμορφώσεις της νεότητας



Η νεότητα, η ωρίμανση, η ηλικία. Μέσα στο ατελείωτο ξάφνιασμα που είναι η κρίση (στην αριστερή και δεξιά μνημονιακή εκδοχή και διαχείρισή της), κάθε τι πρέπει να επαναπροσδιοριστεί.
Δεν υπάρχει εδώ η βεβαιότητα της αυστηρά προσδιορισμένης περιόδου, η απόλυτη κυριολεξία των αριθμών, η απόλυτη κατάφαση των ληξιαρχείων.
Και αν μάθαμε να μετράμε τις χρονιές μέσα από ημερολόγια -όμοια όπως το θερμόμετρο μετράει τον πυρετό μας-, τώρα καλούμαστε να μάθουμε από την αρχή να συντάσσουμε ημερολόγια.
Οσοι μπήκανε νέοι μέσα στην κρίση, το πρώτο πράγμα που κλήθηκαν να νοηματοδοτήσουν από την αρχή ήταν ακριβώς η ηλικία και η θέση της ηλικίας στην κοινωνία.
Η νεότητα από υπόσχεση μεταμορφώθηκε στο απόλυτο ρητορικό επιχείρημα προς αλίευση εύκολου συναισθήματος.
Κάθε σκληρό μέτρο και ταυτόχρονα κάθε αντιπολιτευτική υπόσχεση είχε ως αναφορά μια φαντασιακή νεολαία, ένα αμφίβολο σώμα με κοινά χαρακτηριστικά, κοινές καταβολές και κοινή προοπτική.
Ολα αυτά φυσικά καμία σχέση δεν είχαν με την πραγματική ηλικία. Στην πραγματικότητα αποτελούν μια μετάθεση της παλιάς (και ταυτόχρονα πρόσφατης ) θέασης της ηλικίας στα νέα δεδομένα.
Μια μεταφορά παλιών υποσχέσεων, επιθυμιών και απαιτήσεων σε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον.
Η ίδια η πρόσφατη ιστορία της νεότητας άλλωστε μας αποκαλύπτει πως ποτέ της δεν ήταν κάτι το σταθερό. Μέσα στον μεταπολεμικό κόσμο άλλαξε ξανά και ξανά μορφή και πρόσωπο, διεκδίκησε νέα όρια, κατοίκησε νέα πεδία.
Ηδη από τη δεκαετία του '50 η νεότητα έπαυσε να αντιμετωπίζεται ως προθάλαμος για την ενήλικη ζωή. Απέκτησε αυτοτέλεια, δικαίωμα στην έκφραση και τον αυτοπροσδιορισμό.
Ταυτόχρονα, βέβαια, αντιμετωπίστηκε ως ένα ιδανικό πεδίο καταναλωτικής εκμετάλλευσης. Τα χαρακτηριστικά της νεολαιίστικης κουλτούρας αποκωδικοποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν εκ νέου, ταξινομήθηκαν και τελικά σε κάποιο σημείο γύρω στη δεκαετία του '80 απονευρώθηκαν.
Ο νέος εμφανίστηκε ως ο ιδανικός υπήκοος στη χώρα της αποχαύνωσης. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που η ηλικία έπαψε να αποτελεί προϋπόθεση νεότητας.
Ο νέος έγινε ένας ανθρωπότυπος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η αφέλεια, το ατελείωτο και άνευ όρων αίτημα για διασκέδαση, η ευεξία, ο ηδονισμός χωρίς πάθος, η υπέρβαση της φθοράς μέσα από τη γυμναστική ή μέσα από πλαστικές παρεμβάσεις έγιναν επιταγές καθολικές και μέσα από πρότυπα, διαφημίσεις, περιοδικά κατοχυρώθηκαν σχεδόν ως διαταγές κοινωνικής αποδοχής.
Ο νέος έπαψε να είναι νέος, απλώς ήταν ο άνθρωπος αυτός που βρισκόταν στις κατάλληλες συνθήκες ώστε μέσα από συγκεκριμένες επιλογές και πράξεις να είναι περισσότερο και με καλύτερο τρόπο νέος απ’ όσο οι άλλοι.
Η συνθήκη αυτή στη χώρα μας (αλλά και σε άλλες χώρες) ήρθε να συναντηθεί με το χαζοχαρούμενο ψέμα της μόνιμης προόδου, της ανάπτυξης δίχως πισωγυρίσματα, της άνευ όρων ευημερίας.
Δεν είναι παράλογο λοιπόν πως όσοι από εμάς πάτησαν τη νεότητα στα χρόνια λίγο πριν από την κρίση βρέθηκαν εκτεθειμένοι στην ατελείωτη αντηλιά των μαγικών προοπτικών.
Ως νέος δεν ξεκινούσες απλώς τη ζωή σου, ξεκινούσες και την καριέρα σου. Σε τέτοιο βαθμό ταυτίστηκαν τα δύο άκαμπτα θετικά πρόσημα ώστε για λίγο πιστέψαμε πως είναι το ίδιο πράγμα.
Με την απόλυτη λοιπόν κατάρρευση της ευημερίας, ξαφνικά αισθανθήκαμε πως χάσαμε και τη νεότητα. Και σίγουρα τη χάσαμε. Οχι όμως την ηλικία.
Την άλλη νεότητα, την πλαστική και χαζοχαρούμενη, αυτή που αναζητά μόνο την επιβεβαίωσή της και τρέφεται αποκλειστικά με καθρέφτες. Η νεότητα κατέρρευσε σαν μια μάσκα όμοια με το πρόσωπο που καλύπτει. Ομοια αλλά απολύτως κάλπικη.
Κι έτσι μένουμε εδώ με την άλλη νεότητα. Αυτή που τόσο καιρό αποφεύγαμε. Αυτή που τόσο καιρό μάς συνόδευε, ζηλεύοντας ίσως, αλλά χωρίς να μας ενοχλεί.
Αυτή τη νεότητα καλούμαστε τώρα να επαναπροσδιορίσουμε. Να δούμε τι ακριβώς σημαίνει να είσαι νέος υπό αυτές τις συνθήκες, να επανανοηματοδοτήσουμε την προοπτική, την απαίτηση, την ωρίμανση.
Γιατί ο προσδιορισμός της νεότητας ορίζει και την επιβεβλημένη μας έξοδο από αυτήν. Προς το παρόν παραμένουμε εκκρεμείς, χωρίς χρονολόγηση, εγκλωβισμένοι σε ένα κενό ηλικίας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Φοιτητές, Τάπαζ και Τηνιακό


«Μετά από περίπου 80 χρόνια ιστορίας, το μαγαζί που κανείς, ποτέ δεν περίμενε ότι θα αλλάξει έστω και στο ελάχιστο, θα ανοίξει για τελευταία φορά. Το event αυτό εξυπηρετεί το σκοπό του να γίνει ένα θεαματικό κλείσιμο, όπως αρμόζει σε αυτόν τον πολύ ιδιαίτερο, και για πολλούς σημείο αναφοράς, χώρο. #JeSuisΤηνιακό»
Κάπως έτσι πληροφορηθήκαμε από Event στο Facebook πως το ιστορικό μαγαζί πρόκειται να κλείσει. Το καφενείο κάτω από την αδελφότητα Τηνίων στη λεωφόρο Αλεξάνδρας υπήρξε ένα διακριτό σημείο. Σημείο τόσο στην πόλη, όσο και στην ηλικία μας.


Το Τηνιακό υπήρξε το φοιτητικό στέκι απ’ όπου όλοι -μα όλοι- πέρασαν, ένα ατελείωτο Jour Fixe στο οποίο δεν γινόταν να μην πετύχεις κάποιον φίλο ή γνωστό. Σε κουρασμένες καθημερινές ή αχαλίνωτα σαββατοκύριακα. Σε απλωμένα καλοκαίρια ή στριμωγμένους χειμώνες. Χώροι σαν το Τηνιακό είναι αυτοί που μας συνδιαμόρφωσαν. Πολιτικές και καλλιτεχνικές κουβέντες, με την απολυτότητα και την παράφραση της ηλικίας. Ατελείωτες κουβέντες που δεν καταλήγουν πουθενά, ή ξεκινούν από το πουθενά για να διαμορφώσουν το κάτι. Διαφωνίες, υπερβολές, ανόητα γέλια πιο χορταστικά απ το οτιδήποτε. Ώρες φοιτητικές, χωρίς βιασύνη, χωρίς πίεση, γεμάτες ανταλλαγές βλεμμάτων, νέες γνωριμίες, δεσμούς και αποδεσμεύσεις. Συνθήματα, άγουροι στίχοι και πρώιμοι σχεδιασμοί.
Το Τηνιακό υπήρξε σημείο συνάντησης και σημείο εξάντλησης, μια απόδειξη για το πόσα λίγα χρειάζεσαι για να περάσεις καλά με μοναδική προϋπόθεση τους ανθρώπους που κάθονταν απέναντί σου στο τραπέζι. Ήταν αυτή η συνύπαρξη του απολύτως υπέροχου με το τελείως ταπεινό αυτή που έκανε το Τηνιακό σημείο αναφοράς. Από την μία οι παρέες που επεκτείνονταν με γνωστούς γνωστών σχεδόν σε όλο το μαγαζί (οι πολύ χαμηλές τιμές συνέβαλαν άλλωστε σε αυτό). Και από την άλλη, το ίδιο το μαγαζί με τα ελάχιστα που μπορούσες να παραγγείλεις. Ελάχιστες μάρκες μπύρας, ένα εμφιαλωμένο κρασί, ούζο και ελάχιστα φαγώσιμα, το εξής ένα, η περίφημη ποικιλία. Μια ποικιλία που συντήρησε την αμφίβολη γεύση της μέσα στα χρόνια, ώστε τελικά πολλές φορές η δυσαρέσκεια να ταυτίζεται με την νοσταλγία. Από ένα σημείο και μετά απλά το έπαιρνες απόφαση. Οπότε απλά ονομάσαμε τα ψωμάκια με τον ενσωματωμένο μεζέ, Τάπαζ μπας και ο εξωτισμός των λέξεων ξορκίσει την κοινοτοπία των αντικειμένων.
Πριν μερικά χρόνια επισκεφθήκαμε το Τηνιακό για να χαιρετήσουμε έναν φίλο που έφευγε για σπουδές έξω. Είχαμε χρόνια να πάμε. Κάποιος πέταξε την ιδέα μια μέρα πιο πριν, λίγο σαν σοβαρό, λίγο σαν αστείο. Κι όμως το μέρος ταίριαζε απόλυτα στην περίσταση. Όταν μαζευτήκαμε όλα έμοιαζαν λάθος. Η φασαρία, το στριμωξίδι, η μικρή ποικιλία και οι αμφίβολες ποικιλίες. Κάτι μέσα μας περίσσευε, κάτι δεν χώραγε στις άβολες καρέκλες. Το βράδυ πέρασε σαν ρετροσπεκτίβα παλιών στιγμών και συναντήσεων. Βαλμένες απότομα και αταίριαστα. Τελικά όλοι φύγαμε και ο φίλος έφυγε για Αγγλία. Μαζί έφυγε και το Τηνιακό, το οποίο δεν επισκεφτήκαμε ξανά έκτοτε. Τώρα μάθαμε πως κλείνει μια κι έξω. Μα είναι και εκείνο το μάγκωμα εκείνο το βράδυ. Δεν είναι η μελούρα μιας ηλικίας που γερνά. Πιο πολύ είναι η απώλεια μιας ζωής με ελάχιστες απαιτήσεις. Μιας ζωής που στο κάθε βίωμα μας υπενθύμιζε πως από το τίποτα φτάνεις πιο γρήγορα στο οπουδήποτε.
Γεια σου ρε Τηνιακό. Με τις άσχημες ποικιλίες και τις όμορφες νύχτες σου. Τα τριάντα δύο χρόνια μας σε χαιρετούν.

(στην εφημερίδα Εποχή)

3ης Σεπτεμβρίου και θανάτου γωνία, πλατεία Βικτωρίας



Μια νέα γυναίκα συνάντησε τον θάνατο μετά από ισχυρή έκρηξη που σημειώθηκε την Πέμπτη στο υπόγειο των Everest στη συμβολή Χέυδεν και 3ης Σεπτεμβρίου, στην πλατεία Βικτωρίας. Η σορός της γυναίκας -μητέρας 38 ετών- βρέθηκε στο υπόγειο, στον χώρο του λογιστηρίου, δίπλα στην κουζίνα. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, το δυστύχημα οφείλεται σε έκρηξη εξαιτίας διαρροής υγραερίου. Ακόμη πέντε άνθρωποι τραυματίστηκαν, ευτυχώς ελαφρά.
Δεν υπάρχουν ατυχήματα στην εποχή της εξαθλίωσης. Κάθε τι μοιάζει προδιαγεγραμμένο ακόμη και αν δεν συμβεί. Το μόνο τυχαίο είναι η αποφυγή του συμβάντος. Ολα τα ατυχήματα που δεν συνέβησαν ενώ όλες οι παράμετροι συνέκλιναν προς αυτά. Ολα τα εργατικά ατυχήματα που αναβλήθηκαν ενώ η σκαλωσιά τρεμοπαίζει στο κάθε βήμα. Στην εποχή της κρίσης κάθε εργασία -με αυτούς τους όρους- είναι ένα εργατικό ατύχημα που αποφεύχθηκε.
Η ύπαρξη είναι το ατύχημα. Η συνέχειά της το τυχαίο.
Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τα ανύπαρκτα μέτρα ασφαλείας για τους εργαζομένους, η κατάργηση της αρχής της προφύλαξης, των προληπτικών ελέγχων των μέτρων ασφαλείας, η έλλειψη συνθηκών υγιεινής ορίζουν την πλήρη βεβαιότητα προς αυτή την κατεύθυνση.
Οσο οι διαδοχικές κυβερνήσεις απορρυθμίζουν όλο και περισσότερο το εργασιακό πλαίσιο εις βάρος των εργαζομένων η «κακή ώρα» θα αποτελεί κανονικότητα. Η τύχη, η εξαίρεση που επιτρέπει στους ανθρώπους να συνεχίζουν. Και οι διάφορες εταιρείες, αυτές που λυπούνται στις εκ των υστέρων ανακοινώσεις τους…
Το υπόγειο όπου η γυναίκα εργαζόταν. Το υπόγειο λογιστήριο. Η εργασία σαν μια κρυφή συνθήκη. Κάπου ανάμεσα σε αμπάρι πλοίου και κελάρι στο οποίο κρύβεσαι για να γλιτώσεις. Στα υπόγεια. Χωρίς οξυγόνο δικαιωμάτων, χωρίς ανθρώπινες συνθήκες.
Ακόμη κι αν πρόκειται για ένα τυροπιτάδικο. Γραφεία δίπλα σε φιάλες. Υπόγεια χωροταξία της εξαθλίωσης, ορυχείο εκμετάλλευσης ανθρώπινου μόχθου. Ακόμη κι αν πρόκειται για τυροπιτάδικο.
Βαλμένα όλα στα γρήγορα. Το ένα δίπλα στο άλλο, ακόμα κι αν τίποτα δεν είναι σωστό. Με την ίδια ταχύτητα με την οποία καταναλώνονται τα προϊόντα της αλυσίδας. Μια πρακτική και γρήγορη συνθήκη που δεν εξασφαλίζει τίποτα άλλο.
Ταχύτητα και βιασύνη στην κατανάλωση, ταχύτητα και βιασύνη στους όρους εργασίας. Κανένα άλλο προαπαιτούμενο, καμία επιπλέον απαίτηση.
Κατάστημα αλυσίδας εστιατορίων, ταχυφαγείο, παράρτημα αλυσίδας. Κάπως έτσι περιγράφηκε από τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης το κατάστημα των Everest στην πλατεία Βικτωρίας. Σαν το όνομα Everest (το όνομα EVEREST επαναλαμβάνω με κεφαλαία γράμματα) να πρέπει να αποφευχθεί.
Οχι για να αποκρυβεί (κάτι τέτοιο είναι μάλλον αδύνατο αφού το σημείο είναι απολύτως γνωστό και καθημερινά προσβάσιμο σε χιλιάδες, ενώ η επιγραφή στις τέντες του μαγαζιού γέμιζε όλες τις φωτογραφίες των ρεπορτάζ). Απλά για να αποφευχθεί η συμπερίληψή του στην ακολουθία Everest-εργασία-θάνατος.
Απλά για να εμποδιστούν οι αυριανοί συνειρμοί κάθε φορά που περνάς ή πας να αγοράσεις από τη συγκεκριμένη αλυσίδα. Ομως το συγκεκριμένο σημείο είναι πια σημείο θανάτου, μια διασταύρωση όπου η ζωή φεύγει και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Οροι περιφραστικοί που κάνουν περιφραστικό τον θάνατο. Και όμως δεν υπάρχει τίποτα πιο συγκεκριμένο από τον θάνατο ενός ανθρώπου. Οποιαδήποτε περιγραφή απομακρύνεται από το απολύτως συγκεκριμένο κατευθύνεται στο χυδαίο.
Διαβάζω τις ανακοινώσεις της αλυσίδας, της κυβέρνησης, της ΓΣΕΕ. Γραφεία δίπλα σε φιάλες, η «κακή ώρα» ως εργασιακή κανονικότητα.
Προσπαθώ να θυμηθώ την τελευταία φορά που πήρα κάτι από το συγκεκριμένο μαγαζί κάπου έναν μήνα πριν, την τελευταία φορά που πέρασα μπροστά από το μαγαζί κάπου μια βδομάδα πριν. Προσπαθώ να φέρω τυχαία πρόσωπα στη μνήμη. Πρόσωπα της πλατείας, γκαρσόνια, εργαζομένους.
Κάπως σαν προσπάθεια να εξορκιστεί το αφηρημένο της είδησης, σαν για να μην επιτρέψεις την ένταξη του θανάτου στη στατιστική. Σκέφτομαι τελειώνοντας το γράψιμο του άρθρου να περάσω από τη Βικτώρια. Εξω κάνει κρύο, πονάει το σώμα. Ολα τα τελευταία χρόνια κάνει κρύο έξω. Και ο θάνατος το στρώνει.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Οταν η μορφή του τέρατος έπαψε να τους τρομάζει




Η μορφή του τέρατος είναι αποκρουστική. Οταν όμως το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε... γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε.
Μάνος Χατζιδάκις
Το πρώτο σοκ που προσέφερε η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν το σοκ των συνεργασιών. Κατ’ αρχάς η συνύπαρξη με πρώην προβεβλημένα πρόσωπα του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και πρώην υπουργούς.
Εμοιαζε λογικό ένας μικρός πολιτικός χώρος, που έρχεται να καλύψει νέα πολιτικά εδάφη, να εντάξει πρόσωπα με πολιτικό παρελθόν στους κόλπους του.
Πρώτον, για να νομιμοποιήσει τη διεύρυνση και, δεύτερον, για να υπάρξει ένας ενδιάμεσος στην εκπροσώπηση των νέων εκλογικών στρωμάτων στο νέο μόρφωμα.
Φυσικά αυτό ακούγεται λίγο-πολύ αθώο, τουλάχιστον στη θεωρία. Αλλά όταν τα πρόσωπα αυτά φέρνουν μαζί με το πολιτικό τους φορτίο και αμαρτίες του παρελθόντος, η κατάσταση αλλάζει.
Πώς μπορεί λοιπόν ένα όνομα σαν αυτό του Μάρκου Μπόλαρη -του οποίου το όνομα μπλέχτηκε στο σκάνδαλο με τις οροθετικές- να έχει θέση σε μια κυβέρνηση με ιδιαίτερη ευαισθησία στα ανθρώπινα δικαιώματα; Φυσικά τα παραδείγματα είναι πολλά.
Το μεγαλύτερο όμως σοκ ήταν η κυβερνητική συνύπαρξη με τους Ανεξάρτητους Ελληνες.
Είναι πολλά αυτά που γράφτηκαν για αυτή την αρχική ανίερη σύμπραξη με το κόμμα της Δεξιάς.
Αντίθετα, είναι πολύ λίγα αυτά που γράφτηκαν στη συνέχεια μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Γιατί αν η συμμαχία στο πλαίσιο της αντιμνημονιακής πολιτικής έμοιαζε επαρκές επιχείρημα για να καταπιεί κάποιος τη συνεργασία, ποτέ δεν πολυκαταλάβαμε τους λόγους αυτής της δεύτερης συμμαχίας ή, ακόμη περισσότερο, την αύξηση του αριθμού των υπουργών των ΑΝ.ΕΛΛ. κατά τον ανασχηματισμό.
Το θέμα της ταυτότητας, της ιδεολογίας έμοιαζε εξαρχής απονευρωμένο στο πλαίσιο μιας πολιτικής του εφικτού, η οποία καλύφθηκε πίσω από τις μεγάλες προσδοκίες που κάποιοι είχαν για την «πρώτη φορά Αριστερά».
Οταν όμως οι προσδοκίες εξανεμίστηκαν και η συνύπαρξη συνεχίστηκε, τι συνέβη με την ταυτότητα και την ιδεολογία; Την ίδια στιγμή μάλιστα που εφαρμόζεις μια σειρά από νεοφιλελεύθερα μέτρα.
Με τη φωτογραφία δίπλα σε υπόδικους της Χρυσής Αυγής στο Καστελόριζο βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και του αναπληρωτή υπουργού Εθνικής Αμυνας έχουμε ένα απόλυτο ποιοτικό άλμα.
Γιατί το να ποζάρεις δίπλα στο τέρας προϋποθέτει πως τουλάχιστον το έχεις συνηθίσει.
Με τη στάση τους αυτή οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ κανονικοποιούν τη Χρυσή Αυγή με διπλό τρόπο.
Οχι μόνο ως μια κυβέρνηση που δέχεται να σταθεί και να συνυπάρξει δίπλα σε εγκληματίες και ακροδεξιούς, αλλά και ως εκπρόσωποι ενός κόμματος με (πάλαι ποτέ) αριστερή αναφορά.
Επιπροσθέτως η κανονικοποίηση αυτή συντελείται εντός ενός πλαισίου χάραξης εξωτερικής πολιτικής, μέσα σε μια διαδικασία που έχει σχέση με την εθνική πολιτική.
Μέσα από τη συνομιλία των σημείων της φωτογραφίας ορίζονται οι εθνικιστές φασίστες ως απόλυτα αρμόδιοι για εθνικά θέματα (με έναν τρόπο αντίστοιχο με αυτόν που ορίζει τους οικολόγους αρμόδιους για την οικολογία).
Με τον τρόπο αυτό ο φασισμός τους, ο οποίος από τους ίδιους έχει λεκτικά υποβαθμιστεί και κουκουλωθεί μέσα σε έναν περήφανο εθνικισμό, γίνεται νόμιμος ως πολιτική (με την οποία οk, μπορεί να διαφωνούμε, αλλά τη δεχόμαστε ως συνομιλητή ή ως συνυπάρχοντα σε ένα φωτογραφικό κάδρο).
Η στάση αυτή λοιπόν δεν είναι απλώς ένα λάθος που μπορεί η σημασία του να υποβαθμιστεί επικοινωνιακά.
Είναι μια εγκληματική πράξη στη σημειολογία της και ταυτόχρονα στην ξεκάθαρη ουσία της.
Φαίνεται πως περνώντας το σημείο που κάποτε βρισκόταν ο πάτος του βαρελιού, κάποιοι βρέθηκαν όχι στο έδαφος ή στο κενό αλλά πέρασαν σε νέα, πιο ευρύχωρα βαρέλια και συνέχισαν εκ νέου την πτώση τους εκεί.
Και το βαρέλι στο οποίο εισήχθησαν -αφού διένυσαν το βαρέλι της Αριστεράς- στην περίπτωση του Καστελόριζου είναι αυτό της δημοκρατικής νομιμότητας.
Στον πάτο περιμένει μια αγκαλιά ζωγραφισμένη με σβάστικες και βουτηγμένη στο αίμα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δύο θάνατοι σε ένα σώμα



Οι εικόνες ανθρώπων στοιβαγμένων σε σκηνές μέσα στο χιόνι είναι εικόνες απόλυτης ντροπής. Ντροπής για την κυβέρνηση, ντροπής για την αριστερά, ντροπής για τη δημοκρατία. Καμία δικαιολογία δεν μπορεί να καλύψει την αυτονόητη διαπίστωση αυτής της ντροπής. Καμία κοινωνία, που δεν μπορεί να προσφέρει τα απολύτως απαραίτητα σε εξαθλιωμένους ανθρώπους, δεν μπορεί να θεωρηθεί κομμάτι του πολιτισμένου κόσμου. Σε σχέση με τους δυο θανάτους στη Μόρια λίγες μέρες πριν, ο Γιάννης Μουζάλας έκανε λόγο για ένα τυχαίο γεγονός που θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε. Είναι όμως οι συνθήκες αυτές που διαμορφώνουν το πλαίσιο της τύχης. Ο χώρος που οικοδομείς, ώστε να στεγαστούν τα ενδεχόμενα. Όταν μπαίνεις σε μια πυριτιδαποθήκη με αναμμένο τσιγάρο, η έκρηξη δεν είναι θέμα τύχης. Όντως η σπίθα ενδέχεται να μην φτάσει ποτέ στο μπαρούτι, αλλά το αντίθετο αποτέλεσμα δεν μπορεί να περιγραφεί ως ατυχία. Αλλά για χάρη της συζήτησης, ας πούμε πως στο περιστατικό στη Μυτιλήνη έπαιξε ρόλο η τύχη. Είναι ατυχία και το κρύο στη βόρεια Ελλάδα; Οι θερμοκρασίες έπεσαν, ενώ κανείς δεν το περίμενε; Δεν ήταν προδιαγεγραμμένο το αποτέλεσμα; Και αν ναι, πως λέγεται αυτή η στάση; Ας απαντήσει ο καθένας όπως κρίνει.
Μια κυβέρνηση οφείλει να μεριμνά, όχι να προσπαθεί να απολογηθεί ή να προσπαθεί να διορθώσει προηγούμενες πράξεις. Ειδικά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης το λάθος και η αμέλεια δεν μπορούν να αποτελούν επιλογές.

Το μέλλον, το προσφυγικό, η Ευρώπη

Η διάσταση του προσφυγικού ξεπερνά τη διάσταση της ατομικής τραγωδίας. Όχι, όμως, μόνο ως μαζική καταστροφή, αλλά και ως τρόπος καιροσκοπικής αντιμετώπισής του. Όσο η τραγωδία παγιώνεται ως κατάσταση, περνά ως στατιστική στα οργανογράμματα των διαφόρων κυβερνήσεων και κομμάτων της Ευρώπης, ως ένα θέμα προς διαχείριση. Το προσφυγικό γίνεται μοχλός πίεσης, όργανο πολιτικής στα χέρια των επιτήδειων, αντικείμενο πίεσης και εκμετάλλευσης.
Στοιχείο μέσω του οποίου διαμορφώνεται η πολιτική κομμάτων σε διαφορετικές χώρες, παράγοντας που θα καθορίσει το σχήμα που θα πάρει η Ευρώπη στο σύντομο μέλλον. Η τραγωδία παύει να αποτελεί τραγωδία, γίνεται όπλο και συνθήκη προς εκμετάλλευση. Το βλέπουμε, ήδη, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Η διαχείριση του προσφυγικού προκύπτει ως το κυρίαρχο επιχείρημα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ένα αυτάρκες διαπραγματευτικό χαρτί. Άνθρωποι κατατρεγμένοι από τη φρίκη και τον πόλεμο γίνονται μοχλός πίεσης με βάση τις διαθέσεις του σουλτάνου.
Μπορούμε εύκολα να δούμε ποιος θα είναι ο ρόλος του προσφυγικού (αν η κατάσταση συνεχίζει να δημιουργεί πρόσφυγες) στην Ευρώπη που έρχεται. Αυτός του καταλύτη σε κάθε πολιτική σχέση ανάμεσα στα κράτη. Ήδη το Brexit δείχνει προς αυτή την κατεύθυνση. Στα περισσότερα από τα επόμενα «ευρωπαϊκά» γεγονότα το προσφυγικό παίζει καταλυτικό ρόλο. Το προσφυγικό είναι κεντρικό θέμα στην Ιταλία. Αν και το δημοψήφισμα της επόμενης εβδομάδας δεν έχει άμεση σχέση με αυτό, ολόκληρη η σχέση της Ιταλίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση -άρα σε μεγάλο βαθμό και το σύνολο της πολιτικής- ορίζεται από τη διαχείριση των μεταναστών και των προσφύγων. Οι εκλογές στην Αυστρία -όπως κάθε εκλογική αναμέτρηση από εδώ και πέρα- παίρνουν σχήμα από τη θέση των κομμάτων στο προσφυγικό. Η άνοδος της ακροδεξιάς μοιάζει να συνεχίζει χωρίς παύση σε ολόκληρη την ήπειρο. Οι κοινωνίες θα μετασχηματίσουν με βάση αυτά τα δεδομένα. Τα συντηρητικά κόμματα θα στραφούν όλο και δεξιότερα. Και σε περίπτωση που η ευρωζώνη καταρρεύσει μέσα σε αυτές τις συνθήκες θα είναι και πάλι το προσφυγικό αυτό που θα ορίσει τις ισορροπίες ανάμεσα στα κράτη (με δυσμενείς φυσικά επιπτώσεις στους πρόσφυγες).
Το προσφυγικό μοιάζει νεκρωμένο στη διαχείρισή του από τους Ευρωπαίους ηγέτες. Μαζί του πεθαίνει και η ίδια η ενωμένη Ευρώπη, όπως τη συνηθίσαμε. Δύο θάνατοι, στο ίδιο σώμα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Το τείχος του Μονάχου


Πρώτα πιστεύαν οι από κει
πώς εδώ ζούσε η Ελευθερία
και οι από δω πως από κει
υπήρχε η τάξη κι η εργασία
Τώρα διαπίστωσαν μαζί
ότι το τείχος δεν έπρεπε να γκρεμιστεί
γιατί ’ταν άξιο μόνο του να συντηρεί
και τάξη και αξιοπρέπεια κι ελευθερία
το βράδυ μες στην ονειρική τους φαντασία.
Τι κρίμα που γκρεμίστηκε το τείχος
Και τώρα πώς να ζεσταθεί
Μες στην καρδιά το ψύχος
Μάνος Χατζιδάκις,
Τι κρίμα που γκρεμίστηκε το τείχος

Στο Μόναχο υπάρχει ένα τείχος κοντά 4 μέτρα. Στο Μόναχο υπάρχει ένα τείχος ψηλότερο απ αυτό του Βερολίνου. Στο Μόναχο υπάρχει ένα τείχος που κρατάει μέσα του τους πρόσφυγες, διαχωρίζοντάς τους από τους υπόλοιπους κατοίκους, χωρίζοντάς τους από τους ανθρώπους.
Ποιήματα και τραγούδια δεν θα γραφτούν για αυτό, δεν θα το επισκεφτούν ηγέτες του ελεύθερου κόσμου, κανείς δεν θα μαζέψει τα απομεινάρια του ως ενθύμιο. Είναι βλέπετε ένα ταπεινό τείχος, ένα τείχος απολύτως πρακτικό. Χτίστηκε για να χωρίζει τους πολίτες του Μονάχου από τους Άλλους, τους παντού ξένους, τους δίχως όνομα. Στο προάστιο Νόιπερλαχ Ζουντ του Μονάχου, ένα τείχος προστατεύει την ησυχία των κατοίκων, τη ζέστη του σαλονιού, τον αφρό της μπύρας στο κυριακάτικο μουστάκι, την ανία του γάμου και τον ευλογημένο ύπνο. Στο προάστιο Νόιπερλαχ Ζουντ του Μονάχου, 160 πρόσφυγες απειλούν την αγία ηρεμία των κατοίκων. Και τις τιμές των ακινήτων τους, βεβαίως, όπως οι ίδιοι επισημαίνουν. «Εφόσον μας χωρίζει από τα ασυνόδευτα προσφυγόπουλα θα είμαστε ευχαριστημένοι». Ένα τείχος εξασφαλίζει την ασφάλειά τους είπαν, άσε που όσο έρθουν θα κάνουνε και φασαρία. Ο κύριος δικαστής του διοικητικού δικαστηρίου του Μονάχου επιβεβαίωσε την κατασκευή του τείχους. Και τόνισε πως οι μετανάστες απαγορεύεται να το χρησιμοποιούν για να παίζουν, για να πετούν πάνω του μια μπάλα ή με άλλους τρόπους για να διασκεδάσουν.

Ο έντιμος Γερμανός

Στο Μόναχο υπάρχει ένα τείχος, δεν το έκτισε ο Ντόναλντ Τραμπ, δεν κρατάει μακριά τους Μεξικανούς. Το έχτισε ο μέσος φιλήσυχος Γερμανός και κρατάει μακριά κάθε τι το ανθρώπινο.
Πέτρες εγκλωβισμένες μέσα στο σύρμα, στοίβες από πρόχειρα διαχωριστικά -όπου η προχειρότητα μαρτυρεί την επιτακτικότητα της κατάστασης, το επείγον της υστερίας των κατοίκων- μια τάφρος που ορθώνεται κάθετα, ένα μνημείο μίσους σε μια χώρα που μέχρι πρόσφατα προσπαθούσε να κρυφτεί από το μίσος του παρελθόντος της. Αλλά όταν η επανάληψη της ιστορίας μοιάζει απαραίτητη για τους κατοίκους, το παρελθόν δεν μοιάζει ικανό να προειδοποιήσει. Απλά επαναξιολογείται, μαλακώνει, λειαίνει τις γωνίες, γίνεται φιλικό στον καταναλωτή. Δεν εξιδανικεύεται υποχρεωτικά, αλλά δικαιολογείται. Με ένα σήκωμα των ώμων που μετατρέπει την φρίκη σε αδιαφορία, τον ξένο σε εχθρό, το φιλήσυχο πολίτη σε πρακτικό ρατσιστή.
Οι λαοί δεν θυμούνται, ή μάλλον θυμούνται μοναχά για να ξεχάσουν. Η όψη του τείχους δεν νοιάζει τους κατοίκους του Μονάχου, αρκεί να κάνει τη δουλειά του, αρκεί να κρύβει μακριά την όψη των νεαρών προσφύγων. Το ύψος του τείχους δεν νοιάζει τους κατοίκους, αρκεί να είναι όσο ψηλό χρειάζεται, ώστε να σβήνει τους ήχους των ασυνόδευτων προσφύγων. Οι πρόσφυγες δεν νοιάζουν τους κατοίκους, αρκεί να μην φαίνονται, να μην υπάρχουν και να μην διασκεδάζουν τη φρίκη τους με αθλοπαιδιές.
Στο Μόναχο υπάρχει ένα τείχος τόσο ψηλό που από την κορυφή του μπορείς να δεις το Βερολίνο, την Φρανκφούρτη και τη Βόννη. Και εκεί μπορείς να δεις άλλα τείχη να χτίζονται, δίνοντας την ίδια υπόσχεση μίσους. Δεν αργεί η μέρα, που θα χτιστεί ένα τείχος αρκετά ψηλό, ώστε να μπορείς να κοιτάς όλες τις πρωτεύουσες τις Ευρώπης. Και να μετράς από εκεί το ύψος του μίσους που γεννιέται σε τόσες κοινές ευρωπαϊκές παραλλαγές.
Σε όλη την Ευρώπη χτίζονται τείχη που ολοένα και ψηλώνουν. Και είναι το ύψος των τειχών αυτών το σημείο απ’ όπου η Ευρώπη θα καταρρεύσει.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Η Ευρώπη και ο χρόνος



Ο χρόνος μεταφέρθηκε μακριά από την Ευρώπη. Μετοίκησε σε αποικίες, πούλησε κουβέρτες με ευλογιά στους αγρίους, έκαψε τα χωριά τους.
Κατέφαγε τις πρώτες ύλες των νέων αποικιών, άπλωσε τις αλυσίδες του σε θάλασσες ξενόγλωσσες, έκοψε το δεξί χέρι των αγρίων για παραδειγματισμό.
Ο χρόνος επέστρεψε στη γερασμένη πατρίδα για να σπείρει αλάτι στις πληγές, στα χαρακώματα που παραμόρφωναν το γερασμένο της πρόσωπο.
Και ύστερα εξορίστηκε για τα καλά. Του αφαιρέθηκε το δελτίο εισόδου, του απαγορεύτηκε να κάνει θόρυβο στην ώρα κοινής ησυχίας που είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση.
Μα ο χρόνος είναι σαν τον έρπη. Πάντοτε βρίσκει τρόπο να επιστρέφει.
Με την Ενωση η Ευρώπη εξαγόρασε την ησυχία της. Θεώρησε πως μαζί με τον χρόνο θα εξορίσει τους πολέμους, τις συγκρούσεις, τη φασαρία.
Θεώρησε πως για να τελειώνεις με την Ιστορία αρκούν μερικές συμφωνίες εμπορίου, λίγα προγράμματα ανταλλαγής φοιτητών, πολλές δηλώσεις μετά από ατελείωτες ανούσιες συσκέψεις.
Και όμως ο χρόνος μεταμφιέστηκε σε Ιστορία, μπήκε στην Ευρώπη ντυμένος υπάλληλος, ντυμένος άνεργος, ντυμένος πρόσφυγας.
Εκεί που δεν βρήκε χώρο τον κατασκεύασε, τον διεκδίκησε, τον κατοχύρωσε.
Εστειλε τους εκπροσώπους του να ψηφίσουν ενάντια στις επιταγές των γραφείων Βρυξελλών, ζήτησε τα ρολόγια να κουρδιστούν από την αρχή, απείλησε πως θα μεταμορφωθεί σε Ακροδεξιά και τότε θα μας πάρει όλους ο διάολος.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση υπήρξε από τη φύση της ένας συντηρητικός θεσμός. Χωρίς ξεκάθαρο κέντρο λήψης αποφάσεων, χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες που να δικαιολογούν την ύπαρξή της και να ριζώνουν στη συμμετοχή των πολιτών, χωρίς καν συγκεκριμένο πρόσωπο.
Τα τείχη που τη συγκρότησαν χτίστηκαν με στοιβαγμένο χαρτί A4, με οχυρωμένα υπηρεσιακά έγγραφα, με ιλουστρασιόν γραφειοκρατία.
Δεν χρειαζόταν ο άνεμος της κρίσης για να σαρωθεί το οικοδόμημα, αρκούσε ένα αναπάντεχο φτάρνισμα για να παρασύρει όλη τη χαρτούρα.
Με τον ερχομό της κρίσης το κέντρο λήψης των αποφάσεων έπρεπε να εφευρεθεί. Πήρε τη μορφή των Eurogroup, μια άτυπη μορφή που παρέκαμπτε κάθε τυπική δημοκρατική διαδικασία.
Οι αποφάσεις έγιναν διαταγές και ο χρόνος μπήκε στον νάρθηκα. Το κέντρο μετακόμισε από τις ασθενικές Βρυξέλλες στο υπεροπτικά υγιές Βερολίνο. Και ο χρόνος ντύθηκε με τη στολή της εντολής και της επιταγής.
Μα ο χρόνος είναι και πάλι εδώ. Τρομακτικός και ελπιδοφόρος όπως πάντοτε.
Ξηλώνει τα πουλόβερ των εργολάβων της Ιστορίας.
Μοιράζει με τον δικό του τρόπο αποστάσεις, παύσεις, δευτερόλεπτα.
Το πρόσωπο στραπατσάρεται, αέρας παίρνει τα χαρτιά και η γρανιτένια δομή ρευστοποιείται ακαριαία.
Η συγκυρία ορίζει ένα αμφίβολο μέλλον για την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Το Brexit, η εκλογή Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες, το δίχως τέλος αίμα στη Συρία και η αποσταθεροποιημένη Τουρκία είναι συνθήκες που δημιουργούν ένα πλαίσιο αστάθειας και ιστορικής επιτάχυνσης.
Η αδυναμία διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος, η κρίση που βαθαίνει δίχως τέλος, το άπλωμα της ανεργίας, οι νέου τύπου τρομοκρατικές επιθέσεις, ο φόβος ως καθημερινότητα και η άνοδος της Ακροδεξιάς σε όλες τις εκδοχές ορίζουν τον καταλύτη της αποσύνθεσης και τη γεωγραφία των ρωγμών που ζητούν να γίνουν ρήγματα.
Αυτό που λείπει είναι μονάχα η αφορμή. Και η αφορμή μοιάζει να μιλάει ιταλικά.
Σε περίπτωση που ο Ρέντσι χάσει το δημοψήφισμα στις 4 του Δεκέμβρη σύμφωνα με δηλώσεις του θα παραιτηθεί (αν και τελευταία έχει αρχίσει να ανασκευάζει).
Με τα τρία κόμματα της αντιπολίτευσης να έχουν ταχθεί αναφανδόν κατά του ευρώ η πορεία μοιάζει προδιαγεγραμμένη.
Μια έξοδος της Ιταλίας από το ευρώ μπορεί εύκολα να σημαίνει το τέλος του νομίσματος και ίσως το τέλος της ίδιας της ευρωζώνης.
Η Ιστορία μοιάζει έτοιμη να κάνει απόβαση στη γερασμένη ήπειρο δημιουργώντας άγνωστες καταστάσεις προς άγνωστες σε εμάς κατευθύνσεις.
Το τι θα έφερνε μια διάλυση της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε μια συγκυρία σαν τη σημερινή είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί.
Αγναντεύουμε το μέλλον γεμάτοι νεόκοπο παρελθόν, ενίοτε φόβο και πάντοτε εξάντληση.
Εϊ Ευρώπη! Η αστραπή είναι πάνω στο φιτίλι. Και ο χρόνος σου τελειώνει.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πού να κρυφτείτε σε περίπτωση πυρηνικού ολοκαυτώματος


«…και, Ντόναλντ, δεν είμαι καν σίγουρος αν το γνωρίζεις, αλλά η μόνη διαφορά ανάμεσα σε σένα και τον Μάικλ Ντάγκλας από την ταινία Wall Street είναι πως κανένας δεν θα στεναχωρηθεί μόλις πάθεις καρκίνο»
Anthony Jeselnik, Roast of Donald Trump
Είναι αρκετά περίεργο την ίδια στιγμή που πανηγυρίζεις για το ότι η Χίλαρι Κλίντον έχασε τις εκλογές να θρηνείς και να φοβάσαι επειδή ο Ντόναλντ τις κέρδισε.
Η ζωή είναι γεμάτη αντιφάσεις όπως κάποτε τόνισε και ο Παναγιώτης Φασούλας. Και κάτι τέτοιο είναι σίγουρα σωστό.
Η διαφορά σε αυτή την περίπτωση είναι πως η συγκεκριμένη αντίφαση διεκδικεί να είναι η τελευταία αντίφαση.
Η αντίφαση που θα καρφιτσώσει την αστερόεσσα σε έναν λόφο με σκουπίδια και μεταχειρισμένες ανάσες – ό,τι θα έχει απομείνει από τον θλιμμένο και υπέροχο κόσμο μας.
Στην πραγματικότητα οι πιθανότητες να φτάσουμε μέχρι κάτι τέτοιο είναι απειροελάχιστες (ποσοστό παρ' όλα αυτά τρομακτικό).
Η παγκόσμια ισορροπία και η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων πολιτειών δεν ορίζονται με βάση το ταμπεραμέντο ή τη διάθεση ενός ατόμου (χωρίς βέβαια να μπορούμε να πούμε πως κάτι τέτοιο δεν παίζει ρόλο).
Ας δούμε τις σχετικά πρόσφατες θετικές υποσχέσεις Ομπάμα που αθετήθηκαν (κλείσιμο Γκουαντάναμο, απόσυρση στρατευμάτων) ως προπομπούς αθέτησης των ακόμα πιο πρόσφατων σκοταδιστικών υποσχέσεων του Τραμπ.
Και ακόμη και κάτι τέτοιο να μοιάζει λογικό, ταυτόχρονα αδυνατεί να αλλάξει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που μέρα με τη μέρα παγιώνεται.
Μια ατμόσφαιρα μέσα στην οποία η μισαλλοδοξία κατοχυρώνεται και νομιμοποιείται εκλογικά, όπου η θεωρία συνωμοσίας και η αφέλεια μπορούν να αποτελούν πολιτική πρόταση, όπου ο κόσμος νιώθει πως μετεωρίζεται στο σημείο όπου το έδαφος λιγοστεύει.
Η δυστοπία είναι εδώ. Μισεί τις γυναίκες και έχει αστεία μαλλιά.
Πολλοί από εμάς πίστευαν πως ο Αγγελος της Αποκάλυψης θα είχε όψη που θα θύμιζε κάτι από τη δίχως φύλο γοητεία που έχουν οι γιαπωνέζικες μάσκες, θα έμοιαζε σαν να είχε βγει από κάποια ασπρόμαυρη ταινία του Μπέργκμαν ή έστω θα είχε το βάρος της φρίκης ενός πίνακα του Ιερώνυμου Μπος.
Η παρουσία του θα γεννιόταν στο σημείο όπου το όμορφο και το τρομακτικό συναντιούνται, εκεί που δεν μπορείς να διαχωρίσεις το θερμό από το ψυχρό, εκεί που η κάθε ημέρα θα είχε το βάρος της τελευταίας.
Αντίθετα, στον χώρο του πρόχειρου φαντασιακού μας, ο Αγγελος της Αποκάλυψης δανείζεται την όψη του Ντόναλντ Τραμπ.
Μια όψη κάποιου κουστουμαρισμένου που χτύπησε κάτι με το αμάξι, στη συνέχεια του έβαλε φωτιά και τέλος αποφάσισε να το κολλήσει με συρραπτικό στο κεφάλι του.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, γνωστός και ως «το δεύτερο χειρότερο πράγμα που χτύπησε τη Νέα Υόρκη», είναι ο νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένας Πέτρος Κωστόπουλος που κατάφερες να του αφαιρέσεις χειρουργικά τη βαλκανίλα και την ΠΑΣΟΚ χροιά, ταυτόχρονα κατάφερες να του προσθέσεις όλη την αριστοκρατική χάρη της Οκλαχόμα, να τον πολλαπλασιάσεις σε κλίμακα υφηλίου και να του προσθέσεις ως χόμπι τις αυτοκρατορικές βλέψεις και το υπερθετικό σύνδρομο μεγαλείου.
Πάρε αυτό το τέρας Φρανκενστάιν, πρόσθεσέ του μια ουγκιά ρατσισμού, λίγο άρωμα ομοφοβίας και κυρίως ένα ματσάκι περήφανου εξωστρεφούς σεξισμού.
Πάρε το φαιδρό σου αποτέλεσμα και αντί να το ονομάσεις ανέκδοτο, ονόμασέ το πλανητάρχη. Και τώρα προσπάθησε να κοιμηθείς.
Γιατί, κύριοι, καλές οι αναλύσεις, ακόμα καλύτερες οι ορθές αναλύσεις, αλλά τώρα πρέπει να βρούμε ένα μέρος να κρυφτούμε.
Τα μπούνκερ-καταφύγια σε περίπτωση πυρηνικού ολέθρου έχουν όλα αγοραστεί από χιλιαστές ψηφοφόρους του Τραμπ (ίσως μάλιστα να τον ψήφισαν με την προσδοκία πως θα φέρει την Αποκάλυψη), ο Καναδάς είναι όλος ρεζερβέ από οπαδούς της Χίλαρι που υποσχέθηκαν να μεταναστεύσουν σε περίπτωση επικράτησης του Τραμπ και το σπίτι στο χωριό είναι νοικιασμένο μέσω airbnb σε Γερμανούς υπερήλικες παραθεριστές.
Μια βιβλιοθήκη μοιάζει το κατάλληλο μέρος για να κρυφτείς από τον Τραμπ, αλλά η χώρα μας έχει ελάχιστες από αυτές (άτσα τρέχον πολιτικό σχόλιο σε άρθρο για τον Τραμπ!).
Ισως το καλύτερο μέρος για να κρυφτείς είναι το χθεσινό ακυρωμένο ενδεχόμενο. Η λάθος κρίση και η υποτίμηση των προοπτικών.
Οι αιτίες που γέννησαν το ρήγμα μέσα από το οποίο αναδύθηκε ο εκλογικός Τραμπ.
Και η κατανόηση των συνθηκών αυτών που θα μπορούσαν να στρέψουν το τιμόνι της Ιστορίας προς διαφορετική κατεύθυνση.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Η Τουρκία και ο χρόνος



Με πρόσφατη απόφαση του Ταγίπ Ερντογάν η ώρα δεν άλλαξε στην Τουρκία. Η Τουρκία αποφάσισε να διατηρήσει τη θερινή ώρα -η οποία κανονικά αλλάζει τέλη Οκτώβρη- καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.
«Από την Κυριακή 30 Οκτωβρίου στις 04.00 (τοπική ώρα) το πέρασμα στη χειμερινή ώρα δεν θα ισχύσει» αναφέρει η απόφαση του υπουργείου Ενέργειας.
Η απόφαση πάρθηκε για ενεργειακούς λόγους και για να επωφεληθούν οι πολίτες περισσότερο από την ηλιοφάνεια.
Αυτή δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ο Ερντογάν μιλάει στην προστακτική στους δείκτες των τουρκικών ρολογιών.
Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και τον περσινό Οκτώβρη, εκείνη τη φορά λόγω εκλογών.
Τότε η αλλαγή της ώρας θα μετακόμιζε μοναχά λίγες μέρες αργότερα. Η Τουρκία με απόφαση της κυβέρνησης παρέμεινε στη θερινή ώρα ώστε «να επωφεληθούν οι εκλογείς από το φως» όταν θα προσέρχονταν στα εκλογικά τμήματα.
Το πρόβλημα προέκυψε όταν οι υπολογιστές, τα τάμπλετ και τα τηλέφωνα, ρυθμισμένα στη δυτική ορθοδοξία, αρνήθηκαν να εκτελέσουν αυτομάτως τις εντολές του «σουλτάνου».
Το hashtag# «τι ώρα είναι;» κυριάρχησε τις ημέρες εκείνες στο Τουίτερ περιγράφοντας την εύθυμη χροιά του χάους που προκλήθηκε.
Στη φετινή περίπτωση το χάος μοιάζει σαφώς περιορισμένο. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρξαν και παράδοξα.
Η Κύπρος π.χ. δεν είναι πια μια χώρα χωρισμένη μόνο από μια εισβολή αλλά και από ένα ρολόι. Περνώντας την «πράσινη γραμμή» ταξιδεύεις πια και μέσα στον χρόνο, αφού οι κατεχόμενες περιοχές κατέχονται πια και από τη θερινή ώρα.
Ο χρόνος δεν αποτελεί γεγονός ή αντικείμενο, γι' αυτό δεν μπορείς να τον διανύσεις ή να τον μετρήσεις. Μπορείς μονάχα να τον ορίσεις.
Και η πράξη του ορισμού δεν περιγράφει το μέγεθος του χρόνου αλλά το δικό σου μέγεθος.
Η πρώτη φορά που ορίστηκε η αλλαγή του χρόνου ήταν το 1916 από τη γερμανική αυτοκρατορία, ώστε να ξοδεύεται λιγότερο κάρβουνο και οι εργάτες να μπορούν να δουλεύουν στο φως της ημέρας χωρίς έξοδα για τεχνητό φωτισμό.
Ολες οι μεγάλες χώρες ακολούθησαν αυτό το παράδειγμα, το οποίο τις προηγούμενες δεκαετίες εγκατέλειψαν, προσάρμοσαν και τελικά αποδέχτηκαν ως κανόνα τη δεκαετία του '70 κατά τη διάρκεια της μεγάλης πετρελαϊκής κρίσης.
Εδώ το μέγεθος του χρόνου (του χρόνου όπως εμείς τον ζούμε) ορίστηκε από το μέγεθος της αγοράς και τους κανόνες της εξοικονόμησης ενέργειας.
Η Γαλλική Επανάσταση όρισε το δικό της Γαλλικό Δημοκρατικό Ημερολόγιο, όπου η αρίθμηση και τα ονόματα των ημερών και των μηνών άλλαξαν εξορίζοντας κάθε θρησκευτική αναφορά.
Ο ορισμός εδώ περιέγραφε το μέγεθος της ιστορικής τομής, την πληγή που κατάφερε η ίδια η Ιστορία μέσα στον χρόνο.
Το 2002 ο δικτάτορας του Τουρκμενιστάν, Σαπαρμουράτ Νιγιαζόφ, άλλαξε τα ονόματα των μηνών και των ημερών για τους υπηκόους του, ονομάζοντας μάλιστα τον Απρίλιο με το όνομα της μητέρας του.
Εδώ ο ορισμός του χρόνου περιγράφει το μέγεθος της γελοιότητας που μπορεί να κουβαλά η αχαλίνωτη εξουσία.
Η ώρα λοιπόν δεν είναι μέγεθος που μετράει μόνο τον χρόνο. Πολλές φορές είναι και δείκτης που μετρά την εξουσία ενός ηγέτη.
Τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη δύναμή του, τα όρια της ισχύος που επιβάλλει στους υπηκόους του.
Είναι ένας καταμερισμός της εμπειρίας και μάλιστα τόσο απόλυτος ώστε τελικά να ορίζει τη ίδια την εμπειρία.
Είναι ένας φράκτης διαφοροποίησης που σε απομονώνει από τη συμφωνία όλου του υπόλοιπου κόσμου, μια διαταγή που εισβάλλει στην καθημερινότητά σου ακόμη και όταν κοιμάσαι, μια επιταγή που επιβάλλουν οι φαντάροι-δείκτες των λεπτών, των ωρών και των δευτερολέπτων.
Πολλές φορές ο χρόνος στην Τουρκία κάτω από τη μυστακοφόρο μπότα του Ερντογάν είναι ένας επικός παρελθών χρόνος, σχετικός και αχανής. Ενας χρόνος που φαντασιώνεται το μέλλον όμοια με το μακρινό παρελθόν, ορίζοντας την οθωμανική του έκταση, αμφισβητώντας τη Συνθήκη της Λωζάννης, απειλώντας και εκτείνοντας τον εαυτό του φαντασιακά στον χώρο (που είναι και αυτός χρόνος, χρόνος παρελθοντικός).
Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, ο τουρκικός χρόνος της ελευθερίας είναι το Ποτέ, ο χρόνος της ελπίδας είναι το Αύριο και ο χρόνος της ανάγκης είναι αποκλειστικά το Τώρα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Μαύρες να είναι οι Παρασκευές σας!



Η Μαύρη Παρασκευή (ή αλλιώς Black Friday στη γλώσσα των απανταχού καταναλωτών) είναι η μέρα που διαδέχεται τη γιορτή των Ευχαριστιών ή αλλιώς η τελευταία Παρασκευή του Νοεμβρίου. Η μέρα σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου των εκπτώσεων. Τα μαγαζιά ανοίγουν πολύ πιο νωρίς από το κανονικό τους ωράριο και κλείνουν πολύ πιο αργά. Η μέρα αυτή έχει καταγραφεί ως μια υστερία κατανάλωσης με τρομακτικά μεγάλες ουρές, ατελείωτα πλήθη να ορμάνε στα μαγαζιά για να ψωνίσουν, στους δρόμους να σχηματίζεται το μεγαλύτερο μποτιλιάρισμα του έτους, ενώ δεν λείπουν τα περιστατικά χειροδικίας ανάμεσα σε καταναλωτές, οι τραυματισμοί, ακόμη και οι θάνατοι. Αυτή η ευγενής συνήθεια φέτος ήρθε και στη χώρα μας.
Μια βασική παράμετρος, που προφανώς μένει εκτός των διαφημίσεων και εκτός των χαζοχαρούμενων τηλεοπτικών ρεπορτάζ, είναι οι συνθήκες των εργαζομένων στα καταστήματα. Υψηλός και εντατικοποιημένος ρυθμός εργασίας και αφιονισμένα πλήθη ντύνουν στα μαύρα την Παρασκευή των εργαζομένων. Μαζί με την πρόβλεψη τα μαγαζιά να είναι ανοιχτά την Κυριακή, η Μαύρη Παρασκευή μαζί με τις λευκές νύχτες (όπου τα καταστήματα παραμένουν ανοιχτά τα βράδια) έρχονται να συμπληρώσουν την παλέτα της εργασιακής καταπάτησης. Με τρόπο που ακκίζεται ως καινοτόμος, σύγχρονος και εκπολιτισμένος, ενώ στην πραγματικότητα περιγράφει τον ορισμό του εκφυλισμού. Ανάμεσα στους θιασώτες του θεσμού και ο εγχειριδιοπώλης-βουλευτής, Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος σημείωσε στο twitter: «Black Friday στις εκδόσεις «Γεωργιάδη» σήμερα στο @KontraChannel στις 17:00. Τα νομίσματα του Κράτους των Πτολεμαίων από 500 μόνον 50€».
Πόρτες σπάνε, άνθρωποι ποδοπατιούνται, ουρές οργώνουν τους δρόμους από τις 5 τα ξημερώματα (πολλές φορές από τις 9 το προηγούμενο βράδυ), άνθρωποι αλληλοπυροβολούνται πάνω από παιχνίδια ή δέρνονται για μια θέση παρκαρίσματος. Όλες αυτές οι εικόνες δεν καταγράφουν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά συνηθισμένες «Μαύρες Παρασκευές». Και αν οι εικόνες μοιάζουν μακρινές για τον αναγνώστη, οι εικόνες από τη γραμμή στα Public ή στα διάφορα εμπορικά κέντρα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

Καταναλωτές μετά την εποχή της κατανάλωσης

Η «Μαύρη Παρασκευή» -ακόμα και εάν η άτυπη θεσμοθέτηση της προηγείται κατά πολύ του παρόντος- περιγράφει την κατανάλωση στην εποχή της εξαθλίωσης. Την στιγμή εκείνη, που τα προϊόντα είναι και πάλι προσβάσιμα, αλλά σαν άμαξες που μετά τα μεσάνυχτα ξαναγίνονται κολοκύθες, έτσι κι αυτά θα επιστρέψουν στις αρχικές τους τιμές. Μέσα στις συνθήκες της πιο βαθιάς κρίσης, η Μαύρη Παρασκευή μοιάζει με υπενθύμιση του χαμένου παραδείσου των δεκαετιών της ευμάρειας. Σαν μια βασανιστική, συμπυκνωμένη συνθήκη που νοσταλγεί τον εαυτό της. Ίσως γι αυτό η υστερία αυτή να έχει κάτι το μελαγχολικό. Καταναλωτές μετά την εποχή της κατανάλωσης, σαν παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές βαθέως γήρατος.
Και πάντοτε η μελαγχολία του παρατηρητή μπροστά σε ένα τέτοιο θέαμα, τη στιγμή που γνωρίζει πως όσοι συμμετέχουν στον καταναλωτικό κανιβαλισμό δεν είναι απλά θύματα μιας μόδας ή ενός μηχανισμού που τους στέλνει στην ουρά. Είναι άνθρωποι που επέλεξαν ελεύθερα να βρεθούν εκεί, αλλά δυσκολεύεσαι να αποδεχτείς τη συνθήκη με μια ανώτερη στάση, που απλώς θα τους καταδίκαζε χωρίς πολλά πολλά.
Η ατύπως θεσμοθετημένη Μαύρη Παρασκευή, δεν είναι η μόνη που φέρει αυτήν την ονομασία. Ανάμεσα στον κατάλογο των Μαύρων Παρασκευών στην ιστορία, συναντά κανείς μαύρες Παρασκευές που το χρηματιστήριο καταβαραθρώθηκε, μέρες που ξέσπασε τυφώνας στον Καναδά, αεροπορικές επιδρομές, μια σφαγή διαδηλωτών στο Ιράν. Η ονομασία, λοιπόν, μοιάζει να ταιριάζει γάντι σε μια τέτοια μέρα.
Και το Μαύρο μας ταιριάζει πολύ

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια


[Διαβάζοντας ξαφνικά σε κάποιο δημοσίευμα πως η Ιταλίδα ηθοποιός και μούσα του Αντονιόνι, Μόνικα Βίτι έχει χάσει πλήρως τη μνήμη της, πάσχοντας εδώ και 15 χρόνια από τη νόσο Alzheimer]
 
Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Κοιτάζοντας τον ορίζοντα δεν διακρίνει τίποτα πια.
Γιατί ο χώρος είναι πια το ίδιο με τον χρόνο σ’ ένα σεντόνι χωρίς εξόδους διαφυγής.
Σαν δύτης χωρίς προσανατολισμό, αγνοώντας αν κινείται προς την επιφάνεια ή τον βυθό.
Και αν τύχει και ο δύτης ξεφύγει και βρεθεί και πάλι πάνω είναι και κει πια βυθός και ό,τι επιπλέει είναι χωρίς ανάσα.
Γιατί ο ενεστώτας είναι ένας χρόνος απλά για τους ονειροπόλους. Στην πραγματικότητα ο κάθε χρόνος είναι αόριστος.

Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Μια και δεν υπάρχει πια τίποτα να θυμηθείς.
Ο,τι άξιζε αποθηκεύτηκε σε ταινίες, φυγαδεύτηκε σε ξένα φεστιβάλ και τώρα μεταφρασμένο σε ξένες γλώσσες και όμοιες εικόνες αναζητά την ομορφιά σε νέα βλέμματα.
Γιατί το να μπαίνεις μέσα σε μια ταινία σημαίνει να ξεχνάς. Να ξεχνάς πώς μοιάζει το σώμα σου ολόκληρο, κομμένο από τα βιαστικά βλέφαρα της κάμερας, το πώς μοιάζει η ζωή σου ολόκληρη, κομμένη από πλοκές και σκηνές, να ξεχνάς πώς μοιάζουνε τα χρώματα βουτηγμένα στα φίλτρα και στο ασπρόμαυρο.
Το πώς μοιάζει η ζωή χωρίς φωτογένεια, χωρίς κάτι το συνταρακτικό, ένα βουβό μονόπλανο χωρίς εστίαση.

Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Ορθια στο τρένο ενώ τα τοπία περνούν, στον βυθό της μελαγχολίας της πριν ξεσπάσει σε ένα ασταθές χαμόγελο.
Η αγωνία μέσα στις πόλεις, σε δρόμους κοιτάζοντάς τους από ψηλά, κρεμασμένη σε αβέβαια μπαλκόνια από κτήρια που ξεφτίζουν.
Η πόλη, η μεγάλη πόλη με την άναρχη γεωμετρία της και τα σκουριασμένα της τοπία, τον σταχτή ουρανό και την ξεθυμασμένη της μυρωδιά.
Και κείνη μετέωρη και μετεωριζόμενη, μονίμως εκκρεμής σαν μια λέξη που δεν ειπώθηκε.
Με τα χείλη ανοιχτά ξεφλουδισμένα από τον χρόνο. Οχι από το πέρασμά του, αλλά από αυτόν τον ίδιο.
Γιατί είναι άλλη η εποχή μας και άλλη η δική της. Εκεί τα ημερολόγια δεν καταγράφουν αριθμούς, μόνο αναστεναγμούς, χαμόγελα και τριξίματα.
Εκεί η γυναίκα είναι ανάμνηση μιας ανάμνησης και τα αγάλματα περιφέρονται γεμάτα σάρκα δίπλα της.

Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Γιατί το παρελθόν είναι διάτρητο από πέτρες, χώμα και βλέμμα, σκάβοντας την εικόνα μέχρι το απόλυτο κενό.
Γιατί η επόμενη μέρα δεν είναι απαραίτητο να συμβεί αντίθετα από την προηγούμενη. Και το να ξεχνάς είναι απλώς να μην ξέρεις τι θα σου ξημερώσει το χθες.
Σαν ξαφνικά ν' ανοίγονται δύο ορίζοντες προς δύο κατευθύνσεις.
Και συ να ταξιδεύεις παράλληλα και προς τις δύο. Και όλα να βρίσκονται σε έκλειψη. Το φεγγάρι, ο ήλιος, το πρόσωπο.

Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Γυρνώντας ένα βλέμμα πίσω από τον ώμο, χωρίς να γνωρίζεις αν είναι χαμόγελο θλίψης ή χαράς.
Και τα μαλλιά της να ρουφούν το φως όπως η παπαρούνα ρουφάει το κόκκινο από το αίμα εκείνων των νεκρών που προχώρησαν πολύ μετά τον θάνατο.
Κάθε αύριο, λοιπόν, αναβάλλεται για χθες. Οι προσδοκίες, τα όνειρα και η στιγμή εκείνη που η ζωή και ό,τι την αντιμάχεται συγκλίνουν με την αναμέτρησή τους να αδυνατεί να καταλήξει σε κάποιο αποτέλεσμα.

Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Και ό,τι υπάρχει ξοδεύτηκε στην ομορφιά.
Η σκέψη, το άγγιγμα, η γεύση που αφήνει το άπιαστο στην επιδερμίδα. Ο,τι πέρασε, πέρασε καλά, γιατί όλο το χθες είναι ακόμη μπροστά μας.
Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Ούτε καν εμένα και σένα, να την κοιτούμε σε έναν κόσμο άδειο από ανθρώπους.
Κοιτάζοντάς την, σχεδόν σαν να την παρηγορούμε.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Ο στίχος ανάμεσα σε βραβεία και θάνατο



Η Σουζάν σε φέρνει στο σπίτι της κοντά στο ποτάμι
Ακούς τις βάρκες να περνούν
Περνάς τη νύχτα δίπλα της
Και ξέρεις πως είναι σχεδόν τρελή
Μα γι’ αυτό θέλεις να είσαι εκεί
Και σε ταΐζει τσάι και πορτοκάλια
Που ταξίδεψαν από τη Κίνα
Και όταν προσπαθείς να της πεις
Πως δεν έχεις αγάπη να της δώσεις
Εκείνη σε φέρνει στα νερά της
Κι αφήνει το ποτάμι να απαντήσει
Πως ήσουν πάντα ο εραστής της
Και θέλεις να ταξιδέψεις μαζί της
Και θέλεις να ταξιδέψετε στα τυφλά
Και ξέρεις ότι θα σ’ εμπιστευτεί
Γιατί άγγιξες το τέλειο σώμα της με το μυαλό σου.
Κι ο Ιησούς ήταν ναύτης
Οταν περπάτησε στο νερό
Και πέρασε μεγάλο διάστημα παρακολουθώντας
Από τον μοναχικό του ξύλινο πύργο
Και όταν ήξερε στα σίγουρα
Πως μόνο οι πνιγμένοι τον βλέπουν
Είπε τότε πως όλοι οι άνθρωποι θα είναι ναύτες
Μέχρι η θάλασσα να τους ελευθερώσει
Αλλά ο ίδιος ήταν σκορπισμένος
Πολύ πριν ο ουρανός να ανοίξει
εγκαταλελειμμένος, σχεδόν ανθρώπινος
Βυθίστηκε κάτω απ’ τη σοφία σας σαν πέτρα
Τώρα η Σουζάν σε παίρνει απ΄ το χέρι
Και σε πάει στο ποτάμι
Φοράει κουρέλια και φτερά
Από τα ράφια του στρατού της σωτηρίας
Και ο ήλιος ρέει σαν το μέλι
Στην κυρά του λιμανιού μας
Και σου δείχνει πού να κοιτάξεις
Ανάμεσα στα σκουπίδια και τα λουλούδια
Υπάρχουν ήρωες στα φύκια
Υπάρχουν παιδιά στο πρωινό
Που κάνουν το παν για την αγάπη
Και στηρίζονται σ’ αυτήν για πάντα
Ενώ η Σουζάν κρατάει τον καθρέφτη
Και θέλεις να ταξιδέψεις μαζί της
Και θέλεις να ταξιδέψετε στα τυφλά
Και ξέρεις ότι θα σ’ εμπιστευτεί
Γιατί άγγιξες το τέλειο σώμα της με το μυαλό σου.
Λέοναρντ Κοέν, Suzanne

«Για μένα το βραβείο είναι σαν να καρφιτσώνεις ένα παράσημο στην κορυφή του Έβερεστ επειδή είναι το ψηλότερο όρος στον κόσμο». Έτσι σχολίασε ο Λέοναρντ Κοέν την πρόσφατη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Το όνομά του Λέοναρντ Κοέν είχε ακουστεί και αυτό συχνά τα τελευταία χρόνια ως προτεινόμενο για βράβευση.  Τα ονόματά τους δεν διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά. Η σύγκριση του Κοέν με τον Ντύλαν ξεκίνησε ήδη από την κυκλοφορία του Songs of Leonard Cohen, του πρώτου δηλαδή δίσκου του μεγάλου Καναδού καλλιτέχνη. Οι δύο μουσικοί κυκλοφόρησαν από την ίδια εταιρία και ανακαλύφθηκαν από το ίδιο πρόσωπο. Και οι δύο στηρίζονταν κυρίως στο στίχο και η μουσική λειτουργούσε ω συνοδεία. Κοινά χαρακτηριστικά μπορεί να βρει κανείς και στη στιχουργική τους. Ποιητικός στίχος πιο κοντά στον μοντερνισμό παρά στην παράδοση της μπαλάντας, βιβλικά θέματα, χιούμορ και ειρωνεία. Η δημοφιλία του Κοέν δεν έφτασε όμως ποτέ αυτή του Ντύλαν. Δεν θα τις ταίριαζε άλλωστε. Η ψιθυριστή χροιά -στα όρια της εξομολόγησης- της πρώτης περιόδου του, ο γλυκός λυρισμός, η συγκροτημένη πολιτική άποψη, ο εσωτερισμός στη συνέχεια, σε αποκλείει αν όχι από τα μεγάλα σίγουρα όμως από τα μαζικά ακροατήρια.

Ακόμη και η εμβληματική θέση του στίχου διαφέρει κατά πολύ στους δύο μουσικούς. Οι στίχοι του Ντύλαν συνομιλούν κατά πολύ περισσότερο με τη μουσική μελωδία. Αν κάποιος τους δει τυπωμένους, μακριά από τη φωνή και τη μουσική πολύ συχνά θα αντιληφθεί πως διαβάζει κάποιο τραγούδι (φυσικά με πολλές πολλές εξαιρέσεις). Αντίθετα, οι στίχοι του Κοέν είναι αυτοτελείς. Υπάρχουν σε σελίδες και χείλη με την ίδια αυτάρκεια. Ίσως γιατί ο ίδιος πριν αρχίζει να εκφράζεται με τραγούδια είχε γίνει ήδη γνωστός ως ποιητής στον Καναδά και είχε εκδώσει δύο μυθιστορήματα.

Τα ονόματα και των δύο μεγάλων ποιητών εμφανίστηκαν ξανά μαζί στην επικαιρότητα με μικρή χρονική απόσταση. Ο Μπομπ Ντίλαν επειδή βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας και ο Λέοναρντ Κοέν επειδή άφησε την τελευταία του πνοή στις 11 του Νοέμβρη στα 82 του χρόνια.
Για πολλούς από εμάς τα δύο γεγονότα παρέπεμπαν στα αντίστοιχα απόλυτα συναισθήματα, της χαράς και της λύπης. Και στις δύο περιπτώσεις γυρίσαμε πίσω σε δίσκους και τραγούδια. Όμως το οριστικό του θανάτου έχει άλλο βάρος, συνοψίζει με τρόπους πιο ειλικρινείς και απόλυτους, αφού κοπάσουν οι επικήδειοι και τα χειροκροτήματα σε παραπέμπει κατ ευθείαν στην ουσία των πραγμάτων. Σε κάνει να δεις καθαρά την αξία, την προσωπική σου ταύτιση και εμπλοκή, το δικό σου κομμάτι που υπάρχει πίσω από τους μοιρασμένους στίχους. Και ακόμη περισσότερο σε κάνει να δεις εκείνη τη ρωγμή στα πράγματα, την αμυχή απ όπου μπαίνει όλο το φως (όπως θα έλεγε και ο ίδιος ο ποιητής). Και ανεξάρτητα από τις χαρές και τις βραβεύσεις σε οδηγεί στη συνειδητοποίηση πως για πολλούς από εμάς ο Λέοναρντ Κοέν είναι ένα από τα ομορφότερα δώρα που μας έχει κάνει η τύχη.

(στην εφημερίδα Εποχή)