Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Βλέπω τον θάνατό σου (στο πακέτο των τσιγάρων μου)


Οι Τραπιστές μοναχοί αποτελούν ένα θρησκευτικό τάγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το οποίο ακολουθεί τους κανόνες του Αγίου Βενέδικτου από το 1664 μέχρι και σήμερα.
Πίστη στη μοναστική ζωή, υπακοή και σταθερότητα (εμείς βέβαια τους γνωρίζουμε –αν τους γνωρίζουμε– κυρίως από τις μπίρες που παράγουν και κυρίως από την ολλανδική La Trappe).
Οι Τραπιστές είναι γνωστοί ως σιωπηλοί μοναχοί. Αν και δεν έχουν δώσει όρκο σιωπής, οφείλουν να μιλούν όσο το δυνατόν λιγότερο και μόνο όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.
Σύμφωνα με τον Αγιο Βενέδικτο, η ομιλία μπορεί να διακόψει την ησυχία και την πραότητα και να οδηγήσει κάποιον στο να πράξει με βάση τη δική του βούληση και όχι αυτή του Θεού.
Η ομιλία που οδηγεί στη διασκέδαση και το γέλιο θεωρείται κολάσιμη και απαγορεύεται.
Πρόσφατα, φίλος –με μεγαλύτερη εξειδίκευση στις μπίρες παρά στα άδυτα των Ταγμάτων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας– μου ανέφερε άλλο ένα στοιχείο, το οποίο η αλήθεια είναι πως δεν έχω ακόμα εξακριβώσει.
Σε κάποια μοναστήρια, όταν οι Τραπιστές μοναχοί διασταυρώνονται, αντί να χαιρετηθούν, αντιτείνουν ο ένας στον άλλο τη φράση: «Ολοι μας θα πεθάνουμε, αδερφέ μου».
Και ύστερα τραβούνε τον δρόμο τους.
Κλείνω αυτή τη μεγάλη εισαγωγή η οποία δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από τη ρίζα του συνειρμού μου.
Προχθές, πίνοντας μια μπίρα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και καπνίζοντας, είδα το πακέτο των τσιγάρων μου να με κοιτά.
Την ίδια στιγμή είδα έναν Τραπιστή μοναχό να με πλησιάζει από την άλλη μεριά του μπαλκονιού.
Οταν οι τροχιές μας διασταυρώθηκαν, σήκωσε το σιωπηλό του βλέμμα και μου είπε: «Αδερφέ, το κάπνισμα καταστρέφει τους πνεύμονες».
Αμήχανος τον κοίταξα να τραβάει τον δρόμο του.
Ενα ολόκληρο Τάγμα άρχισε να περπατά την ησυχία του μπαλκονιού μου: «Αδερφέ, το κάπνισμα προκαλεί στένωση και απόφραξη των αρτηριών», «Αδερφέ, το κάπνισμα καταστρέφει τα δόντια και τα ούλα», «Αδερφέ, το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο σεξουαλικής ανικανότητας».
Και ένας ένας τράβηξαν τον δρόμο τους. Και εγώ έμεινα εκεί.
Εγώ, ένας αδερφός ανίκανος να απολαύσει τη μη μοναστηριακή του μπίρα.
Ενοχος του καπνού, υπεύθυνος για εγκλήματα απέναντι στο σώμα μου, στα αγαπημένα μου πρόσωπα και στο άγιο Τάγμα των Τραπιστών.
Καπνιστός μπροστά σε θεούς και οικείους, διασταυρωμένος με το λάθος και την επιβεβλημένη ενοχή μου, σταυρωμένος από εκατό Αγιους Βενέδικτους και διακόσιες σιωπές.
Και ο συνειρμός συνεχίζει: Πώς θα ήταν άραγε αν κάθε πράξη μας ερχόταν πακέτο με τις ενδεχόμενες συνέπειές της;
Αν ας πούμε το κυριακάτικο γαστρονομικό πόνημα της γιαγιάς σου είχε πάνω του μια ταμπέλα που έγραφε: «Προσοχή, πιθανότητες στομαχικών διαταραχών, εμετού και μερικής τύφλωσης».
Αν το όμορφο αγόρι ή κορίτσι απέναντί σου στο μπαρ είχε μια ταμπέλα στο κούτελο που έγραφε «χλαμύδια;».
Ή αν ο Πάνος Καμμένος πηγαινοερχόταν στους διαδρόμους της Βουλής με μια φωτεινή επιγραφή στην πλάτη που προειδοποιούσε: «Προσοχή! Σε περίπτωση κυβερνητικής συνεργασίας, πιθανές ακροδεξιές αποκλίσεις» (ΟΚ, αυτό το τελευταίο σίγουρα θα βοηθούσε).

Είναι δεδομένο ότι το κάπνισμα βλάπτει την υγεία, είναι επίσης δεδομένο πως η συμπεριφορά των περισσότερων καπνιστών καθώς και η κρατική μέριμνα για τον διαχωρισμό των χώρων καπνιζόντων - μη καπνιζόντων είναι για τα μπάζα.
Μας επιβάλλεται όμως το να συγκατοικούμε με τον θάνατο σε κάθε ρουφηξιά μας.
Να τον κουβαλάμε στις τσέπες, στα πακέτα και στα χείλη μας χωρίς επιλογή.
Στερούμαστε έτσι το δικαίωμα στο λάθος. Και τραμπουκιζόμαστε από μια επιβεβλημένη επίβλεψη την οποία κανείς μας δεν ζήτησε.
Από μια μέριμνα που δεν μεριμνά αλλά εκφοβίζει, τονίζοντας και προβάλλοντας δεδομένες επιπτώσεις, απάνθρωπες εικόνες, την καθημερινή συνήθεια σαν μέγιστη πληγή, τον ηθικισμό του υγιεινισμού σαν μόνη ορθή γεωμετρία.
Μα το δικαίωμα στη φθορά είναι ανθρώπινο δικαίωμα.
Και κάποιες φορές συντροφιά και παρηγοριά σε έναν βίο που ολοένα δυσκολεύει.
Αυτό που θέλω είναι να βγω στους δρόμους της Κυψέλης με μια μπίρα περιπτέρου και ένα αμαρτωλό τσιγάρο.
Και στον πρώτο Τραπιστή μοναχό που θα πετύχω, πριν προλάβει να με αποκαλέσει αδερφό, να πω: «Το νου σου, σε βλέπω».
Και ύστερα να τραβήξω τον δρόμο μου.
Ενοχος, καπνιστός και καθ’ όλα σιωπηλός.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Γιατί γράφεις;



Γιατί γράφεις, σε ρωτούν από καιρό σε καιρό φίλοι, γνωστοί, άνθρωποι που τυχαία διασταυρώνεστε (ψέμα: κατά κύριο λόγο εσύ ρωτάς τον εαυτό σου. Κυρίως όταν δεν βγαίνει το καταραμένο το κείμενο).
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν οι ώρες στις οποίες δεν παρουσιάστηκες πρακτικός ή εύθυμος, συλλογικός ή έστω κοινωνικός.
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν κυρίως τα κείμενά σου.
Σχεδιάσματα από αριστουργήματα (έτσι λες) που δεν θα γραφτούν ποτέ, η αρχή ενός μυθιστορήματος χιλίων σελίδων που περιορίζεται στην πρώτη πρόταση και μια θολή ιδέα ακριβείας.
Κείμενα που το βράδυ είχαν τη βεβαιότητα μιας σημαντικής κατάθεσης απέναντι στην ανθρωπότητα και το πρωί που τα ξαναβλέπεις δεν είναι άλλο από μια ανορθόγραφη κοινοτοπία που σου θυμίζει έντονα τον αγαπημένο σου συγγραφέα (και σαν να γράφτηκε από κάποιον που ίσως να είναι αγαπημένος σου αλλά σίγουρα δεν είναι συγγραφέας).
«Γιατί γράφω;» σκέφτεσαι κατά κύριο λόγο όταν δεν γράφεις λόγω χρόνου, λόγω κούρασης ή ακριβώς λόγω γραφής.
Γιατί το γράψιμο, σαν κάθε τι που κόβει (τουλάχιστον στις καλές στιγμές του) σύντομα στην πολλή του χρήση θα στομώσει.
Το γράψιμο έχει ανάγκη να ακονίζει τον εαυτό του πάνω στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν.
Γράφω λοιπόν θα πει πως παραδέχομαι και εξημερώνω τη σιωπή μου. Ρυμουλκώ από τη σιωπή τις λέξεις για να μην υπερχειλίσει και με πνίξει.
Μέσα στην καθημερινή τους χρήση οι λέξεις τρίβονται, φθείρονται.
Κάθε σημείο του σώματός τους κραυγάζει. Αναπαύοντας το σώμα αυτό στο κείμενο, οι λέξεις σιωπούν.
Το να γράφεις μοιάζει περισσότερο ως ένας τρόπος για να ζεις.
Οχι ως ένας τρόπος ζωής με την έννοια του μπερέ, του φουλαριού και του αλκοόλ.
Αλλά με το να ψάχνεις αφορμές και σημεία στον γύρω κόσμο όπου η γλώσσα συσσωρεύεται.
Σε γεγονότα, σε εικόνες και συνδέσμους, σε πρόσωπα ανθρώπων.
Βλέποντας τη διαδοχή των πραγμάτων ως διαδοχή παραγράφων. Εξοπλίζοντας τον εαυτό σου με την ξυλογλυπτική του χαρτιού και του μελανιού.
Γράφεις απέναντι στην υπεροψία του τίποτα και τον κυνισμό του μηδέν.
Γιατί τελικά η μόνη απάντηση απέναντι σε έναν παράλογο κόσμο μπορεί να είναι μόνο μια παράλογη απάντηση.
Και τι πιο παράλογο από το να προσπαθήσεις να χωρέσεις σε σημάδια το αίσθημα, την κραυγή και το χρώμα.
Γιατί αν το μπλε ήταν μονάχα μπλε, τότε δεν θα είχε ανάγκη τη λέξη «μπλε» ώστε να υπάρξει.
Είναι η λέξη που συνδέει το μπλε της θάλασσας με το μπλε του κάδου ανακύκλωσης, το μπλε της «Εναστρης νύχτας» του Βαν Γκογκ με το μπλε των αθηναϊκών πινακίδων στους δρόμους.
Και το γράψιμο μας δίνει πίσω την ενότητα σε έναν κόσμο χωρίς ενότητα.
Για αυτούς που γράφουν και για αυτούς που διαβάζουν σαν να γράφουν.
Ορίζει, γεμίζει τις ρωγμές, σφίγγει τις ραφές στην όψη των πραγμάτων. Και δίνει στα πράγματα τις ιδιότητες που έχουν.
Το μπλε είναι λοιπόν μπλε γιατί χωράει σε μια λέξη.
Γράφω λοιπόν σημαίνει οικοδομώ μια σκαλωσιά στο κενό. Η σκαλωσιά πέφτει.
Αλλά σε αυτήν της την πτώση η εκ νέου οικοδόμησή της, η μόνιμη πρόσθεση πάνω σε αυτό που χάνεται, τελικά τη συντηρεί στο ίδιο ύψος. Γράφω σημαίνει ισορροπώ μέσα στην πτώση.
Γιατί αν διακινδυνεύουμε ορισμούς και αν εκβιάζουμε δικαιολογίες για το τι είναι η γραφή, για τον λόγο που συμβαίνει ή για το ποια μπορεί να είναι η ανάγκη της, είναι γιατί η ίδια η γραφή μάς το επιβάλλει.
Οχι σαν χρέος ή σαν προσταγή, αλλά σαν διαδικασία που αφού περικλείει τα πάντα (ακόμα και αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί) έχει ανάγκη να συμπεριλάβει και τον εαυτό της.
Και τελικά γράφεις επειδή γράφεις. Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, χωρίς ορισμένη στρατηγική, χωρίς στόχο πέρα από τη γραφή αυτή καθεαυτή.
Ολα τα άλλα, όλοι οι ορισμοί, οι αναλύσεις και οι περιγραφές, όλες οι φιλολογίες και οι κατατάξεις εκβάλλουν σε μια διαπίστωση που τελικά τις κάνει να σιωπούν:
Γράφω γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Limbo



«Ξεκίνησε έτσι κι έμπασε κι εμένα
Στον πρώτο κύκλο που το χάος τυλίγει.
Εδώ πια απ' όσο γίνονταν ν' ακούσω,
Δεν κλαίγανε, αλλά στενάζαν τόσο,
Που το αιώνιο σάλευαν το αγέρι.
Θλίψη ήταν η αφορμή κι όχι μαρτύριο
Σε τούτο το πυκνό και άμετρο πλήθος
Από μωρά παιδιά, γυναίκες κι άντρες»
Δάντης, Κόλαση, άσμα IV
Στην καθολική θεολογία Limbo ονομάζεται ο χώρος αυτός στην Κόλαση όπου πηγαίνουν τα αβάφτιστα παιδιά όταν πεθαίνουν.
Αθώα επειδή δεν κουβαλούν δικές τους αμαρτίες στέλνονται εκεί ως φορείς του προπατορικού αμαρτήματος.
Στο Limbo των Πατριαρχών περίμεναν τον θάνατο του Χριστού οι πρόγονοι του χριστιανισμού (ο Αβραάμ, ο Δαυίδ, ο Νώε κ.ά.) ώστε να λάβουν εξιλέωση και να μεταφερθούν στον Παράδεισο.
Στον Δάντη και πιο συγκεκριμένα στο τέταρτο Ασμα της Κόλασης το Limbo βρίσκεται στην είσοδο της Κόλασης.
Οι κάτοικοι του Limbo δεν υφίστανται βασανιστήρια όμοια με τους υπόλοιπους κύκλους της Κόλασης. Η δική τους μοίρα είναι η αναμονή.
Οι κάτοικοι του Limbo ζουν περιμένοντας («είναι που ζούμε ατελείωτα στον πόθο» λέει ο Βιργίλιος στον Δάντη).
Μια ατελείωτη παύση όπως αυτή ορίζεται από την προσδοκία και τον πόθο.
Οι κάτοικοι περιμένουν αιώνια. Περιμένουν χωρίς να ανηφορίζουν ή να κατηφορίζουν. Με σοβαρό, αργό βλέμμα, μιλώντας λιγοστά με απαλό τόνο.
Στην ποιητική θεολογία του Δάντη το Limbo πέρα από τα αβάφτιστα παιδιά περιλαμβάνει ποιητές, φιλοσόφους, επιστήμονες, ήρωες της μυθολογίας και της Ιστορίας γεννημένους πριν από τον Χριστό.
Με τον τρόπο αυτό ο Δάντης θεολογεί την αισθητική και την ηθική του.
Αλλά πέρα απ' όλα μάς δίνει τη συμπαντική διάσταση της αναμονής ως συνθήκης. Ποιητικής, θεολογικής και ιστορικής.

Από το Limbo στην Ιστορία


Η κίνηση του ιστορικού χρόνου είναι πάντοτε σχετική. Δεν μπορεί να μετρηθεί σε χρονολογίες, να καταγραφεί με δείκτες, να ποσοτικοποιηθεί με ακρίβεια.
Ο πραγματικός χρόνος μετριέται αποκλειστικά με γεγονότα.
Και η Ιστορία σέρνει τα βαριά της βήματα, πάνω από ανθρώπους και χώρες, πάνω από κατεστημένα και αλλαγές.
Σαρώνοντας χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλάζοντας χωρίς υποσημειώσεις, επιβάλλοντας χωρίς αναστολές.
Ετσι έτη του περασμένου αιώνα όπως το ’39, το ’44, το ’68, το ’89 δεν αποτελούν απλώς χρονολογίες.
Αποτελούν χρονικά σημεία συμπύκνωσης που περιλαμβάνουν ό,τι προηγήθηκε και ό,τι ακολούθησε, σημεία που περιγράφουν τον αιώνα συνοπτικά, κόμβους όπου η αντίληψη σταματά όταν θέλει να αντιληφθεί τον εαυτό της.
Μέσα στην παρατεταμένη συνθήκη της κρίσης η χρονολόγηση άλλαξε και αυτή.
Οι βεβαιότητες που χτίζονταν με υπομονή και συνέπεια τις προηγούμενες δεκαετίες άρχισαν να καταρρέουν.
Οι πολιτικές βεβαιότητες και οι πολιτικές αναφορές, οι τρόποι των ανθρώπων μοιρασμένοι στους δρόμους της πόλης.
Η προοπτική, η συνέχεια και οι ασυνέχειες. Τα εξώφυλλα των ανθρώπων και τα περιεχόμενά τους.
Η Ιστορία έπεσε πάνω μας πυκνή. Με τον άτσαλο τρόπο ενός αδιαμφισβήτητου βάρους. Πολλά χάθηκαν πριν καν το νέο εφευρεθεί.
Ο ιστορικός χρόνος παρουσιάστηκε και πάλι πυκνός.
Βγαίνοντας από τα ντουλάπια που τον έκλεισαν οι δεκαετίες του '90 και των '00 μέσα στην ψεύτικη ευδαιμονία τους και τον πλαστικό ναρκισσισμό τους.
Σε κεντρικά σημεία της πολιτικής ζωής είχες την αίσθηση της ιστορικής κίνησης.
Την αίσθηση αυτή που σου υπαγορεύει πως κάθε τι είναι πιθανό και ενδεχόμενο.

 

Από την Ιστορία στο Limbo


Τον τελευταίο καιρό η πυκνότητα αυτή έχει αλλάξει.
Από τον πυκνό ιστορικό χρόνο περάσαμε στην πυκνή αναμονή.
Σε μια κατάσταση σχεδόν κυκλική χωρίς (προς το παρόν) εξόδους κινδύνου.
Αναμονή για αξιολογήσεις, εκλογές, νέα μέτρα, ανασχηματισμούς. Με όλα αυτά πολλές φορές να μη λένε τίποτα.
Ενα Limbo μεταφρασμένο σε απογοήτευση, μελαγχολία ή απόγνωση.
Ως μια συνθήκη απουσίας του ιστορικού χρόνου. Ή πιο καλά της κίνησής του όπως τη ζήσαμε τα πρόσφατα χρόνια.
Εδώ όμως δεν είναι κόλαση, δεν είναι θεολογία. Και καμιά αναμονή δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα.
Εδώ οι κύκλοι σκάβονται από την ανθρώπινη ανάσα.
Για να μη μοιάζει η έξοδός μας με την έξοδο του Δάντη από τον Κύκλο αυτό της αναμονήςΑπό τον πράο, στον ταραγμένο αγέρα/ Και φτάνω, όπου δε φέγγει φως κανένα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Δεν έχουμε παιδεία


«Δεν έχουμε παιδεία». Αυτή η φράση που ανεμίζει πάνω από συμβάντα και κρίσεις, συμπεριφορές και ατυχήματα, πάνω από το καθημερινό και το έκτακτο, το ξαφνικό και το κοινότοπο.
Με αφορμή το πρόσφατο ατύχημα στην Εθνική οδό και μέσα στην ατελείωτη κουβέντα που ξέσπασε για τα αίτια και τις ευθύνες του συμβάντος, η φράση επιστρατεύτηκε για άλλη μια φορά ώστε να επεξηγήσει.
Οταν ξεσπάει φωτιά καλούμε την Πυροσβεστική, όταν ξεσπάει κουβέντα καλούμε τη φράση «είναι θέμα παιδείας».
Πολλές φορές στη μοιρολατρική εκδοχή τού «αν είχαμε παιδεία...», στην εξοργισμένη βεβαιότητα της κατάφασης τού «δεν έχουμε παιδεία», στον αναλυτικό σχεδιασμό τού «αυτά θα αλλάξουν όταν αποκτήσουμε παιδεία» και σε μύριες άλλες εκδοχές.
Τι σημαίνει όμως αυτή η κοινότοπη παραδοχή;
Ειπωμένο από ανθρώπους με παιδεία, ειπωμένο από ανθρώπους χωρίς παιδεία, ειπωμένο από κουρασμένους ανθρώπους που δεν επιθυμούν να διατυπώσουν μια κρίση.
Ομοια με το «πάνω απ' όλα η υγεία», «αυτό είναι ο χειρότερος φασισμός», «το ψάρι είναι φρούτο» και άλλα πολλά.
Ομοια με το βιαστικό «τι κάνεις;» προς κάποιον γνωστό που περνάς με ταχύτητα χωρίς να περιμένεις την απάντηση, χωρίς να ενδιαφέρεσαι γι' αυτή.
Φράσεις που δεν έχουν κανέναν ρόλο, παρά μόνο να καλύψουν τη σιωπή, να ξορκίσουν την αμηχανία που αυτή φέρνει, να σε εντάξουν στη συζήτηση όχι ως απόντα, αλλά ως κάποιον που συμμετέχει σε μια κοινή παραδοχή.
Μια γενίκευση που δεν γενικεύει, μια σιωπή ειπωμένη σε τρεις λέξεις.
Το αληθές της κρίσης που υπονοεί η φράση σε σχέση με την εκπαίδευση, τη νοοτροπία, τους όρους συμβίωσης χάνεται πίσω από το τετριμμένο της χρήσης, της αντανακλαστικής διατύπωσης, του αφηρημένου ευχολογίου.
Η παιδεία δεν γίνεται ποτέ κάτι συγκεκριμένο, πάντοτε είναι κάτι που δεν έχουμε.
Μια έλλειψη που ζητά να συμπυκνώσει όλες τις ελλείψεις. Χωρίς κατεύθυνση, χωρίς μέριμνα, χωρίς πραγματική έγνοια.
Ποτέ δεν μιλούμε για μία παιδεία. Για έλλειψη γνώσης, πληροφορίας, όρων κοινωνικής συμπεριφοράς και συμβίωσης.
Εξειδικευμένη παιδεία, γενική, σφαιρική, εγκυκλοπαιδική, κάτι τέλος πάντων.
Η παιδεία δεν είναι κάτι συγκεκριμένο. Είναι κάτι που ανεστραμμένο περιγράφει την έλλειψή μας.
Μια έλλειψη -με τη σειρά της- όχι συγκεκριμένη, μια έλλειψη που όμως μας ορίζει συναισθηματικά, ψυχικά, υπαρξιακά.
Αλλά ποιοι είμαστε εμείς και τι ακριβώς είναι αυτό που δεν έχουμε;
Πέρα από το κοινότοπο της φράσης, αυτό που πραγματικά είναι εξοργιστικό είναι αυτό το Εμείς που υπονοείται.
Το υποκείμενο που δεν έχει, ο φορέας της έλλειψης που όσο και να προσπαθεί μονίμως δεν θα έχει.
Μια συλλογική ευθύνη μοιρασμένη από όλους προς όλους. Ενα αίσθημα αυτοταπείνωσης που μοιράζεται συλλογικά και γίνεται κάτι αφηρημένο.
Οταν όμως κάτι μοιράζεται, παύει να εξατομικεύεται και ταυτόχρονα θολώνει.
Η αυτοκριτική απαλύνεται. Γίνεται κριτική που τυχαίνει να περιλαμβάνει (μαζί με έναν άπειρο αριθμό άλλων) το υποκείμενο που τη διατυπώνει.
Προσθέτοντας έλλειψη στους γύρω μας, μειώνουμε την έλλειψη που νιώθουμε μέσα μας (ή που φοβόμαστε πως έχουμε).
Η ενοχή που μοιράζεται ταυτόχρονα εξισώνει τα υποκείμενα στο ύψος του ενός και μόνου υποκειμένου που δεν έχει.
Βέβαια, όλες αυτές οι παρατηρήσεις δεν αποτελούν προσπάθεια να αποδείξουμε πως έχουμε παιδεία ή πως δεν ευθυνόμαστε.
Είναι πιο πολύ το δικαίωμά μας στην ιδιοκτησία του λάθους. Του δικού μας λάθους.
Του λάθους που είμαστε μαζί με τα σωστά μας, αυτού του λάθους που μας συγκροτεί.
Αυτού που μπορούμε να διορθώσουμε αν το επιθυμούμε, αν το μπορούμε και αν το καταφέρουμε.
Ο ιδιωτικός μας χώρος στην πτώση, στην αστοχία και στην έλλειψη.
Και ταυτόχρονα μια έκκληση να μη χρησιμοποιούμε την κοινοτοπία ως ερμηνευτικό εργαλείο εξαιρετικά σύνθετων ή εξαιρετικά δυσάρεστων συμβάντων.
Πολλές φορές η σιωπή είναι κι αυτή μια μορφή παιδείας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Τα σώματα και τα αγάλματα



Λίγες εβδομάδες πριν, το δημοτικό συμβούλιο της Βουδαπέστης πήρε την απόφαση να απομακρύνει το άγαλμα του Γκέοργκ Λούκατς από το πάρκο Szent István της ουγγρικής πρωτεύουσας. Το άγαλμα θα αντικατασταθεί από ένα αντίστοιχο του Αγίου Στεφάνου, του πρώτου βασιλιά της Ουγγαρίας.
Ο Λούκατς υπήρξε μάλλον ο σημαντικότερος (μαζί με τον Μπένγιαμιν) μαρξιστής κριτικός εκτός Ρωσίας. Ο Λούκατς υπήρξε φιλόσοφος, ιστορικός των αισθητικών θεωριών, υπουργός Πολιτισμού στη βραχύβια Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία του Μπέλα Κουν και είχε εβραϊκή καταγωγή.
Κάποια απ' όλες αυτές τις ιδιότητες (ή μάλλον ο συνδυασμός όλων αυτών των ιδιοτήτων) ενόχλησε τον δημοτικό σύμβουλο του ακροδεξιού κόμματος Jobbik, ο οποίος έκανε και την πρόταση της απομάκρυνσης του αγάλματος.
Το κυβερνών κόμμα -το οποίο ελέγχει και τον δήμο της Βουδαπέστης- υποστήριξε την πρόταση και έτσι το άγαλμα θα απομακρυνθεί από το πάρκο.
Ας σημειωθεί πως το πάρκο βρίσκεται σε μια περιοχή όπου πολλοί Εβραίοι εκτοπίστηκαν από τις ουγγρικές αρχές από τον Ιούνιο μέχρι τον Νοέμβριο του 1944, σύμφωνα με το Hungarian Free Press.
Μια περιοχή-σύμβολο μιας άβολης μνήμης που υπενθυμίζει τον δρόμο που μπορούν να πάρουν τα γεγονότα σε δύσκολους καιρούς.
Σε μια χώρα της οποίας η κυβέρνηση πρωτοστατεί στις αντιπροσφυγικές δηλώσεις και πράξεις, κλείνει και περιφρουρεί τα σύνορα απέναντι στους «εισβολείς», ενώ ταυτόχρονα στολίζει την αντιδραστική της πολιτική με αντισημιτικό λόγο και περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου, η απομάκρυνση ενός αγάλματος μοιάζει να μην έχει και τόσο μεγάλη σημασία.
Εχω όμως την αίσθηση πως με τον ίδιο τρόπο που ένα άγαλμα γίνεται σύμβολο που συμπυκνώνει τον βίο και το έργο ενός ανθρώπου, με τον ίδιο τρόπο η απομάκρυνση ενός αγάλματος συμπυκνώνει τις πολιτικές, τις αντιλήψεις και τις προθέσεις μιας κυβέρνησης.
Και ακόμη περισσότερο την ουσία κομμάτων και πολιτικών απλωμένων σε κάθε σημείο της γερασμένης ηπείρου. Ετσι, η πράξη της απομάκρυνσης του αγάλματος γίνεται σύμβολο αντισημιτισμού, αντικομμουνισμού και αντιδιανοουμενισμού. Ενας ανδριάντας υπέρ της προσπάθειας γενοκτονίας της μνήμης.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία δεν εξαρτάται από το ποσοστό αλήθειας που εμπεριέχει, αντίθετα εξαρτάται από τη βούληση αυτού που την επιβάλλει ως πραγματική.
Ο,τι συνέβη κάποτε παύει να συμβαίνει στο παρελθόν όταν οι ισχυροί της προστακτικής μπορούν να απομακρύνουν τα αγάλματα, να κάψουν τα βιβλία της ιστορίας, να διατάξουν το παρελθόν.
Δεν υπάρχει αλήθεια μόνο βούληση για επιβολή της αλήθειας. Ο δήμος της Βουδαπέστης όρθωσε ένα τεράστιο άγαλμα υπέρ της βούλησης αυτής και ενάντια στο ίδιο το γεγονός της ιστορίας.
Ζούμε την Ευρώπη των άδειων βάθρων, των έρημων πάρκων και του εξόριστου παρελθόντος. Μα η ζωή χρειάζεται τα αγάλματα με τον ίδιο τρόπο που το παρόν έχει ανάγκη το παρελθόν.
Αγάλματα υπαίθρια μακριά από την κατάταξη των μουσείων, μια τέχνη δημόσια και όχι μια τέχνη προνόμιο, έκθετη στον καιρό και το τυχαίο βλέμμα.
Μια τέχνη υπενθύμιση του καλού και του κακού, μια καταγραφή του παρελθόντος ως αισθητικής αποτύπωσης και της όψης ως βάθους. Τα σώματα των περαστικών ζητούν από τα υπαίθρια αγάλματα επιβεβαίωση παλμού.
Η κίνηση χρειάζεται την ακινησία των αγαλμάτων ώστε να μετρήσει τον εαυτό της. Και η ιστορία χρειάζεται τη στιβαρότητα της πέτρας, του μαρμάρου και του χαλκού απέναντι στη διαβρωτική διαδικασία της πλαστικής πληροφορίας και της χάρτινης αλήθειας.
Χωρίς αγάλματα το παρελθόν μένει χωρίς σώμα. Και χωρίς παρελθόν, το παρόν μένει ακίνητο και γίνεται άγαλμα. Στέκει ακρωτηριασμένο σαν αρχαιοελληνική μαρμάρινη ανάμνηση.
Η μνήμη δεν βρίσκει διέξοδο, δεν ησυχάζει. Τριγυρνά το σώμα μέχρι να το ακινητοποιήσει. Τα σώματα χωρίς τα αγάλματα από σάρκα γίνονται κρέας.
Και ζούμε το παράδοξο: είναι οι νεκροθάφτες της μνήμης και οι δολοφόνοι των αγαλμάτων οι οπαδοί του Τραμπ, του Ορμπαν ή του Αδ. Γεωργιάδη αυτοί που ανασταίνουν τη σημασία της μνήμης και την επιτακτικότητά της. Και δημιουργούν μια ακαριαία υπενθύμιση πριν το παρόν μας μεταμορφωθεί σε ένα ατελείωτο νεκροταφείο ελευθεριών και αγαλμάτων.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Ο ήχος των μικρών ανθρώπων

Ξαναβλέποντας τον Δράκο του Νίκου Κούνδουρου

 
Με αφορμή το θάνατο του Νίκου Κούνδουρου είδα για άλλη μια φορά το αδιαμφισβήτητο αριστούργημά του, τον «Δράκο». Και είναι λίγα τα έργα τέχνης στα οποία επιστρέφεις μετά την πρώτη σου επαφή μαζί τους και αντιλαμβάνεσαι πως η αίσθηση που σου προκαλούν είναι τελείως όμοια με την αίσθηση εκείνης της πρώτης φοράς. Είναι λίγα τα έργα που δεν γερνούν από βλέμμα σε βλέμμα. Και ο Δράκος είναι σίγουρα ένα έργο για τους αιώνες. «Φιλμ συναρπαστικό, με ποιητική έμπνευση, που φτάνει σε στιγμές αληθινής έκστασης», έγραφε ο Φρανσουά Τρυφώ για τον Δράκο στο Arts Magazine. Ένα φιλμ που χτυπήθηκε τόσο από την αριστερά όσο και από την δεξιά όταν πρωτοβγήκε στις αίθουσες. Ένα φιλμ που ανακαλύφθηκε από τις διαδοχικές γενιές ξανά και ξανά. Μια διαδικασία που μοιάζει να μην σταματά ακόμα και στις μέρες μας. Το 2010 ο Τζόναθαν Φράνζεν, ένας από τους σημαντικότερους και δημοφιλέστερους αμερικάνους πεζογράφους περιλαμβάνει τον «Δράκο» στο μυθιστόρημα του «Ελευθερία». Του δίνει ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής, όταν το ζευγάρι ηρώων βλέπουν τον «Δράκο» σε ένα από τα πρώτα ραντεβού τους και συζητούν για το νόημα της ταινίας. Στη συνέχεια του βιβλίου, ο Ντίνος Ηλιόπουλος εμπνέει τον πρωταγωνιστή του Γουόλτερ, να σηκώσει το ανάστημά του απέναντι στις επιταγές της εταιρίας στην οποία δουλεύει. Υπάρχει, μάλιστα, κι ένα κεφάλαιο με τίτλο «Ο δράκος της Ουάσιγκτον». Με αφορμή την αναφορά στο μυθιστόρημα ο Γκάρντιαν έγραψε πως «Η «Ελευθερία» του Φράνζεν ξαναζωντανεύει το μύθο του «Δράκου»» και ο κριτικός κινηματογράφου Πίτερ Μπράντσο τόνισε πως με την αναφορά του στον «Δράκο» ο Φράνζεν «άλλαξε, ίσως, τη ροή της ιστορίας του σινεμά και αποκατέστησε τη φήμη του έλληνα σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου, που δυστυχώς πολλές επίσημες ιστορίες του παγκοσμίου κινηματογράφου τον έχουν αποσιωπήσει. Όλα αυτά τώρα μπορούν να αλλάξουν. Από τότε που κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα το ενδιαφέρον για την ταινία ολοένα μεγαλώνει. Οι άνθρωποι ψάχνουν να τη βρουν». Για να καταλήξει πως ο «Δράκος» αποτελεί «ένα σκοτεινό, σατιρικό νουάρ αριστούργημα».

«Ευχαριστώ. Αφήστε με μόνο.
Σ’ όλη μου τη ζωή απέφυγα
τον θόρυβο»

Ο πρωταγωνιστής του Δράκου -ενσαρκωμένος με αριστουργηματικό τρόπο από τον Ντίνο Ηλιόπουλο- είναι ένας από τους σημαντικότερους χαρακτήρες στο πάνθεον της ελληνικής αφήγησης. Ακριβώς γιατί καταφέρνει, με τρόπο εξαίσια ισορροπημένο, να είναι ένας άνθρωπος διαχρονικός και ένας άνθρωπος της εποχής του. Από τη μία, ο άνθρωπος όπως βγαίνει από τη σφαγή του πολέμου και την πληγή του εμφυλίου. Κυνηγημένος, ενσωματώνοντας το φόβο στις κινήσεις και στον τρόπο που υπάρχει ανάμεσα στα αντικείμενα και τους ανθρώπους. Πάντα με την αίσθηση του ξένου βλέμματος πάνω του. Το σώμα του Ντίνου Ηλιόπουλου είναι το σώμα που προσπαθεί να τυλιχτεί στην ησυχία και να κρυφτεί από το άγνωστο που τον επιτηρεί. Και από την άλλη, ένας άνθρωπος χαμένος σε μια σύγχρονη πόλη. Βγαλμένος μέσα από το «Παλτό» του Γκόγκολ, ταπεινός και καταφρονημένος. Με το σφιχτό πουκάμισο και το γιλέκο, τα γυαλιά του. Με το οριοθετημένο και προσεγμένο του ντύσιμο να περιορίζει τις συγκινήσεις, τα ξαφνιάσματα, τις εκπλήξεις. Ένας άνθρωπος γεωμετρικά τακτοποιημένος. Να χάνει την κλίμακά του μες στην αχανή κλίμακα των δρόμων και της πόλης που τον καταπίνει.

«Συγχώρεσε μας, δεν το θέλαμε»

Το στοιχείο, όμως, που απογειώνει την αφήγηση και καθιστά το έργο του Κούνδουρου αριστούργημα είναι πως ακριβώς πάνω σε έναν τέτοιο άνθρωπο προβάλλεται ο ρόλος του μεσσία από τους γύρω του. Η αντίθεση του ανθρωπάκου και της προσδοκίας αυτών που τον περιμένουν είναι αυτή που δομεί όλο το φορτίο της ταινίας. Μια υπόσχεση και ένας άνθρωπος που είναι αδύνατον να την κουβαλήσει. Ένας μικρός άγιος του υποκόσμου, που ούτε άγιος είναι ούτε στον υπόκοσμο ανήκει. Είναι απλά ένας τραπεζικός υπάλληλος μπροστά στον τρόμο της μοναξιάς μια πρωτοχρονιά βράδυ.
Η συνείδηση της κληρονομιάς, η αμφίσημη απεικόνιση του υποκόσμου, οι χαρακτήρες που βγαίνουν μέσα από την ιστορία της περιόδου χωρίς να μαρτυρούν την καταγωγή τους, οι πλάγιες αναφορές στην τρομοκρατία της εποχής, τα μεικτά στοιχεία του νεορεαλισμού, του εξπρεσιονισμού και του φιλμ νουάρ, η αίσθηση πως η ιστορία είναι μια απολύτως ρεαλιστική αποτύπωση, αλλά μαζί και ένα ανοικτό σύμβολο που μπορεί να συμπεριλάβει μέσα του πολλά ακόμη, η μουσική του Χατζιδάκι και το μπουζούκι του Τσιτσάνη, η ισορροπία ανάμεσα στο ρεμπέτικο, το μοιρολόι και το χωρικό τραγωδίας στο τραγούδι «ο ήλιος έσβησε», ο αμήχανος μετεωρισμός του Ντίνου Ηλιόπουλου στο ζεϊμπέκικο που ακολουθεί, το σενάριο του Καμπανέλλη και η υπέροχη όψη της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου καθιστούν την ταινία ως ένα από τα σημαντικότερα έργα τέχνης που δημιουργήθηκαν στην χώρα μας τον αιώνα που πέρασε.
Η ησυχία με την οποία ο «δράκος» αποσύρεται στο θάνατο θα κατοικεί μέσα μας για πάντα. Μαζί με τον τελευταίο διάλογο της ταινίας:
«-Σαν να πήγαινε γυρεύοντας.
-Αυτός τώρα ησύχασε.
-Τον ήξερε κανείς;
-Όχι»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Αυτός που κάθεται μόνος


Εκείνος που στέκει μόνος, πλέκει τον χρόνο όπως αυτός επιθυμεί.
Τον χωρίζει σε δυάδες, σε ομάδες, τον τοποθετεί στο άδειο παγκάκι, δίπλα του ακριβώς να τον κοιτάξει. Και να τον κοιτάξει και αυτός πίσω. Γιατί αυτός που στέκει μόνος έχει άλλο χρόνο απ' τους γύρω, άλλο χρόνο απ' τις ομάδες, τις παρέες, τα ζευγάρια. Και άλλο χρόνο από τους άλλους μόνους.
Ενας χρόνος που δεν μοιράζεται, ένας χρόνος συμπαγής και ενιαίος.
Ο μόνος χρόνος του ανθρώπου που στέκει μόνος.
Χειροποίητος, ο χρόνος παίρνει το σχήμα της αφής του.
Και κάθε στιγμή που περνά γίνεται χειραψία, επιβεβαίωση παρουσίας, κατάφαση του Τώρα στο Εδώ.
Και το παγκάκι παραμένει άδειο γιατί εκείνος στέκει μόνος.
Τώρα η ανάσα τον ανασαίνει, ο ήχος τον ακούει και η σιωπή του δεν τον σιωπά.
Τώρα ο χρόνος τον πλέκει όπως αυτός επιθυμεί. Και έτσι διαμπερής αρχίζει να γερνά.
Δεν γερνά όμως από χρόνο αλλά από χώρο. Και έτσι αρχίζει να χάνει όλα όσα ο χώρος του ζητά.
Μικρός, όλο και πιο μικρός αυτός που στέκει μόνος ζει μοναχά μια σπιθαμή ζωή. Φτάνοντας σε ένα βήμα από το εδώ στο πέρα. Από το ένα δωμάτιο στο άλλο όλος ο χρόνος του γερνά.
Αυτός που στέκει μόνος απλώνει τις εκτάσεις του στο μπαρ.
Πάνω στην μπάρα, κάτω από ποτήρια χαμηλά κι από αγκώνες. Η μοναξιά δεν πίνεται ποτέ με πάγο, μην αραιώσει και μοιάσει με εγκατάλειψη. Μη νερουλιάσει και μοιάσει με κλάψα. Η μοναξιά κρατά τη ράχη όρθια στα σύνορα του πάγκου. Ευθυτενής σαν στέκα μπιλιάρδου, η μοναξιά είναι ο ιστός της άλλης σημαίας. Αυτής που κυματίζει για έναν άνθρωπο και μία θέση.
Και αυτός που στέκει μόνος τώρα κυματίζει σε ένα ποτήρι μισοάδειο. Εκεί που εκείνοι βλέπουνε, εκεί αυτός κοιτάζει.
Εκεί που εκείνοι αποχωρίζονται εκεί αυτός αποχωρεί. Εκεί που οι άλλοι στέκονται εκείνος στέκει μόνος. Τώρα πίνει μόνος σε μια μπάρα που απλώνεται στο άπειρο. Για λίγο σταματά μπροστά στον καθρέφτη του τοίχου και ύστερα πάλι συνεχίζει. Μορφή ξεχασμένη στον καθρέφτη ώρες μετά την αποχώρηση του ίδιου. Σκυμμένη, σιωπηλή, χωρίς να βγάζει το σακάκι.
Στον καθρέφτη μένει, αφού κλείσουνε τα φώτα, αφού κλείσει το μαγαζί. Σαν να περιμένει τον ιδιοκτήτη να επιστρέψει στην αντανάκλασή του.
Αδέσποτος κατοπτρισμός ανθρώπων που δεν φαίνονται, ανθρώπων που είναι μόνοι.
Γιατί εδώ δεν υπάρχει ιδιοκτησία και είναι ο σοσιαλισμός της μοναξιάς ο μόνος ιδιοκτήτης.
Και ξέρω πως υπάρχει ένα σημείο όπου μαζεύονται όλα τα ξεχασμένα είδωλά μας.
Ολοι οι κατοπτρισμοί μας που δεν επιβεβαιώθηκαν στην πλήρη ταύτισή τους με εμάς, όλες οι αντανακλάσεις που αφηρημένες δεν πρόλαβαν να ακολουθήσουν την αποχώρησή μας, όλες οι όψεις μας που ενώ κοιτάγαμε τον καθρέφτη μάς γύρισαν την πλάτη.
Ολες περιμένουν εκεί, συζητούν για εμάς και σχολιάζουν (άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά).
Τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, συγκρίνουν τους αυτούς τους.
Τις χαρές που ενσαρκώνουν και τις λύπες, τις τόσες άλλες περιόδους. Εκδοχές της εκδοχής του εαυτού μας.
Προσπαθούν να καταταγούν ανάλογα με την ηλικιακή τους διαδοχή. Μάταια όμως.
Γιατί η ηλικία εδώ δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Με τη διάθεση μόνο και την αποτύπωσή της στην όψη μας.
Ολα τα είδωλά μας περιμένουν να σπάσει ο καθρέφτης και εμείς να επιστρέψουμε.
Σαν σκυλί αδέσποτο που τριγυρνά στον κήπο χρόνια, περιμένοντας το νεκρό αφεντικό του.
Κάποια στιγμή θα βρεθούμε τυχαία μπροστά σε έναν καθρέφτη θρύψαλα. Και θα συναντήσουμε εκεί τα τόσα ενδεχόμενα, τους τόσους εαυτούς.
Και μαζί τη συνειδητοποίηση πως μένουμε μόνοι από άλλους αλλά όχι μόνοι από εαυτό.
Μα ο άνθρωπος που στέκει μόνος τώρα στέκεται τυφλός από καθρέφτη και τυφλός από εαυτό.
Γιατί είναι πολλές φορές η απόσταση από τη δική σου όψη όμοια με την απόσταση που έχεις με τους γύρω.
Και τα παιδιά τον κοροϊδεύουν κρατώντας στα χέρια τους σφυριά.
Τώρα στέκει εδώ, δίπλα σε σένα που στέκεις μόνος.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Τι συμβαίνει όταν καλείς έναν κανίβαλο για δείπνο;


Το να εξοργίζεσαι με τις επιλογές του Καμμένου είναι εξίσου μάταιο με το να χτυπάς το κεφάλι σου σε ένα ανοιχτό ντουλάπι και να θυμώνεις με το ντουλάπι. Όμως, το να μην θυμώνεις και να μην κάνεις τίποτα είναι χίλιες φορές πιο προβληματικό.  Γιατί, τελικά, ο Καμμένος δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από αυτό που πάντα ήταν. Ένας συντηρητικός λαϊκιστής πολιτικός της δεξιάς, με συχνές ακροδεξιές εκρήξεις, κυρίως, σε συμβολικό επίπεδο ή επίπεδο δηλώσεων. Και όταν η συγκολλητική ουσία των αντιμνημονιακών εξαγγελιών εξαχνώθηκε, ο Καμμένος επέστρεψε ακριβώς σε αυτά τα αρχικά του χαρακτηριστικά.
Το θέμα είναι πότε φτάνει ο κόμπος στο χτένι για μια κυβέρνηση που προσπαθεί να πείσει για το αριστερό της πρόσημο; Για πολλούς (και τοποθετώ τον εαυτό μου σε αυτούς) η ανίερη συμμαχία θα έπρεπε να έχει τελειώσει όταν ο Καμμένος με δάκρυα στα μάτια κλαψούρισε μπροστά στον Ιερώνυμο πώς αν ο ίδιος δεν συμφωνεί με τους χειρισμούς της κυβέρνησης, ο υπουργός είναι διατεθειμένος να την ρίξει. Με την άθλια αυτή στάση ο Καμμένος, όχι μόνο κουρέλιασε τους θεσμούς, αλλά ταυτόχρονα ταπείνωσε και εκβίασε την κυβέρνηση στην οποία συμμετέχει (αποτέλεσμα που φυσικά δεν θα είχε προκύψει, αν η κυβέρνηση δεν αποδεχόταν τον εκβιασμό, βαφτίζοντας τη δειλία, ρεαλισμό). Με τον τρόπο αυτό ο Κ. δημιούργησε έναν άμεσο δίαυλο παρέμβασης της εκκλησίας στην πολιτική, ορατό πιο πολύ απ’ όσο ποτέ, με άμεσα αποτελέσματα (αποπομπή Φίλη), έναν δίαυλο που μέχρι σήμερα ενσαρκώνει ο ίδιος.
Γιατί μπορεί οι διάφορες εμετικές παράτες, οι διάφοροι εορτασμοί που συναγωνίζονται σε ομορφιά τις αντίστοιχες της χούντας (δες εορτασμό και παρελάσεις, εικόνες από Σαλαμίνα και άλλα), να είναι εξίσου ενοχλητικές, αλλά ανεξάρτητα από τους οπτικούς ρίπους που προκαλούν παραμένουν σε συμβολικό επίπεδο. Το πρόβλημα έρχεται όταν όλα όσα αυτά συμβολίζουν γίνονται πολιτική και πράξη. Το επεισόδιο με τον Ιερώνυμο ήταν ακριβώς αυτό. Όμοια και οι δηλώσεις (οι οποίες όμως περιέγραφαν πράξεις) γύρω από το θέμα των Αλβανών που έκαναν το σήμα του αετού (σήμα της σημαίας της χώρας καταγωγής τους και όχι του UCK) μέσα στο στρατόπεδο. Γιατί ένα ρατσιστικό υπονοούμενο ή μια διεξαγωγή αντιπαράθεσης με εθνικιστικά επιχειρήματα (κάτι στο οποίο ο καμένος, μας έχει συνηθίσει) είναι τελείως διαφορετικό από εθνικιστικές και στρατόκαυλες διαταγές και πράξεις.

Παρενθετικά
(Ταυτόχρονα, σε επίπεδο δηλώσεων είμαι ο μόνος που ανατρίχιασε με το γεγονός πως ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στην ορκωμοσία Τραμπ, ο καμένος ευχαρίστησε για το σχέδιο Μάρσαλ; Τι ακολουθεί; Ευχαριστήριες κάρτες για το γεγονός ότι μας βοήθησαν να κερδίσουμε τον συμμοριτοπόλεμο;)

Μια αδράνεια με συνέπειες
Το έγκλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πως συμμάχησε με τον καμένο. Το έγκλημα είναι πως άφησε τις απόψεις που αυτός εκφράζει να αποκτήσουν έρεισμα και να υπάρχουν χωρίς αντιδράσεις. Σε τέτοιο βαθμό που στις κρίσιμες στιγμές (βλ. ξανά εκκλησία) ήταν αυτές που επικράτησαν. Σε τέτοιο βαθμό που περιστατικά, όπως π.χ. η επίσκεψη στο Καστελόριζο, να θυμίζουν περισσότερο πολιτική Καμμένου παρά ΣΥΡΙΖΑ.
Γιατί αν για τις πολιτικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο ευθύνεται η διαπραγμάτευση, η εξάρτηση της χώρας κτλ, για τη μηδαμινή του συμβολή σε θεσμικά θέματα και για την σχεδόν πλήρη απουσία πράξεων που θα μπορούσαν να αλλάξουν την ελληνική κοινωνία προς μια προοδευτική κατεύθυνση ευθύνεται –όχι ο Καμμένος, αυτός είπαμε είναι αυτός που είναι- αλλά ο άνευ όρων εναγκαλισμός  του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ και πολύ περισσότερο με τις πολιτικές και τις απόψεις τους.
Η επίδειξη ισχύος του Καμμένου όλο το τελευταίο διάστημα περιγράφει και το πώς αυτός αντιλαμβάνεται τη συνεργασία με ένα άλλο κόμμα.
Θα μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε μια πρόβλεψη; Μήπως όταν η κατάσταση με τα νέα μέτρα, τις διαπραγματεύσεις, την κοινωνική δυσαρέσκεια, τη δίχως τέλος λιτότητα φτάσει στο απροχώρητο,  ο συνδαιτημόνας Πάνος Καμμένος, με το αίσθημα πολιτικής επιβίωσης που τον διακατέχει και προκειμένου να σώσει το κόμμα του από τη ζώνη του υποβιβασμού στις επόμενες εκλογές, αποφασίσει μια ηρωική έξοδο δια οποιαδήποτε αφορμή; Ως μια τελευταία αντιμνημονιακή φιοριτούρα σε έναν χορό σκοπιμότητας, κιτσάτου παιχνιδιού με σύμβολα και θεσμούς και πολιτικού καιροσκοπισμού. Μια φιοριτούρα που θα του εξασφαλίσει πολιτική επιβίωση, έστω για μια ακόμη πολιτική αναμέτρηση;
(ο τίτλος είναι δανεισμένος από ξένο άρθρο με άλλο θέμα)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Καταδικάζουμε τους εξωσχολικούς απ' όπου κι αν προέρχονται


Η λέξη εξωσχολικός πάντα ακουγόταν λάθος. Και κυρίως την περίοδο που βρισκόμασταν στο σχολείο.
Τα εξωσχολικά βιβλία, ας πούμε, κατάφερναν να «συντηρήσουν» τη χαρά της ανάγνωσης, αφού προέκτειναν το εξαναγκαστικό διάβασμα και πέρα των σχολικών εγχειριδίων.
Η όμορφη κοπέλα του σχολείου πάντοτε είχε σχέση με κάποιον εξωσχολικό και όταν ακουγόταν η φράση «έρχονται εξωσχολικοί» αυτή δεν σήμαινε κάποια εθιμοτυπική επίσκεψη, αλλά παιδιά από άλλα σχολεία που έρχονταν να πετάξουν νεράντζια με γουρούνες στο δικό μας προαύλιο ή άλλα τέτοια.
Η λέξη έχασε την νεραντζίσια πικρίλα της μόλις -είτε το θέλαμε είτε όχι- γίναμε όλοι εξωσχολικοί.
Την πικρίλα αυτής της λέξης -και μάλιστα στον υπερθετικό της βαθμό- ήρθαν να μας θυμίσουν κάποιες πρόσφατες δηλώσεις.
«…Το υπουργείο Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων έχει την υποχρέωση να θωρακίσει τις εκπαιδευτικές διαδικασίες από παρεμβάσεις εξωσχολικών, όποιοι κι αν είναι αυτοί, όποιους σκοπούς κι αν επιδιώκουν…» δήλωσε ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, Γιάννης Παντής, μετά την εισβολή χρυσαυγιτών με επικεφαλής τον βουλευτή της εγκληματικής οργάνωσης, Γιάννη Λαγό, στο Δημοτικό Σχολείο νέου Ικονίου στο Πέραμα.
Η δήλωση έκανε τον γύρο της ενημέρωσης μαζί με τις εικόνες της εισβολής.
Εξαλλοι τραμπούκοι, χρυσαυγίτες, που παριστάνουν τους γονείς (όπως αποκάλυψε το πάντα αποκαλυπτικό διαδίκτυο), κανονικοί γονείς να ξερνούν αγνό ακατέργαστο μίσος.

Και όλα αυτά, στο προαύλιο ενός σχολείου μικρών παιδιών, μπροστά σε μάτια που εκτέθηκαν σε ό,τι πιο σάπιο υπάρχει σ' αυτήν την κοινωνία, σε έναν λόγο που μεταφράζει άλλα μικρά παιδιά σε αρρώστιες, που έρχεται με τέτοια ένταση μίσους που καταλαβαίνεις τι περιμένει αυτά τα παιδιά (μαζί με πολλά πολλά άλλα) αν οι φορείς του ναζισμού πάρουν κεφάλι.
Και μετά απ’ όλο το ξεχείλισμα του βόθρου, ακούς χλιαρές και ήπιες φράσεις που τελικά δεν σημαίνουν τίποτα.
Μα οι πιο ήπιες λέξεις γίνονται ακραίες όταν ακριβώς αδυνατούν να περιγράψουν ακραίες συμπεριφορές.
Και ακόμη περισσότερο, όταν αδυνατούν να απαντήσουν σε ακραίες ιδεολογίες· ιδεολογίες-φυτώρια εγκλήματος.
Οι νεοναζί δολοφόνοι περιγράφονται ως θεσμικοί μικροπαραβάτες, η κουλτούρα του λιντσαρίσματος παιδιών (όπως πλανάται στον αέρα του βίντεο) ως γεωγραφική παρατυπία (αφού συμβαίνει απλά στον λάθος τόπο, εντός δηλαδή του σχολείου).
Ο ναζισμός υποβιβάζεται σε μια κουλτούρα που δεν πρέπει να υπάρχει στα σχολεία, όπως περίπου το κάπνισμα.
Αλλά απ’ όσο καταλαβαίνουμε, δεν θα είναι ο μόνος, αφού οι εξωσχολικοί είναι κακοί γενικά.
Και αν κάτι τέτοιο ισχύει -ακριβώς επειδή δεν μπορεί να ισχύει- τελικά οι ναζί αθωώνονται.
Γιατί το πρόβλημα με τους νεοναζί και τους φασίστες δεν είναι απλώς το ότι λειτουργούν ενάντια σε θεσμούς.
Αντίθετα, ενσαρκώνουν την περιφρόνηση του κάθε θεσμού, της κάθε γνώμης πέρα από τη δική τους.
Το να τους εγκαλείς στη θεσμικότητα, μοιάζει εξίσου μάταιο με το να προσπαθείς να κάνεις ρουά ματ σε κάποιον που την ίδια στιγμή παίζει κικ μποξ.
Το ύφος της νομιμοφροσύνης που προκύπτει από τη θεσμική προσήλωση έχει ως θύμα του την ίδια την κυριολεξία των λέξεων.
Γιατί οι φασίστες δεν είναι κάποιοι δημοκράτες που παραστράτησαν. Οι εγκληματίες πρέπει να λέγονται εγκληματίες.
Κάθε τι που αντικαθιστά την τόσο σημαντική κυριολεξία απλά και μόνο για να μη θίξει κανέναν και για να κρύψει τη δειλία αυτή κάτω από μια λεπτή στρώση θεσμικής πρόφασης, είναι περισσότερο από προβληματικό.
Γιατί οι «εξωσχολικοί» πριν από το Δημοτικό του Περάματος είχαν επισκεφθεί και το Καστελόριζο.
Γιατί οι εξωσχολικοί όλο και απλώνονται.
Εξωσχολικοί στις συνελεύσεις του Σώρρα και εξωσχολικοί στα σχόλια στα μέσα δικτύωσης, στις αυθόρμητες πράξεις λαϊκού εξωσχολισμού στα διάφορα νησιά ή στον κάθε χώρο εργασίας.
Ενας εξωσχολικός βρέθηκε μάλιστα, πρόσφατα, και στο στόμα του Γεράσιμου Γιακουμάτου.
Ηταν αυτός που είπε πως η ομοφυλοφιλία είναι κολλητική ασθένεια. Κλασικός εξωσχολικός. Δεν βρίσκετε;
Οσο οι εξωσχολικοί λέγονται εξωσχολικοί, ο φασισμός σε όλες του τις εκδοχές θα καλπάζει.
Και όσοι νιώθουν ασφαλείς επειδή τοποθετούν τους εαυτούς τους εντός της σχολικής νομιμότητας, σύντομα θα βρεθούν έκπληκτοι εκτός του σχολείου.
Γιατί αυτό το εκτός σχολείου του ναζισμού συνεχώς και απλώνεται και στο τέλος δεν θα μείνει ούτε αίθουσα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τα κόμματα της κρίσης και η κρίση των κομμάτων


Η εκ νέου σύμπραξη του Γιώργου Παπανδρέου με τη Φώφη Γεννηματά, σε συνδυασμό με την είδηση πως η χιουμοριστική σελίδα «Παλιό ΠΑΣΟΚ – Το Ορθόδοξο», όχι μόνο ξεπέρασε σε αποδοχή την πραγματική ιστοσελίδα του κόμματος, αλλά με επιστολή της στην πρόεδρο του Κινήματος απαίτησε τη σύμπραξη των δύο ιστοσελίδων, ανοίγει τη συζήτηση γύρω από τον κεντρώο χώρο ακριβώς με τον κατάλληλο τρόπο. Με τρόπο δηλαδή τυμβωρυχικό ως προς το παρελθόν, χιουμοριστικό ως προς το παρόν και αμφίβολο ως προς το μέλλον.
Ο μεσαίος χώρος είναι πάντα αυτός που βομβαρδίζεται σε περιόδους κρίσης. Χάνει από τη γεωμετρική διελκυστίνδα και προς τα αριστερά και προς τα δεξιά σε μια ταυτόχρονη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης των πιο αριστερών κομμάτων και συντηρητικοποίησης των πιο δεξιών. Η ύπαρξη ενός σταθερού και κραταιού κόμματος του μεσαίου χώρου (με άλλοτε δεξιό και άλλοτε αριστερό πρόσημο) σηματοδότησε ακριβώς μια περίοδο κοινωνικής ειρήνευσης, μια περίοδο ανάπτυξης με επιμέρους χαρακτηριστικά. Το ΠΑΣΟΚ δεν αποτελεί απλά ένα κομμάτι της αντιπολίτευσης, αποτελεί την ίδια τη μεταπολίτευση, το κεντρικό αφήγημά της, ακόμα και όταν το κόμμα δεν βρισκόταν στην εξουσία. Η κατάρρευσή του αποτελεί τον πρώτο θάνατο κόμματος στην περίοδο της κρίσης. Θα ακολουθήσουν αρκετοί ακόμη έκτοτε και όσο ο κύκλος της κρίσης και της λειότητας δεν λέει να κλείσει ο αριθμός των κομμάτων που εξανεμίστηκαν συνεχώς θα αυξάνει.

Και ο νέος φορέας θα εξαχνωθεί

Απ’ όλη αυτή τη διαδικασία κερδισμένα μπορούν να βγουν μόνο συντηρητικά κόμματα. Αφενός γιατί οι πολιτικές της λιτότητας βρίσκονταν πάντα στην ατζέντα τον δεξιών κυβερνήσεων, από τη νεοφιλελεύθερη μέχρι την πιο συντηρητική εκδοχή τους, (αντίθετα αποτελούσαν ιστορική παραφωνία στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα) και αφετέρου, γιατί τα συντηρητικά αντανακλαστικά που μπορούν να δημιουργούνται σε ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού κόμματος -ύστερα από τις αποτυχίες κεντροαριστερών ή αριστερών πειραμάτων- θα εκβάλουν πάντοτε στη γνωστή κυρίαρχη, του ενός, του δοκιμασμένου συντηρητικού κόμματος.
Οι αναμορφώσεις στο κέντρο του πολιτικού χάρτη δεν αποτελούν νέα κατάσταση και ούτε θα πάψουν με τη σύσταση ενός νέου φορέα, ακόμη και αν ο φορέας αυτός γίνει κυβέρνηση. Μέσα στην κρίση ο νέος αυτός φορέας θα εξαχνωθεί και αυτός με την σειρά του ακολουθώντας παρόμοιες κινήσεις. Ας μην παρεξηγηθούμε, η περιγραφή αυτής της κίνησης δεν περιγράφει κάποια νομοτέλεια. Στηρίζεται απλώς στην παραδοχή πως με λιτότητα δεν γίνεται να βγεις από την κρίση. Όσο λοιπόν δεν αλλάζουν τα φάρμακα, δεν αλλάζει και το σχήμα της αρρώστιας του ασθενή.
Η αποδοχή του παραπάνω σχήματος ίσως να μπορεί να εξηγήσει ως ένα βαθμό το σήμερα, το χθες και το αύριο του ΣΥΡΙΖΑ. Κόμμα αριστερών καταβολών, ουσιαστικά εκλέχθηκε με ατζέντα ενός ήπιου κενσιανισμού του κεντρώου χώρου. Η ατζέντα αποκτούσε βέβαια μια δόση ριζοσπαστικότητας δεδομένης της συγκυρίας και της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στην οποία βρισκόταν η χώρα. Ακόμα και έτσι όμως η πολιτική αυτή δεν κατάφερνε να εντάξει στο λόγο της μεγάλες μεταρρυθμίσεις σε θεσμικό επίπεδο αφού έμενε περιορισμένη σε μια διαχείριση της συγκυρίας χωρίς αφήγηση για το αύριο (και όταν μιλούμε για μεγάλες μεταρρυθμίσεις εννοούμε απλές αστικοδημοκρατικές κατακτήσεις γύρω από τα δικαιώματα, το διαχωρισμό εκκλησίας- κράτους μπλα, μπλα, μπλα).

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ θυμίζει την ιστορία των παλαιών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων συμπυκνωμένη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τη δημιουργία του κοινωνικού κράτος, στην μετάλλαξή τους προς τον νεοφιλελεύθερο τρίτο δρόμο και την συρρίκνωσή τους ακριβώς λόγω αυτών των τελευταίων πολιτικών. Και όταν λέμε πως «θυμίζει» εννοούμε πως υπήρχε μια ταυτόχρονη πλήρης έλλειψη των ιστορικών διαδικασιών και των κοινωνικών μεταβολών που χαρακτήρισαν την πορεία των κομμάτων αυτών.
Άσχετα λοιπόν με την καταγωγή του, τη συνθηματολογία του ή τις προθέσεις αρκετών (και κορυφαίων) στελεχών του ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει σήμερα να αποτέλεσε μια υπόθεση του κεντρώου χώρου (με το μάγουλο γερμένο στα αριστερά). Αυτό αποδεικνύεται όχι μόνο από τις πολιτικές που ασκήθηκαν (και ίσως ακόμα περισσότερο από αυτές που δεν ασκήθηκαν σε μια σειρά από τομείς) όσο από τους ίδιους τους όρους συνομιλίας του με την κοινωνία. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κατέλαβε εκλογικά το χώρο που άφησαν πίσω του τα ερείπια του ΠΑΣΟΚ είχε τη δυνατότητα είτε να σπρώξει προς ριζοσπαστικότερες θέσεις το προνομιακό του εκλογικό ακροατήριο (κάτι το οποίο ήταν εφικτό εξετάζοντας την περίοδο του δημοψηφίσματος) είτε να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά του χώρου που κατέλαβε. Το πρόβλημα είναι πως αφού έκανε τη δεύτερη επιλογή δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά ενός κεντρώου χώρου στην ακμή του, αλλά στην πολιτική του αποσύνθεση. Όσο ο άξονας της κρίσης γυρνά, κόμματα θα γεννιούνται και κόμματα θα πεθαίνουν με την ίδια ακριβώς ταχύτητα. Η πολιτική πρόταση θα παραμένει σταθερή (με τις αποκλείσεις της και τις διαφορές της). Γιατί τα κόμματα της κρίσης ταυτίζονται απόλυτα με τη ίδια τη κρίση των κομμάτων.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Είμαι μαζί σου στο Πάτερσον


Ολοκαύτωμα
Η μέρα ήταν παγωμένη
Θάψαμε το γατί.
Πήραμε ύστερα την κούτα του
Μ’ ένα σπίρτο την κάψαμε
Στην πίσω αυλή.
Οι ψύλλοι που γλιτώσανε
Την ταφή και την πυρά
Ψοφήσανε απ’ το κρύο
William Carlos Williams, (μτφρ. Τάσος Κόρφης)
 
Νιώθεις μια χαρά που προκύπτει άμεσα και αντανακλαστικά, όταν έχεις συνηθίσει να διαβάζεις, να ακούς, να βλέπεις ταινίες και να χρησιμοποιήσεις το υλικό για να γράψεις κριτικές, για να πάρεις ιδέες ή οτιδήποτε και ξαφνικά ανακαλύπτεις πως κρατάς ένα βιβλίο, πως ακούς μουσική ξαπλωμένος ή πως βρίσκεσαι σε μια αίθουσα απλά και μόνο για να απολαύσεις την επαφή σου με το έργο τέχνης ή έστω για να περάσεις τον χρόνο σου.
Δεν είναι η απουσία εργασίας αυτή που σου δίνει τη χαρά.
Είναι η διαδοχή των συνειρμών που τώρα θα κινηθούν ελεύθεροι, η απεμπλοκή σου από τα καλό-κακό, μ αρέσει -δεν μ' αρέσει, από αξιολογήσεις και αναλύσεις.
Είναι ο συνειρμός ως περιπλάνηση μισή φτιαγμένη με τα δικά σου υλικά και άλλος μισός φτιαγμένος και κεντρισμένος από το έργο τέχνης.
Ο παραπάνω συνειρμός προέκυψε κατά τη θέαση του «Πάτερσον» του Τζιμ Τζάρμους.
Μιας ταινίας που αρνούμαι να κρίνω, να αναλύσω ή να γράψω αν μου άρεσε ή όχι. Ακριβώς από σεβασμό στον παραπάνω συνειρμό.
Ο λόγος που παραθέτω όλα αυτά είναι πως η ταινία μάς προσφέρει μια επιστροφή σε μια εποχή δημιουργικής αθωότητας, μια αθωότητα που συνηθίζουμε να χάνουμε ταυτόχρονα με όλες τις υπόλοιπες αθωότητές μας.
Την αθωότητα της απόλαυσης της τέχνης. Την αθωότητα του πρωταγωνιστή της που γράφει επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, χωρίς τη ματαιοδοξία του δημιουργού, το άγχος της υστεροφημίας, το ρουτίνιασμα του καλλιτέχνη που πρέπει να δημιουργήσει (αλλιώς τι σόι καλλιτέχνης είναι).
Και η επιστροφή σε αυτό το «γιατί δεν γίνεται αλλιώς» είναι κάτι που μας αφορά άμεσα όλους ως δημιουργούς ή ως δέκτες της τέχνης (μικρή διαφορά άλλωστε έχει).
Η σχέση του πρωταγωνιστή με το τετράδιό του, με τις στιγμές του γραψίματος όπως προσπαθεί να τις χωρέσει στη ρουτίνα του είναι η σχέση του καθένα από εμάς με την τέχνη, τη δημιουργία, την έκφραση σε οποιαδήποτε μορφή της (όταν φυσικά αυτή η σχέση είναι αυθόρμητη και άδολη).
Είναι η σχέση αυτή που μας έφερε στην αίθουσα για να δούμε τη νέα ταινία του Τζάρμους αναζητώντας εκεί κάτι που ακόμη και όταν το αποκτήσουμε θα μας διαφεύγει.
Αυτή που μας οδήγησε να αγοράσουμε το κατάλληλο τετράδιο (στο οποίο δεν γράψαμε ποτέ), να ξεκινήσουμε μαθήματα κιθάρας, να γίνουμε φίλοι με κάποιον που μοιραζόταν την ίδια παθιασμένη αδεξιότητα.
Γιατί πέρα από την παραγωγή ή την κατανάλωση, η τέχνη είναι κυρίως αυτές οι παράλληλες στιγμές.
Οι στιγμές που συμβαίνουν παράλληλα στη ζωή σαν παρατηρήσεις, αναμνήσεις ή σκέψεις, σαν μια θερμοκρασία ξεχωριστή στο κάθε σώμα (γιατί είναι το σώμα μονάδα μέτρησης και δοχείο θερμοκρασίας ταυτόχρονα).
Σκόρπιες, ειπωμένες από μια άγνωστη μέσα φωνή όμοια με αυτή του Πάτερσον ανάμεσα στα γεγονότα της ζωής του, που δεν είναι καν γεγονότα.
Γιατί η ταινία δεν κινηματογραφεί γεγονότα αλλά πιο πολύ καταστάσεις, συνθέσεις ταπεινών καθημερινών πραγμάτων.
Μες στην κοινοτοπία και την εναλλαγή του ίδιου από το ίδιο, βυθιζόμαστε στη μία μέρα που είναι οι μέρες του πρωταγωνιστή μας.
Η ζωή μακριά από την κινηματογραφική της φωτογένεια μοιάζει με μια αέναη επανάληψη.
Σαν ελάχιστη παραλλαγή ενός κοινού θέματος που είναι ο εαυτός. Η τέχνη έρχεται να της δώσει διαστάσεις, να αποτρέψει την επανάληψη αυτή να γίνει ρουτίνα.
Και τελικά μέσα από την επιμέρους εστίαση στις λεπτομέρειες, την ομορφιά και τον μόχθο καταφέρνει να σπάσει τον κύκλο της ίδιας της επανάληψης, όπου κάθε τι ίδιο είναι καινούργιο ξανά από την αρχή.
Είμαστε όλοι μαζί στο Πάτερσον οδηγώντας ένα λεωφορείο που μας βγάζει κατευθείαν στο αύριο, που είναι όμοιο με το χθες.
Και η τέχνη είναι ο λαθρεπιβάτης αυτός του οχήματος που ακόμη και αν το αγνοούμε δίνει νόημα στη διαδρομή.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


 
 

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Χαϊδεύοντας λαγούς, ξεπλένοντας Τατιάνες


Ο χαρακτηρισμός του γενικού γραμματέα Γιάννη Παντή, κατά τον οποίο περιέγραψε τους χρυσαυγίτες που εισέβαλαν στο δημοτικό σχολείο του Περάματος ως «εξωσχολικούς», χαρακτηρίστηκε με αποκλειστικά αρνητικό τρόπο. Ο ήπιος σχολιασμός μιας ακραίας πράξης σχολιάστηκε ως ξέπλυμα των χρυσαυγιτών, οι ίσες αποστάσεις ως κανονικοποίηση των επιχειρημάτων τους στα πλαίσια της αντιπαράθεσης και η φράση ακούστηκε ακόμη και στα ευνοϊκότερα αυτιά ως τουλάχιστον δειλία. Ένα νέο Καστελόριζο αναδύθηκε από την θάλασσα των απολύτως λανθασμένων και επικίνδυνων χειρισμών, προσθέτοντας νέα ερωτηματικά πριν καν ξεχαστούν τα παλαιά. Οποιαδήποτε στάση απέναντι στο ναζισμό —και κυρίως όταν αυτός εφαρμόζεται σε τέτοιου είδους πράξεις— που δεν είναι απόλυτη και απερίφραστη, είναι προβληματική και κατακριτέα.
Στη συνέχεια του σάλου που ξέσπασε από την εισβολή στο σχολείο, το θέμα άρχισε να απασχολεί το σύνολο των μίντια (εναλλακτικών και μη). Δελτία ειδήσεων, ποσταρίσματα στα μέσα δικτύωσης μέχρι και κουτσομπολίστικες εκπομπές. Σε μια από αυτές η συντρόφισσα Τατιάνα Στεφανίδου έκοψε στον αέρα τηλεθεατή, όταν αποδείχθηκε πως ήταν όχι γονέας αλλά χρυσαυγίτης. Η παρουσιάστρια σχολίασε: « Άντε γεια. Κλείστε τον. Θα μιλήσω τώρα με τον χρυσαυγίτη; Μπήκαν μέσα, δείρανε, και με παίρνει να υπερασπιστεί αυτή την πράξη». Σε αντίθεση με τη δήλωση του Γιάννη Παντή, η αντίδραση της Τατιάνας προκάλεσε ενθουσιασμό. Ενθουσιασμός που έγινε ακόμα πιο έντονος, όταν έγινε γνωστό πως η αστυνομία ψάχνει την τηλεπαρουσιάστρια μετά από μήνυση του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Λαγού (για συκοφαντική δυσφήμιση, επειδή η παρουσιάστρια είπε πως ο Λαγός έριχνε γροθιές), πως η αστυνομία δεν την έβρισκε και πως τελικά η παρουσιάστρια οδηγήθηκε στο Α.Τ. Αμαρουσίου.

Δύο παρατηρήσεις για τη συνέχεια

Πόσο προβληματικό μοιάζει να σε ξεπερνάει η Τατιάνα Στεφανίδου σε αντιφασιμό και γενναιότητα, ειδικά όταν δεν πρεσβεύεις μια άποψη γενικά και αόριστα αλλά μια έμπρακτη πολιτική εφαρμοσμένη από την κυβέρνηση; Και δεύτερον, η γελοία εικόνα της αστυνομίας που επιτρέπει τα επεισόδια μέσα σε δημοτικό σχολείο χωρίς να κάνει τίποτα, αλλά σπεύδει άμεσα να συλλάβει μια παρουσιάστρια που κάτι είπε, επειδή θίχθηκε ένας υπόδικος νεοναζί προβληματίζει κανέναν; Ποιος κυβερνάει αυτή την αστυνομία; Ποιος κυβερνάει αυτό το βαθύ κράτος;
Στη συνέχεια αυτής της ιστορίας —που πραγματικά βαριέμαι να συνεχίσω να περιγράφω— τα σχόλια ήταν σχεδόν οικουμενικά θετικά. Για τη γενναιότητα, για τα «κοίτα να δεις η Τατιάνα», για τα «ποιος το περίμενε». Έχουμε ξαναγράψει πως καμιά πράξη αντιφασισμού δεν μπορεί να περισσεύει. Πως οτιδήποτε συμβάλει στην πάλη κατά του ναζισμού, στην απονομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά θετικό. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως αλλάζει και η άποψή μας για συγκεκριμένα πρόσωπα.

 Για την Τατιάνα Στεφανίδου ας πούμε, που την επομένη του ξυλοδαρμού της Λιάνας Κανέλλη από τον Κασιδιάρη εκείνη έφερε τον Σεφερλή στην εκπομπή της, ο οποίος με το καταπληκτικό του χιούμορ διακωμώδησε το γεγονός (σε ένα σκετσάκι για εγκεφαλικά νεκρούς), την Τατιάνα Στεφανίδου που στα κουτσομπολίστικα ραντεβού σχολίαζε τις αιθέριες υπάρξεις (έτσι τις χαρακτήριζε) που συνόδευαν τον Κασιδιάρη, την Τατιάνα που μαζί με Θέμους και ανθυποθέμους, Παπαδάκηδες και αυτιάδες ξέπλυναν τη Χρυσή Αυγή πριν αυτή παρουσιαστεί με όλη της την χολή στο πανελλήνιο πάνω στα βουλευτικά έδρανα.
Και περισσότερο απ’ όλα εξέθρεψαν τον καθημερινό ρατσισμό ως απενοχοποιημένο αντανακλαστικό, καλώντας γελοίους Σφακινάκηδες ξανά και ξανά για να πουν τις σαχλαμάρες τους για εξωγήινους και χρυσαυγίτες, Κατσίκηδες των ΑΝΕΛ και λοιπές ρατσιστικές κομπανίες. Είναι αυτοί που υποβάθμισαν με κάθε τρόπο το δημόσιο λόγο με τις επιλογές τους, με τα πρότυπα που μοίραζαν απλόχερα, με την κολακεία του εύκολου και του ευτελούς.
Και ας το επαναλάβουμε. Καμία πράξη ενάντια στο ναζισμό δεν είναι περιττή. Οι φορείς της πράξης αυτής, όμως, είναι μια άλλη ιστορία…..

(στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Ο διασημότερος Ελληνας είναι μετανάστης




Προφανώς ο τίτλος είναι προβοκατόρικος, αφού πρώτον δεν υπάρχει μονάδα μέτρησης της δημοφιλίας και δεύτερον πως η ίδια η δημοφιλία δεν αποτελεί κάποια αξία που θα λάβουμε σοβαρά υπόψη. Το γεγονός όμως πως ο τίτλος αυτός μπορεί και να ευσταθεί είναι το θέμα αυτού εδώ του άρθρου.
Ο λόγος φυσικά για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο ο οποίος στην τέταρτη χρονιά του στο NBA και σε ηλικία 22 ετών ετοιμάζεται να συμμετάσχει στο All-star Game στη Νέα Ορλεάνη, πιθανότατα μάλιστα ξεκινώντας ως βασικός στην πρώτη πεντάδα της Δύσης (το άρθρο γράφεται Πέμπτη απόγευμα, τα αποτελέσματα δεν είναι ακόμα γνωστά).
Η ιστορία ενός Ελληνονιγηριανού ο οποίος μέσα σε τέσσερα χρόνια κατάφερε από την άσημη ελληνική Α2 κατηγορία να γίνει σημαία μιας ομάδας και μιας πόλης, παίκτης franchise των Milwaukee Bucks, μοιάζει σχεδόν εκτός των ορίων της λογικής, σαν να υιοθετεί την αισιόδοξη αφαίρεση της πλοκής μιας σαπουνόπερας ή ενός παραμυθιού, σαν να μην μπορεί να εξηγηθεί. Αυτό ακριβώς όμως που είναι σημαντικό είναι ότι η διαδρομή αυτή είναι απολύτως εξηγήσιμη, ορατή, εύκολα ανιχνεύσιμη.
Γιατί μπορεί για τον υπόλοιπο κόσμο ο Αντετοκούνμπο να είναι το Next Big Thing του NBA, ένας παίκτης που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού.
Σε μια εποχή που τα μεγάλα κορμιά των center εκλείπουν και κυριαρχεί η ταχύτητα και η ευστοχία των βραχύσωμων guard, το παιχνίδι του Γιάννη κινείται ακριβώς αντίθετα.
Ενας παίκτης με σωματική δομή τέτοια ώστε να μπορεί να παίξει ουσιαστικά σε όλες τις θέσεις, είναι σήμερα ο ψηλότερος guard στην ιστορία του NBA.
Εκεί που άλλοι guard θα στηριχθούν στο τρίποντο, αυτός θα αντιπροτείνει τη διείσδυση και τον αιφνιδιασμό.

Θυμίζοντας σε μέγεθος τον Magic Johnson και σε εκρηκτικότητα τον Lebron James, ο Γιάννης αποτελεί ήδη ένα μπασκετικό φαινόμενο (δεν θα ήθελα να επεκταθώ άλλο μπασκετικά.
Δεν είναι ο τομέας μου. Αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα για τον παίκτη Γιάννη Αντετοκούνμπο, θα τον παρέπεμπα στα εκτενή αφιερώματα της ιστοσελίδας The BallHog.net).
Για εμάς εδώ όμως είναι πολύ περισσότερα. Είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει να ενσαρκώσει τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας και να τις στρέψει προς μια θετική κατεύθυνση.
Χωρίς δηλώσεις ή μανιφέστα, απλώς με το παράδειγμά του, απλώς με το όμορφο παιχνίδι.
Μιας κοινωνίας ικανής να σε εκπλήξει θετικά ή αρνητικά με την παράδοξη φιλοξενία της ή τον παράλογο ρατσισμό της.
Για εμάς εδώ ίσως να αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα όπλα απέναντι στον καθημερινό ρατσισμό, ως ένα από τα βασικά επιχειρήματα απέναντι σε μια κουβέντα που αποκλείει τα επιχειρήματα.
Γιατί ο Αντετοκούνμπο δεν μιλάει στο πολιτικό αισθητήριο ή στη συγκροτημένη άποψη ενός Ελληνα, εισβάλλει στο θυμικό γεννώντας αντανακλαστική αποδοχή, διδάσκει συνύπαρξη μέσα από τον αφιλτράριστο θαυμασμό.
Κάνει τη φυλετική υποκρισία να αναδιπλώνεται και να στρέφεται ενάντια στον εαυτό της.

Και ακόμα και αν κάτι τέτοιο δεν θα μοιάσει ποτέ ειλικρινές, σε αυτήν ακριβώς την ανειλικρίνεια εμείς εντοπίζουμε μια νίκη.
Οταν κάποιος θα προσπαθήσει να κρύψει παλιές απόψεις και δοξασίες (π.χ. όσοι δεν ψήφισαν το νομοσχέδιο για την ελληνική ιθαγένεια, τώρα να ζητωκραυγάζουν) το κάνει γιατί αντιλαμβάνεται πόσο παράταιρη είναι η παλαιότερη άποψή του.
Οχι μόνο αναγνωρίζει το λάθος της (ακόμη και αν συνεχίζει να πιστεύει ακόμη το σωστό της), αλλά με την υποκριτική του στάση την κατοχυρώνει ως περιθωριακή.
Ζω στην Κυψέλη, μια περιοχή έκθετη στον καθημερινό ρατσισμό της μικρής κίνησης.
Κάτσε να περιμένεις πρωί στο ταχυδρομείο της πλατείας Κυψέλης για να δεις τι σημαίνει καθημερινός ρατσισμός, τα σχόλια, τις συμπεριφορές, το ύφος του χ, ψ.
Συχνά νιώθεις απελπισία. Περπατώντας λίγο πιο κάτω η απελπισία εξαερώνεται.
Στη Φωκίωνος βλέπεις μεικτές παρέες παιδιών να παίζουν χωρίς να ρωτάνε για καταγωγή, φυλή ή χρώμα και άλλα τέτοια.
Η συνύπαρξη έχει τη φυσικότητα ενός λέι απ χωρίς αμυντικούς να σε εμποδίζουν.
Είναι αυτά τα παιδιά και άλλα πολλά που θα μεγαλώσουν φορώντας μια φανέλα ενός παίκτη με ελληνικό όνομα και νιγηριανό επώνυμο.
Και το κρίσιμο ερώτημα είναι: μπορείς να γίνεις χρυσαυγίτης όταν μεγαλώνεις με το όνομα του Αντετοκούνμπο στην πλάτη

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Χωρίς ανάσα, χωρίς τελεία, για την νέα χρονιά





.Ευχήθηκες καλή χρονιά και ύστερα χάθηκες μέσα στο χιόνι που δεν έπεφτε, στο χιόνι που δεν στοιβαζόταν, σ αυτό το χιόνι που ήταν απλώς ένα παρελθόν κακοκαιρίας,  ή μάλλον το παρελθόν συμπυκνωμένο στην μορφή της κακοκαιρίας, σαν ό, τι πέρασε να είχε τη διάρκεια του κατακλυσμού, την διάρκεια αυτή που δεν ξέρεις αν είναι στιγμή, μήνας ή χρόνος αφού τα έξω φαινόμενα ορίζουνε τα πάντα, τα βάζουν να κοιτούν προς την ίδια κατεύθυνση, την κατεύθυνση της βροχής ή της καταστροφής και όλος ο χρόνος που πέρασε σκάει ξαφνικά την στιγμή της νηνεμίας, πριν σταματήσουν όλα, απλά στην ώρα εκείνη που το πάθος του κατακλυσμού κοπάζει, όχι όταν σβήνει, αλλά όταν ηρεμεί και όλα αρχίζουν να κάθονται γύρω μας με τις μορφές τους σαν ανάλαφρες, σαν ξεφορτωμένες από την ένταση αυτών που μόλις πέρασαν –αλλά δεν έχουνε ακόμη περάσει- και έτσι στοιβάζονται σαν χιόνι, όπως αυτό το χιόνι δίπλα σου, το χιόνι αυτό που δεν στοιβάζεται, το χιόνια αυτό που δεν πέφτει, ενώ εσύ λες καλή χρονιά και χάνεσαι μέσα του, σαν κάποιος έτοιμος να χαθεί, αδιάφορος πια για την πορεία του, αφού ήσουν ήδη χαμένος πολύ πιο πριν, τη στιγμή της απόφασης, όχι την στιγμή που ξεστόμισες το ναι δυνατά, ή την στιγμή που σκέφτηκες να υποκύψεις στην πρόταση αλλά εκείνη τη στιγμή που μέσα σου η απόφαση πάρθηκε βουβά, χωρίς λέξεις σαν το πηγούνι σου να στρέφεται και να συνηγορεί, μια μέσα κίνηση που ορίζει όλη την όψη σου όλες τις αποφάσεις, απόφαση ακαριαία, να χαθείς μέσα στο χιόνι που δεν πέφτει, μέσα στο χιόνι της νέας χρονιάς, σαν τους ανθρώπους που χάνονται μέσα σε φουρτούνες και καταιγίδες, σαν τους ανθρώπους που τους καταπίνει η βροχή ή νύχτα, αλλά γνωρίζουν αυτό που τους πολιορκεί, το γνωρίζουν καλά ήδη από την στιγμή της απόφασής τους και παραμένουν αδιάβροχοι τόσο από νερό όσο και από νύχτα, τίποτα δεν τους αγγίζει, μόνο συνεχίζουν την πορεία τους μέσα στην πολιορκία, σαν να προστατεύουν κάτω από το ρούχο τους ένα ναι, ένα όχι, ένα γέλιο θριαμβικό ή μια βλαστήμια, να μην τους τα μουλιάσει η βροχή, να μην τους τα καταπιεί η νύχτα, γενναίοι μέσα στο χιόνι, μέσα στο χιόνι που δεν πέφτει, με κάνουν και σκέφτομαι πως η γενναιότητά είναι στην πραγματικότητα θέμα χρόνου, ιδιοκτησία μόνο αυτών που δεν τους είναι ξένο να απαντήσουν ακαριαία σε όποιο δίλλημα, ακόμα και αν γνωρίζουν πως αργότερα θα το μετανιώσουν, που χάνονται γιατί έτσι το αποφάσισαν, ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε να το αποφασίσουν και η γενναιότητα είναι ακαριαία, πιο πολύ στιγμή παρά μόνιμο χαρακτηριστικό συμβαίνει ξανά και ξανά ως μια εκδοχή, ως ένας διαφορετικός χρόνος της δειλίας, γιατί ‘’δεν υπάρχουν δειλοί’’ μου είχες πει, ‘’μόνο άνθρωποι που καθυστερούν και αυτός ο χρόνος της καθυστέρησης συχνά τους καταπίνει και κάθε τι που έχει νόημα οφείλει να είναι ακαριαίο, ακαριαίο σαν χτύπημα, σαν στραμπούληγμα, σαν το άνοιγμα και το κλείσιμο των ματιών, να έχει το μέγεθος μια κουκίδας, μιας ελάχιστης αμυχής που αφήνει μια βελόνα μέσα στο χρόνο και από εκεί να απλώνεται, να απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις σαν τελευταία ανάσα, όπως ξεχύνεται από το στόμα του ήδη νεκρού, ή σαν πρόταση που ποτέ της δεν συναντάει την τελεία, που τρέχει ατελείωτα από το ένα σημείο του χρόνου στο άλλο, από την αρχή της χρονιάς (καλή χρονιά ευχήθηκες και ύστερα χάθηκες) μέχρι το τέλος, πρόταση από την αρχή της ζωής μέχρι το τέλος της, σαν κάποιος μονίμως δίπλα μας να στενογραφεί τα πεπραγμένα μας, πράξη προς πράξη, λέξη προς λέξη, βλέμμα προς βλέμμα, για να μας τα παρουσιάσει στο τελείωμα όλα μαζί, σαν μια λέξη μικρή ελάχιστη, σχεδόν σαν ρυτίδα, σχεδόν σαν σημείο, σαν σημείο από το οποίο πηγάζουνε όλα, οι εικόνες οι λέξεις, σαν μια ρογμή μέσα στα πράγματα, There is a crack in everything/ That's how the light gets in, σιγοτραγουδάς ενώ φεύγεις, ενώ απομακρύνεσαι και ξανά απομακρύνεσαι, σαν και εσύ να βγήκες ακριβώς από εκείνο εκεί το σημείο, από το σημείο που ξεκινά η ροή της ζωής, η ακατάσχετη φλυαρία της πραγματικότητας και τα άρθρα χωρίς τελείες που και αυτά μαζί με εσένα και μαζί με όλα, λένε καλή χρονιά και χάνονται  μέσα στο χιόνι που δεν πέφτει, στο χιόνι που δεν στοιβάζεται, στο χιόνι που κατοικεί την τελεία του ακαριαίου. 

( στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Φαινόμενα κλινικής σωρρίασης



Κάτι πάει λάθος στους δρόμους της χώρας. Στις πλατείες, στα καφενεία, στις όψεις των κτιρίων. Ενα νέο λάθος που προστίθεται δίπλα σε πολλά άλλα, γεννημένα ή μεγεθυσμένα από το αρχικό λάθος της κρίσης και της λιτότητας.
Από όλα αυτά τα λάθη (σε ένα φάσμα που καλύπτει από εγκληματικές οργανώσεις- κόμματα ή εφημερίδες όπως το «Μακελειό» μέχρι καθημερινές κουβέντες και συμπεριφορές), η περίπτωση του Αρτέμη Σώρρα και της οργάνωσής του με τίτλο «Ελλήνων Συνέλευσις» έμοιαζε το σχετικά πιο άκακο στη γραφικότητά του.
Η ίδια η γραφικότητα περιγράφει το μέγεθός της ως περιορισμένο.
Ποιος μπορεί να δεχτεί πως υπάρχει κάποιος που δηλώνει πως είναι κάτοχος 600 δισ., ότι θα ξεπληρώσει όλα τα χρέη του ελληνικού λαού, ότι βρήκε τα λεφτά από ξεχασμένα ομόλογα της τράπεζας της Ανατολής ή από υπερόπλα των αρχαίων Ελλήνων που πούλησε στον αμερικανικό στρατό, και γίνεται πιστευτός, αποκτά οπαδούς, υφίσταται ως (έστω προς το παρόν περιθωριακό) επιχείρημα στον δημόσιο λόγο;
Και να που όλος αυτός ο δυσλεκτικής συλλογιστικής και ημιπαράφρων λόγος μεταφράζεται σε αφίσες, μαζώξεις σε πλατείες και καφενεία και σε πάνω από 200 γραφεία σε όλη τη χώρα.
Σε έναν ατελείωτο ιντερνετικό θόρυβο γραμμένο με κεφαλαία, όπου οι ακροδεξιές θέσεις συναντούν παράδοξες θεωρίες για αρχαιοελληνικά υπερόπλα, οι αρχαιοελληνικίζοντες νεολογισμοί συναντούν τον βάναυσο βιασμό της ελληνικής ορθογραφίας και παππούδια δίνουν όρκους σε καφενεία, αυτοπροσδιορίζονται «πολεμιστές» και πίνουν νερό στο όνομα του αρχηγού τους.
Σε μια εποχή που η φτώχεια και η εξαθλίωση περιγράφονται ως λογικές επιλογές, το παράλογο εκδικείται με τον δικό του τρόπο.
Απρόσμενα, ακατανόητα, χωρίς να ενδιαφέρεται για ερμηνείες ή για βυθομέτρηση πολιτικών αναλύσεων.
(Περισσότερα στοιχεία για την οργάνωση, τη σχέση της με την Ακροδεξιά ή το οργανωμένο έγκλημα μπορείτε να βρείτε στο σάιτ της εφημερίδας μας ή παντού στο Ιντερνετ.)
Ο Αρτέμης Σώρρας φύεται εκεί που το ελληνικό λούμπεν συναντά την αχανή συνθήκη του Ιντερνετ.
Οταν βρίσκεσαι μπροστά σε μία έκταση όπου το μόνο όριο είναι η φαντασία σου, αλλά ταυτόχρονα τα εργαλεία σου είναι τρομερά περιορισμένα.
Πάνω σε αυτή τη φαντασιακή συνθήκη ήρθε να δημιουργήσει ο εθνοσωτήρας Αρτέμης Σώρρας.
Με την αυτοπεποίθηση περπατημένου «ταρίφα» και την όψη τρακαρισμένου «ταρίφα», βάφτισε ακριβώς αυτό το λίγο «πολύ», ένωσε την πλήρως ελλιπή γνώση και το παραχαραγμένο φαντασιακό σε σχέση με την Ιστορία, με την προσδοκία μιας χτυπημένης μερίδας της κοινωνίας.
Τη μεταφυσική ανωτερότητα της φυλής, με την καταπιεσμένη κατάσταση της ράτσας.
Τις θεωρίες συνωμοσίας και τον αντισημιτισμό, με τον μπακάλικο δικολαβισμό, την αρετή της πιάτσας, την εξωστρέφεια του άνευ όρων λαϊκού ματσισμού.
Πιο πολύ αίρεση ή σέκτα, παρά κόμμα· πιο πολύ ανάπηρος μεσσιανισμός, παρά πολιτική πρόταση.
Γιατί το είδος της πολιτικής στο οποίο εμπίπτει ο Σώρρας είναι ακριβώς η έκλειψη και η παράφραση της πολιτικής.
Με τον ίδιο τρόπο που τα ελληνικά που μιλάει είναι παράφραση αρχαϊκών ή καθαρευουσιάνικων τύπων και η ελληνική Ιστορία στην οποία αναφέρεται είναι παράφραση (όχι της συγκεκριμένης Ιστορίας) αλλά του ίδιου του φαινομένου της Ιστορίας.
Αυτό που προτείνει στους οπαδούς του είναι μία μη διαμεσολαβημένη πολιτική σχέση που τυχαίνει να είναι μη πολιτική αλλά διαμεσολαβημένη.
Γιατί η πολιτική, η Ιστορία, η γλώσσα δεν συλλέγονται αυτόνομες στη φαντασιακή εκδοχή τους από τον Σώρρα.
Εκτρέφονται και παίρνουν σχήμα μέσα σε ένα συνολικό φαντασιακό, στο φαντασιακό της απελπισίας και της εξάντλησης ενός κομματιού της κοινωνίας με βασική έλλειψη εργαλείων ανάλυσης ή έστω διαλόγου.
Με άνευ όρων επιθυμία για πίστη, ανεξάρτητα από αντικείμενα ή κατευθύνσεις.
Ακόμη και για απολύτως φαιδρούς ισχυρισμούς, όπου η ίδια η λογική έχει αντικατασταθεί από την επιθυμία χωρίς καν δικαιολογία.
Από όλους τους φίρερ και φιρερίσκους που γέννησε η κρίση, ο Σώρρας μοιάζει ο πιο κωμικός, αλλά σίγουρα όχι ο λιγότερο επικίνδυνος.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Το χιόνι που πέφτει πάνω στους ζωντανούς και τους νεκρούς



«Αγγέλοι Αγγέλοι
στον ουρανό
Ο ένας ντυμένος αξιωματικός
Ο άλλος μάγειρος
Κι οι υπόλοιποι το ρίχνουν
στο τραγούδι
Φιλόκαλε αξιωματικέ
του ουρανού
Ύστερ’ απ’ τα Χριστούγεννα
Άνοιξη τρυφερή θα σου φέρει
Ήλιο λαμπρό
Να σε παρασημοφορήσει
Ήλιο λαμπρό
Ο μάγειρας ξεπουπουλιάζει μια πάπια
Αχ πέφτει το χιόνι
Χιόνι χιόνι πια
Και δεν έχω την αγάπη μου αγκαλιά»

(Γκ. Απολλιναίρ, Ποιήματα,
μτφ. Ν. Σπάνιας, Γνώση)

Για όποιον μεγάλωσε στην Αθήνα το χιόνι είναι είδος σπάνιο, εξωτικό, πιο πολύ στιγμή παρά καιρικό φαινόμενο, πιο πολύ ανάμνηση παρά παρόν. Γι’ αυτό κάθε που χιονίζει η πόλη μένει ολόκληρη ξαφνιασμένη, σαν να μην γνωρίζει πώς να αντιδράσει, σαν να κάθεται να κοιτά αποσβολωμένη. Και δεν παίρνει έκτακτα μέτρα, δεν γνωρίζει από διαχείριση ή άλλα τέτοια, απλά πλαταίνει το χρόνο ώστε να στοιβάξει ολόκληρη τη στιγμή και ολόκληρο το ξάφνιασμα. Γιατί το γνωρίζει καλά πως το χιόνι θα διαρκέσει μία, το πολύ δύο μέρες, θα ορίσει τις δικές του σχολικές αργίες, θα είναι αυτό που θα αποφασίσει ποιος θα πάει στη δουλειά και ποιος όχι, ποιος θα το διαχειριστεί ως πρόβλημα και ποιος ως παιχνίδι. Μία ή δύο μέρες κάθε δύο ή τρία χρόνια, ποτέ τόσο ώστε να καλύψει την ταύτισή του με τον χειμώνα (όπως αντίθετα η θάλασσα καταφέρνει με το καλοκαίρι), ποτέ τόσο ώστε να πούμε πως φέτος χιόνισε, ποτέ τόσο ώστε να είναι χιόνι.
Το χιόνι είναι η ενσάρκωση του έκτακτου, η υπενθύμιση μιας ομορφιάς εκτός κανονικότητας, η οικειότητα του ανοίκειου. Σαν στάχτη από κάποια πυρκαγιά που έπιασε κάπου μακριά, σε τόπους μακρινούς και ξεχασμένους και μεταφέρεται μέσα στους χρόνους για να αποθέσει τον εαυτό του δίπλα μας ή σαν πιτυρίδα μιας κεφαλής με διάμετρο χιλιομέτρων που τίναξε τα μαλλιά της κάπου ψιλά στον αχανή ουρανό και τώρα έρχεται απειλητικά κατά πάνω μας. Βαμβάκι που ντύνει τις επιφάνειες κάνοντας τα πράγματα να μοιάζουν πιο φιλικά, πιο μαλακά, χωρίς αγκάθι. Καταψύκτης που συντηρεί μάταια για λίγες ώρες μόνο την υπόλοιπη χρονιά παγώνοντας τα πάντα στο άγγιγμά του.
Το χιόνι αυτό πέφτει κάθετα μέσα στο σύμπαν. Δεν ξεκινάει ούτε σταματά, δεν αρχίζει ούτε φτάνει, μόνο κάθετο κινείται σαν ατέρμονη διαδικασία μπροστά στα μάτια μας, σαν ροή χωρίς σκοπό, γιατί είναι η ίδια ο σκοπός, η ροή η ατελείωτη ροή.

Πιο ανθεκτικό από τη βροχή ταξινομεί τον εαυτό του, τον στοιβάζει σε ορατά σημεία, σου υπενθυμίζει την πτώση του με την παραμονή του στο έδαφος. Δεν ζητάει να φύγει –τουλάχιστον όχι ακόμη- περήφανο στο να δημιουργεί σχήματα, σχήματα δικά του. Όχι λακκούβες ή ρυάκια, αλλά τεμάχια όπως αυτά προσφέρονται αποκλειστικά, στην σκληρότητα των φτυαριών, στην μαλακότητα των παιδιών.
Και αν υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στο χιόνι -πέρα από την όψη του- αυτό είναι η ησυχία της πτώσης του, ο σιωπηλός του κρότος όταν συναντάει ξανά και ξανά το έδαφος, μια ήσυχη μετακίνηση ενός τεράστιου όγκου διακεκομμένου, τμηματικού μέχρι το άπειρο. Σιωπηλά, ψιθυριστά στοιβάζεται όλη τη νύχτα.

Τις νύχτες όταν τα φώτα της πόλης πέφτουν με πάταγο πάνω στις χιονισμένες επιφάνειες που μεγαλώνουν και ξανά μεγαλώνουν, βγαίνουν μέσα από χιονισμένες τρύπες οι χρυσοθήρες. Φερμένοι από άλλες εποχές, βγαλμένοι κατ’ ευθείαν μέσα από τη γη, εξοπλισμένοι με αξίνες, έλκηθρα και πλήρη ρουχισμό. Βγαίνουν στους δρόμους της Αθήνας φερμένοι από κάποια Αλάσκα και κάποια Σιβηρία, από κάποιο Κλοντάικ του χρόνου. Ξαφνιασμένοι διαβαίνουν την απολύτως άδεια πόλη ψάχνοντας. Όχι τόσο το χρυσάφι –αυτό το άφησαν πίσω στη δική τους εποχή, άλλωστε είναι γνωστό σε όλους πια τους αιώνες το πόσο άδεια από χρυσάφι είναι η δική μας εποχή. Ψάχνουν πάνω στα χιονισμένα παρμπρίζ και τα χιονισμένα πρεβάζια, τους παγωμένους δρόμους και τις ξέχειλες λακκούβες. Τις νύχτες βγαίνουν στους δρόμους της Αθήνας μέσα από τις χιονισμένες τρύπες τους οι χρυσοθήρες. Και ψάχνουν να βρουν εκείνη την πρώτη φλόγα που θα μπορέσει να δώσει ξανά, στην πόλη ολόκληρη, φωτιά.

(ο τίτλος είναι δανεισμένος από τη νουβέλα του Τζαίημς Τζόυς «Οι νεκροί»)


(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Αγαπητό 2016…



Και ενώ οι μέρες περνούν και πλησιάζουμε σταθερά προς την Πρωτοχρονιά τα πλήθη φαντασιακά συνάζονται ήδη για να γιορτάσουν ένα χαρμόσυνο γεγονός.
Οχι τον ερχομό του νέου έτους αλλά τον θάνατο του παλαιού.
Το 2016 θα μείνει χαραγμένο στις μνήμες ως ένα άσχημο έτος, τόσο τρομακτικό που θα προσπαθείς να το θυμηθείς για να σου φύγει ο λόξιγκας ή για να πείσεις τον γιο σου να φάει το σπανακόρυζο.
Το μόνο που σώζει το 2016 είναι πως έχουμε βάσιμες υποψίες ότι το 2017 θα είναι ακόμη χειρότερο.
Για πολλούς το «λάθος» 2016 αποτυπώνεται στη μαζική εκκαθάριση εγχώριων και ξένων σταρ, σε μια καταμέτρηση θανάτων διάσημων ατόμων.
Ενώ κάτι τέτοιο φαινομενικά μπορεί να μοιάζει ανόητο ή ακόμα και απάνθρωπο σε σχέση με τα υπόλοιπα γεγονότα που χαρακτηρίζουν το έτος, έχω την αίσθηση πως δεν είναι.
Ολος αυτός ο εύκολος διαδικτυακός θρήνος δεν έχει να κάνει με το πένθος, με το γεγονός πως έφυγε κάποιος που θα μπορούσε να δώσει ακόμα περισσότερα (άρα έφυγε και η δυνατότητά μας να έρθουμε σε επαφή με νέα δημιουργήματα).
Αν το καλοσκεφτεί κανείς οι περισσότεροι από τους καλλιτέχνες που έφυγαν το 2016 ήταν ανενεργοί.
Πιο πολύ νομίζω πως πενθούμε για την απώλεια της χαμένης οικειότητας, για ένα κομμάτι που οριακά μπορεί να είχαμε ξεχάσει πως μας δομεί και που το αντιλαμβανόμαστε μονάχα σαν το χάσουμε.
 Είναι αυτή η μονομερής οικειότητα που ακόμα και στον μονόδρομό της παύει, αυτή η αμήχανη θλίψη που βασίζεται σε μια φαντασιακή σχέση η οποία τώρα αποκαλύπτεται και ταυτόχρονα μεταμορφώνεται –χωρίς να αλλάζει– σε παρελθόν.
Στην πραγματικότητα το πλαστικό πένθος είναι ένα παρήγορο πένθος.
Μια και θολώνει τη μεγάλη εικόνα που είναι πολλαπλά χειρότερη: ο πόλεμος στη Συρία κλιμακώνεται, η προσφυγική κρίση γιγαντώνεται, η διαχείρισή της από την Ευρωπαϊκή Ενωση πάει όλο και πιο δεξιά, η Ακροδεξιά κερδίζει έδαφος παντού, η λιτότητα καλπάζει, οι παγκόσμιες ισορροπίες διαταράσσονται ξεκινώντας αυτό που πολλοί ονόμασαν «δεύτερο ψυχρό πόλεμο».
Η εκλογή Τραμπ, η κατάσταση στην Τουρκία του Ερντογάν, η επιβολή ακόμη περισσότερης λιτότητας στην Ευρώπη, τα τρομοκρατικά χτυπήματα και η διαχείρισή τους είναι μόνο κάποια από τα γεγονότα που θα μας κάνουμε να θυμόμαστε το έτος 2016.

Αγαπητό 2016,
Αν ήσουν χρώμα θα ήσουν σάπιο μήλο.
Αν ήσουν μήλο θα ήσουν και πάλι σάπιο μήλο.
Αν ήσουν φαγητό θα ήσουν το δεν-ξέρω-τι-πράγμα-είναι-αυτό-αλλά-δεν-το-βάζω-στο-στόμα-μου.
Αν ήσουν συμμαθητής θα ήσουν αυτός που πήρε πολύ σοβαρά τη δουλειά του απουσιολογίου δίνοντάς μας άλλοθι να σε σιχαινόμαστε (κάτι το οποίο συνέβαινε έτσι κι αλλιώς). Δικαιωθήκαμε όταν πήγες στη Βουλή των Εφήβων και μίλησες για την πατρίδα, την εκκλησία και πάνω απ’ όλα υγεία. Είσαι ο θείος που πάντα υποψιαζόμαστε, αυτός που λέει «εγώ θα κάτσω εδώ με τη νεολαία».
Αν ήσουν στιγμή της ημέρας θα ήσουν η στιγμή που ανάβουμε το τελευταίο τσιγάρο μέχρι με την πρώτη ρουφηξιά να ανακαλύψουμε πως το ανάψαμε από το φίλτρο.
Αν ήσουν καθημερινή κουβέντα θα ξεκίναγες με το «Εγώ δεν είμαι ρατσιστής αλλά…».
Αν ήσουν ποίημα σίγουρα θα είχες γραφτεί στο facebook, αν ήσουν όχημα θα ήσουν καμένο τρόλεϊ για πολιτικούς λόγους.
Αν ήσουν γενέθλια σίγουρα θα έπεφτες 29 Φεβρουαρίου και θα γιόρταζες μία κάθε 4 χρόνια.
Αν ήσουν τραγούδι θα σε παίζαμε ανάποδα για να ανακαλύψουμε τα σατανιστικά σου μηνύματα, αλλά το μόνο που θα ακουγόταν εκεί θα ήταν η Μαρινέλλα να τραγουδάει κανονικά.
Αν ήσουν ποτό ήδη έχουμε τυφλωθεί εξαιτίας σου, αν ήσουν αμαρτία σε θάψαμε κάπου στη Σιβηρία και αν είσαι το τελευταίο κομμάτι πίτσας ήδη μου έπεσες από τα χέρια.

Ω 2016, και η χειρότερη στιγμή σου είναι η διαπίστωση πως είσαι μια χρονιά από το μέλλον μας και όχι από το παρελθόν μας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Προς Βασίλη (Άγιο)


Αγαπητέ Βασίλη, ήρθε η ώρα να αναμετρηθούμε. Εσύ με την αιώνια αισιοδοξία μιας υπόσχεσης που θα τηρηθεί ακόμη και αν αντιβαίνει στους νόμους της φυσικής και της οικονομίας και εμείς εδώ με τους λογαριασμούς, τα χρέη και τις παλινωδίες μας. Εσύ με την εικονογραφημένη σου πραγματικότητα, ξυλόγλυπτη και στολισμένη να αναβοσβήνει σαν υποχρέωση χαράς και μεις με τις κατάρες μας να κυνηγάνε τις ευχές σου. Εσύ, η χοληστερίνη προσωποποιημένη χωρίς φόβο για σώμα ή για αναπνοή κι εμεις μονίμως να σκοντάφτουμε στις στοιβαγμένες μας ανάσες.
Εσύ η θλιβερή εικόνα στην οποία προσωποποιήσαμε τις επιθυμίες μας. Άκακος, ανώδυνος, σαν κάθε τι που μπορεί να ειπωθεί δημόσια, να χωρέσει στις αγορές και τις πωλήσεις, να γίνει τόσο συγκεκριμένο ώστε να αποκτήσει τιμή. Μονίμως γερασμένος σαν άνθρωπος χωρίς επιθυμίες, ικανός να κάνει παρέα αποκλειστικά με ταράνδους και με χιόνια. Εκμεταλλευτής των ξωτικών στα αμέτρητα sweatshops της καταπίεσης και της παράνομης εργασίας. Εισαγόμενος σαν παστουρμάς από την Καισαρεία και κρυμμένος σαν ρώσος φυγάς, μαφιόζος κάπου στη Λαπωνία. Θιασώτης της βίας στα ζώα που από το πολύ μαστίγωμα έκανε ακόμα και τους ταράνδους να πετάνε. Ερασιτέχνης διαρρήκτης που έχει εισβάλει σε κάθε σπίτι του δυτικού κόσμου με προτίμηση όσους πληρούν τις οικονομικές προϋποθέσεις ώστε να πληρώσουν τις υπηρεσίες του. Όρθιος και κόκκινος σαν απαγορευτικό με παπούτσια, επιδεικτικά γενειοφόρος ώστε να μας κάνει να ξεχάσουμε την αγία μορφή του Καρόλου Μαρξ.

Ω εσύ Βασίλη και Βασίλιε που εισβάλεις στις παιδικές μας εικόνες γεμάτος δώρο και ανταμοιβές, άγιε της αγοραπωλησίας και της Coca-cola, ντυμένος σαν κόκκινο χαλί που πάνω του θα περπατήσει όλη μας η ματαιοδοξία, γεννημένη ακριβώς την ώρα της συναλλαγής μαζί σου.
 
Και πάρε τις περασμένες μας ευχές, που ισχύουν κάθε χρόνο στο ακέραιο: «Άναψε μια λαμπάδα πάνω απ όλη την εορταστική χοληστερίνη και όταν τα παιδιά χτυπήσουν για τα κάλαντα δωροδόκησέ τα -όχι με λεφτά, όχι με γλυκά- αλλά με φωτογραφίες του Λένιν, του Αρθούρου Ρεμπώ και του Τζέκινς Χαν (γράψε πίσω από τις φωτογραφίες το σύνθημα: «το πρωινό ξύπνημα μας εξαγριώνει’»).Μάζεψε αρκετό χαρτί περιτυλίγματος ώστε να πακετάρεις τέσσερα χρόνια κρίσης. Πάρε ένα μαγκάλι να κάψεις μέσα του όλη την αθωότητα των κυνικών, να ζεστάνεις όλη σου την απώλειά. Μια ευχή στην πρόποση που δεν ακούστηκε καθαρά και ύστερα μεταμφιέστηκε σε όλες τις ευχές και όλες τις προπόσεις. Πάρε όλη αυτή τη σιωπή που γδέρνει απλωμένη μπρος στο καινούριο που τόσο σε φοβίζει (όλους μας φοβίζει). Την μοναξιά στην πλατεία Συντάγματος, όλα όσα δίνουν αυτοί που δεν έχουν. Τον φίλο που μετρά αντίστροφα στο Skype μαζί μας, σε κάποια εστία, κάποιου πανεπιστημίου, κάπου μακριά. Πάρε ένα διακόπτη που σβήνει όλα τα ηλίθια λαμπιόνια των μπαλκονιών. Έναν πρωτοχρονιάτικο λαχνό που κερδίζει 1)ένα πολυμίξερ, 2)μια σακούλα χασίς, 3)λίγη κατανόηση.

Πάρε το μικρό τυμπανιστή και μάθε τον να παίζει ντραμς, μπας και σταματήσει να μυξοκλαίει. Το «Ζυστίν» του Μαρκησίου Ντε Σαντ και χάρισε το σε κάποιον Μητροπολίτη (για πλάκα). Το πλαστικό δέντρο που ποτίζουμε όλο το χρόνο, τα Χριστούγεννα όλων των αγέννητων συγγενών.
Πάρε μια κάλτσα γιορτινή που σκόνταψε και έπεσε στο τζάκι και το βλέμμα του 6χρονου που την κοιτά να καίγεται και χαίρεται γιατί είναι κατά της παγκοσμιοποίησης των γιορτών και της ημερολογιακά και εμπορικά επιβεβλημένης ευωχίας. Το τζάκι ενός εγωιστή γίγαντα, το οποίο ανάβει με συνέπεια κάθε βράδυ των γιορτών ώστε να καψαλίσει αυτό τον εισβολέα των δώρων, τον ενοχλητικό, αλκοολικό χοντρομπαλά του γιοχοχό και της κοκακόλας. Πάρε κυρίως το δράμα του δυσλεκτικού ξαδέρφου μου που πάντα μπέρδευε τον Ρούντολφ το ελαφάκι, με τον Ρούντολφ Ες των Ναζί.

Όχι με ημερολόγια, όχι με πρωτοχρονιές, όχι με αντίστροφες μετρήσεις. Έτσι μετριέται ο πραγματικός χρόνος για όλους εμάς. Λίγο να στεκόμαστε μαζί και λίγο να τρέχουμε τρομαγμένοι».

Φέτος θα κρατήσουμε τα τζάκια μας να καίνε μέχρι το πρωί. Και η γιαγιά θα παραφυλάει με το δίκαννο, οπλισμένη μέχρι να φέξει.

(στην εφημέριδα Εποχή)

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Ενοικοι στο κεχριμπάρι του χρόνου


(συνέχεια στο προηγούμενο)

Ισως να μη μεγαλώσαμε ποτέ γιατί όλοι οι ήρωές μας πεθάναν νέοι.
Τα πρόσωπα που μας γοήτευσαν είναι πρόσωπα που χάθηκαν νωρίς. Ηθοποιοί, μουσικοί, ποιητές.
Πρόσωπα καταδικασμένα να μη γεράσουνε ποτέ. Και δεν θα πεθάνουνε ποτέ, μα θα πεθαίνουν κάθε μέρα (όπως λέει και ο ποιητής).
Αφού ο θάνατος είναι κυρίαρχος στην καταγραφή της ζωής τους. Της ζωής την οποία εκείνος έπαψε. Ισως πολλές φορές πιο έντονα και από το έργο τους.
Ο θάνατός τους είναι η βιογραφία τους.
Ο Μόρισον, ο Κομπέιν, ο Ραντιγκέ, ο Βιγκό, ο Ρίβερ Φίνιξ, ο Τζέιμς Ντιν, ο Χιθ Λέτζερ. Οι λεγεώνες των πρόωρα χαμένων.
Αυτών που ταύτισαν τη νεότητα με την ηλικία, αυτών που ταύτισαν τον ενθουσιασμό του ξεκινήματος με την απότομη ανακούφιση του τερματισμού.
Ο θάνατος τους διαπερνά αναδρομικά, με αντίθετη φορά, σαν όλα τα γεγονότα να οδηγούν ακριβώς εκεί.
Με τρόπο πιο έντονο απ’ ό,τι συμβαίνει με όλους τους άλλους.
Η Σίλβια Πλαθ, ο Κιτς, οι Σέλεϊ. Μαζί τους και ο Αρθούρος Ρεμπό, που διάλεξε να πεθάνει δίχως θάνατο σταματώντας να γράφει στα 19.
Ολοι τους εκβάλλουν στον πρόωρο χαμό. Και αυτός σε ανταπόδοση τους συντηρεί στους αιώνες, φωτογενείς μέσα στον χρόνο που γερνά.
Ο θάνατος βουτάει τα γεγονότα στο κεχριμπάρι. Τα ανασύρει από το παρελθόν, όμοια ξανά και ξανά.
Εμφανίζει ξανά και ξανά την ίδια εικόνα. Μια εικόνα που δρα αντίθετα σ' αυτόν τον ίδιο.
Που υπενθυμίζει ταυτόχρονα την πρόωρη άνοιξη και τον ακαριαίο χειμώνα. Αυτό το μείγμα και αυτή η ταύτιση νεανικής ευαισθησίας και πένθους.
Γι' αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τον ψίθυρο των πρόωρα χαμένων, το έργο τους μεταμορφώνεται σε μια υπόσχεση που δεν ευοδώθηκε.
Διαβάζοντας τα κείμενα, τους δίσκους, τις ταινίες, μονίμως υπογραμμίζουν τα αυριανά έργα τους που δεν πραγματοποιήθηκαν.
Τα έργα τους χάνουν την αυτοτέλειά τους, γίνονται υπόθεση εργασίας για όσα τελικά δεν ήρθαν.
Και ίσως τελικά η βασική συνθήκη που τους κατέστησε ήρωες να ήταν αυτός ο πρόωρος χαμός τους.
Πρόσωπα οριστικά, που εκκρεμούν ακόμη ως αιώνιες μη απαντημένες προοπτικές. Ως δυνατότητες που καταγράφηκαν και νοερά συνεχίζουν.
Μα για όλους όσοι αγάπησαν τους πρόωρα χαμένους, το έργο που προηγήθηκε του θανάτου τους γίνεται προοπτική της ζωής τους μετά τον θάνατό τους.
Ο θάνατος είναι απλά το κέντρο. Το πριν και το μετά δύο όμοιες υποσχέσεις που απαντήθηκαν.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί σε όλα τα βιβλία και τα λήμματα των εγκυκλοπαιδειών οι φωτογραφίες των συγγραφέων τούς δείχνουν γερασμένους.
Σαν η ηλικία να προσπαθεί να επιβεβαιώσει τη σοβαρότητα των έργων, το βάθος της δημιουργίας. Σαν η τέχνη να είναι μια υπόθεση για τους μεγάλους.
Οι πρόωρα χαμένοι λοιπόν μας προστατεύουν από την ηλικία, προστατεύουν τους καλλιτέχνες που γέρασαν από το ίδιο τους το γήρας και τελικά την ίδια την τέχνη από τον χρόνο.
Είναι ο εθισμός μας στο οριστικό. Οχι στο οριστικό του θανάτου. Στο οριστικό μιας νεότητας που δεν φθείρεται. Και έτσι εμείς ζητούμε να βρούμε λίγο χώρο στο κεχριμπάρι.
Να συντηρήσουμε τους τρόπους και το ακαριαίο του -εδώ και τώρα- που είναι η νεότητα. Και τα γεγονότα γύρω μάς προσπερνούν.
Πορτοφολάδες βουτούν μονίμως τα ημερολόγιά μας.
Σιγά σιγά γινόμαστε γονείς των ηρώων μας (ή έστω των ηλικιών τους), αφήνουμε αμήχανα το παράδειγμά τους και αναζητούμε νέες βιογραφίες.
Αμήχανα, αφού ποτέ δεν διδαχτήκαμε το τι σημαίνει να ωριμάζεις, πόσο μάλλον να γερνάς. Ισως -σκεφτόμαστε- να μη μεγαλώσουμε ποτέ, αφού οι ήρωές μας πεθάναν όλοι νέοι.
Και οι πρόωρα χαμένοι που αγαπήσαμε κατοικούν για πάντα μέσα μας.
Και έτσι ανέγγιχτοι και νέοι μάς διδάσκουν (για τελευταία φορά) πως η ηλικία είναι μία και ατόφια.
Και πως αποκτά το νέο νόημά της μονάχα όταν τη χαρίζεις ολόκληρη σε μια νεόκοπη ανάσα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Η πραγματικότητα ως φόνος, ο φόνος ως θέαμα


«Game 2: Winter», είναι ο τίτλος ενός νέου ρωσικού ριάλιτι που θα ξεκινήσει στη Ρωσία το 2017. Το παιχνίδι θα αποτελεί μία δοκιμασία επιβίωσης στην παγωμένη Σιβηρία, με τη θερμοκρασία να φτάνει τους μείον 40 βαθμούς Κελσίου, τις αρκούδες και τους λύκους να κόβουν βόλτες στην περιοχή και τους 30 συμμετέχοντες (15 άνδρες και 15 γυναίκες) να εκπαιδεύονται από πρώην ρώσους μυστικούς πράκτορες. Οι διαγωνιζόμενοι θα πρέπει να πληρώσουν 165.000 δολάρια για να λάβουν μέρος, ενώ ο εξοπλισμός τους θα περιορίζεται σε ένα μαχαίρι. Σε πολλούς η ρωσική αυτή καφρίλα θα θύμιζε ταινίες όπως το Battle Royale  ή το Hunger Games. Εδώ, όμως, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεταφορά, αλλά σε μια κυριολεξία. Όπως περιγράφει και ο εμπνευστής του παιχνιδιού, ο επιχειρηματίας Yevgeny Pyatkovsky, οι υπεύθυνοι «θα αρνηθούν κάθε απαίτηση των συμμετεχόντων ακόμα και αν σκοτωθούν ή βιαστούν». Ο φόνος, ή ο βιασμός είναι προφανώς πράξεις ποινικά κολάσιμες στη Ρωσία και σε περίπτωση που συμβούν, θα διώκονται. Δεν θα παίζουν, όμως, ρόλο στη διεξαγωγή του παιχνιδιού και στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων. Για τα γυρίσματα θα χρησιμοποιηθούν 2.000 κάμερες, οι όποιες θα είναι τοποθετημένες στην περιοχή. Ήδη 5 χώρες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον να μεταδώσουν το παιχνίδι. Η εικονική πραγματικότητα της εποχής μας, με το συγκεκριμένο ριάλιτι μας εξασφάλισε έναν νέο πάτο.

Όταν τα ριάλιτι αντιγράφουν την πραγματικότητα

Τα ριάλιτι ξεκίνησαν ως μια προσπάθεια να καταγραφεί η πραγματικότητα και να πουληθεί ως θέαμα. Η ιδέα της παρακολούθησης από μια νόμιμη κλειδαρότρυπα, η θέαση του ευτελούς σε καθημερινή βάση, η οποία κολάκευε το θεατή, τόνωνε την απόλυτη ταύτιση με έναν απόλυτα αδιάφορο αντικείμενο, δημιουργούσε την ψευδαίσθηση εξουσίας πάνω στην τύχη ενός ανθρώπου μέσα από ψηφοφορίες, ήταν στοιχεία που εκτίναξαν το είδος των reality game shows, ξεκινώντας στην Ολλανδία κάπου το μακρινό 1999. Από τότε ο κόσμος (τόσο ο πραγματικός όσο και ο ψηφιακός) άλλαξαν πολύ.

Όταν η πραγματικότητα αντιγράφει τα ριάλιτι

Είναι πια η πραγματικότητα αυτή που αντιγράφει τα ριάλιτι. Ποζάρει ώστε να φωτογραφηθεί και να δημοσιευθεί, ταΐζοντας αδηφάγους λογαριασμούς, που διαρκώς πρέπει να ενημερώνονται, εντάσσει τον εαυτό της σε σελίδες αναφέροντας το σημείο στο οποίο βρίσκεται, το τι έφαγε, τον ποιον είδε, νιώθει αρμόδια και επαρκής, αλλά πάνω απ’ όλα υποχρεωμένη να εκφράσει άποψη επί παντός επιστητού.  Και κυρίως καταλήγει σε αυτή τη στάση χωρίς καμία πίεση, χωρίς καμία επιβολή. Ενσωματώνοντας επιταγές που κάποτε θα έμοιαζαν ακραίες, προσπαθώντας για επιπλέον επίβλεψη. Μια επίβλεψη ταυτισμένη με τη ματαιοδοξία ενός φαντασιακού προφίλ που λέει περισσότερα για την επιθυμία, παρά για την πραγματικότητα. Καταγράφει τη βία της σε ξυλοδαρμούς και την ανεβάζει σε διαδικτυακή κοινή θέα (τα παραδείγματα και πάλι από τη Ρωσία είναι χιλιάδες στο youtube), κατασκευάζει τον τρόμο και τον προπαγανδίζει σε βίντεο εκτελέσεων και αποκεφαλισμών, σκορπώντας πανικό στους εχθρούς που θα βρει μπροστά του (παράδειγμα ISIS).

Ο Χειμώνας της πραγματικότητας

To Game 2: Winter εντάσσει αυτό τον ανεστραμμένο κόσμο στο πεδίο του ριάλιτι. Εκλαμβάνει ως πραγματικότητα την ανεστραμμένη αποτύπωση της πραγματικότητας και την πουλάει στον υπερθετικό της βαθμό. Για να βρει και να πουλήσει ζωή, φτάνει όλα τα στοιχεία που τη συντηρούν -την επιβίωση, την αντίσταση στον βιασμό ή στον φόνο- στο βαθμό μηδέν. Στον ανεστραμμένο αυτό κόσμο, η ηθική εντάσσεται ως μια αμφίβολη αισθητική, σε μια συνθήκη όπου η πράξη μετριέται ως εντυπωσιασμός και όχι ως πραγματική επίπτωση. Ο φόνος αποκτάει νόημα όταν προκαλεί εντυπώσεις και όχι όταν προκαλεί θάνατο. Πέρα από τον εμφανή κυνισμό, από το θέαμα της αρένας ως τροφή για αποχαυνωμένους, το ριάλιτι μας μιλά και για την εξαέρωση της αξιοπρέπειας στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης καταγραφής. Για τα όρια αυτά που κάποιος θα πληρώσει για να τα υπερβεί. Για το δικαίωμα να σκοτώνεις και να σκοτώνεσαι σε κοινή θέα. Για τον διπλανό μας σαν δυνητικό τηλεοπτικό μας εχθρό, στο όνειρο ενός ρώσου μαφιόζου. Και αν διαβάζοντας την είδηση αυτή πιστεύουμε πως απλώς ερχόμαστε σε επαφή με μια εξωτική ακρότητα σε κάποια μακρινή χώρα, κάνουμε λάθος. Ο ψηφιακός αυτός κόσμος είναι κοινός και εμείς τον κοιτάμε, ακόμα και αν δεν είμαστε θεατές του. Και είτε το θέλουμε, είτε όχι, μας κοιτάει και αυτός.

(στην εφημερίδα Εποχή)