Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Η υψηλή τέχνη του φόνου


Προσπαθώντας πρόσφατα να καταλάβω σε τι συνίσταται η μεγάλη επιτυχία του σκανδιναβικού αστυνομικού μυθιστορήματος, έπεσα πάνω σε ένα ενδιαφέρον στατιστικό.
Ανά ένα εκατομμύριο κατοίκους στην Ισλανδία αναλογούν 2,2 φόνοι, στη Νορβηγία 6,9, στη Σουηδία 10,6, στη Δανία 12,2. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το ποσοστό φτάνει τους 56,3 φόνους.
Με λίγα λόγια, οι Σκανδιναβοί αφηγούνται περισσότερους φόνους από όσους διαπράττουν ή, όπως θα έλεγε ο νεοφιλελές μενουμευρώπης, καταναλώνουν περισσότερους φόνους από όσους παράγουν.
Σχετικά φιλήσυχες κοινωνίες που περιγράφουν έναν σκληρό εαυτό που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Αυτό που προέκυψε ως ερώτημα είναι προς τι αυτή η παραγωγή αφήγησης του φόνου.
Ποια ανάγκη καλύπτει η εξιστόρηση μιας πράξης που σε μεγάλο βαθμό παραμένει εξόριστη από την ίδια την κοινωνία
Για πολύ καιρό το αστυνομικό μυθιστόρημα (γενικός όρος βαθιά προβληματικός) παρέμενε εξόριστο στις pulp κατηγοριοποιήσεις. Επρεπε πρώτα να ενταχθεί στο θέαμα με εμπορικούς όρους για να διακρίνουμε στη συνέχεια (αφού παγιώθηκε ως οικονομικό μέγεθος) και τις λογοτεχνικές αξίες και προοπτικές του.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα ξεκίνησε στο περιθώριο της ανθρώπινης αφήγησης. Αυτό όμως που πιστεύω είναι πως στην πραγματικότητα βρίσκεται στο κέντρο της.
Συχνά ξεχνούμε πόσο βίαιοι και πόσο επιρρεπείς στο φόνο (ακόμα και στον φόνο με αποτρόπαια χαρακτηριστικά) είναι οι κλασικοί συγγραφείς.
Από την αρχαία τραγωδία μέχρι τον Σαίξπηρ και από τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Καμύ, ο φόνος αποτελεί κάτι πολύ σημαντικότερο από ένα γεγονός που συμβαίνει μέσα στην αφήγηση, από ένα εργαλείο που κάνει την πλοκή να εξελίσσεται ή δίνει λύση σε αυτή.
Ο φόνος, σε μια σειρά από περιπτώσεις είναι ο πυρήνας της αφήγησης. Το γενέθλιο γεγονός του προβληματισμού, της φιλοσοφίας και της αφήγησης.
Ο πουριτανισμός των δυτικών κοινωνιών απωθεί την αφήγηση του φόνου στο περιθώριό τους. Και πρόσφατα αποφάσισε να την επανεισαγάγει με τον εξωτισμό του έκτακτου γεγονότος ή τον φολκλορισμό του Κακού.
Στις πιο επιτυχημένες, στις πιο καθαρές του στιγμές, το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί τη μόνη αφήγηση που περπατά ένα μονοπάτι χαραγμένο από αριστουργήματα.
Με αφηγηματικούς όρους, η δολοφονία είναι εκλογίκευση του θανάτου. Ενας θάνατος από «φυσικά αίτια» εντάσσεται στο παράλογο της ύπαρξης.
Ο ορθολογισμός, η λογική, η μαθηματική ακολουθία αιτίας και αποτελέσματος είναι απολύτως άχρηστα μπροστά στην απώλεια. Η κοινωνία αναζητεί απέναντί του όχι απαντήσεις αλλά παραμυθία, παύση του πόνου, παρηγοριά.
Το έγκλημα, ο φόνος, εντάσσουν το φαινόμενο του θανάτου στη σφαίρα της λογικής. Παραχωρούν στο γεγονός το αίτιο και το αιτιατό, τη λογική ακολουθία, τα κίνητρα, τις συνέπειες, την αφορμή, τις κοινωνικές συνθήκες που τον περικλείουν. Εντάσσουν το θάνατο μέσα στη ζωή και μέσα από την πλοκή -όσο αποτρόπαιο γεγονός και αν είναι- τον κάνουν οικείο, ορατό, ψαύσιμο.
Όλη η πλοκή δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από τον εξορκισμό του θανάτου, την επιστροφή του από τη σφαίρα της λογικής στην άλογη κοινοτοπία της ανθρώπινης κατάληξης.
Ο ήρωας που θα εξιχνιάσει, ο ήρωας που θα βρει τους θύτες και τα θύματα είναι ο μεγάλος εξορκιστής της κοινωνίας. Ο ήρωας (ντετέκτιβ - αστυνομικός - δημοσιογράφος) πράττει για τον φόνο αυτό που ο ιατροδικαστής πράττει πάνω στο σώμα του θύματος.
Παίρνει ένα νεκρό γεγονός και εντοπίζει τα λογικά αυτά σημεία που το ενώνουν με στοιχεία πέρα από το ίδιο.
Τις συνθήκες που οδήγησαν στον φόνο, την ένταξη σε μια κοινωνική ακολουθία, σε μια διαδικασία με κέρδος και απώλειες. Ετσι, ο ήρωας, ως κύριος φορέας τις αφήγησης, είναι πάντοτε ένας δρών ανατόμος της κοινωνίας.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία ολόκληρη η κοινωνία, οι γύρω άνθρωποι, οι αιτίες και οι βαθύτερες αιτίες είναι διαμπερείς όσο και το άψυχο σώμα πάνω στο τραπέζι του ιατροδικαστή. Και τελικά κάθε εξιχνίαση είναι ένας συνολικός εξορκισμός.
Ο ήρωας μας οδηγεί από την φρίκη της δολοφονικής κατανόησης πίσω στο παράλογο, στην ηρεμία της ματαιότητας του θανάτου. Αφού όμως πρώτα μας περάσει από μια διαδικασία συγκατοίκησης της ζωής και του θανάτου. 
Το αστυνομικό μυθιστόρημα αφηγείται σε μια δεδομένη στιγμή και σε μια δεδομένη κοινωνία τις χαραμάδες μέσα από τις οποίες ο θάνατος εισβάλλει στη λογική. Προειδοποιεί, εξορκίζει και συγκλονίζει την ύπαρξη με τα ενδεχόμενα που την περιβάλουν.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Η ώρα του διαβόλου


«Αλλά εγώ δεν είμαι αυτό που νομίζουν. Οι Εκκλησίες με μισούν. Οι πιστοί τρέμουν στο όνομά μου. Αλλά, είτε το θέλουν είτε όχι, έχω έναν ρόλο στον κόσμο. Δεν είμαι ούτε επαναστατημένος εναντίον του θεού ούτε το πνεύμα που αρνείται. Είμαι ο Θεός της Φαντασίας, απολωλώς γιατί δεν δημιουργώ. […]
Είμαι το πνεύμα που δημιουργεί χωρίς να δημιουργεί, που η φωνή του είναι καπνός και η ψυχή του ένα λάθος. Ο θεός με δημιούργησε για να τον μιμούμαι τη νύχτα. Αυτός είναι ο Ηλιος, εγώ είμαι η Σελήνη.
Το φως μου αιωρείται πάνω από το καθετί που είναι μάταιο ή ψεύτικο, φωσφορισμούς, όχθες ποταμών, έλη και σκιές».

Το διήγημα «Η ώρα του διαβόλου» (απόσπασμα του οποίου μόλις διαβάσατε) αποτελεί ένα από τα πιο πρώιμα έργα του Φερνάντο Πεσόα.
Κρυμμένο στο μυθικό μπαούλο με τα χειρόγραφα, το έργο εκδόθηκε πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή.
Ο διάβολος συναντά μια συνηθισμένη Μαρία. Σε ελάχιστο χρόνο τής αποκαλύπτει μυστικά του κόσμου και της ύπαρξης και της αναγγέλλει τη γέννηση του ποιητή, του γιου της.
Ο διάβολος-ποιητής, μορφή βαθιά, ευγενική και οικεία, οντολογεί περιγράφοντας τη δική του ιστορία, το πλέγμα των σχέσεων ανάμεσα στον ίδιο, τον θεό και τους ανθρώπους.
Ποίηση και πραγματικότητα ταυτίζονται σε ένα σύντομο διαμάντι που δεν ηθικολογεί, δεν θεολογεί, αλλά παραχωρεί στη φαντασία μια κοσμογονική δύναμη.
Πόσο περίεργο, πόσο άβολο και παράδοξο είναι να μιλάς για τον Φερνάντο Πεσόα με αφορμή επεισόδια σαν αυτά έξω από το θέατρο «Αριστοτέλειον» της Θεσσαλονίκης!
Εδώ που οι χριστιανοί Ταλιμπάν των τριών συμφώνων συναντούν τους χουλιγκάνους ιερολοχίτες τον δύο φωνηέντων.
Είμαστε μπροστά στην επιστροφή σε μια προγλωσσική εποχή, όταν ο ήχος ήταν το ίδιο το νόημα του ήχου, το μούγκρισμα το νόημα του μουγκρίσματος.
Σε μια εποχή που δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αναπαράστασή της, στο γεγονός και το είδωλό του.
Σε μια εποχή που δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε αυτό που μου ανήκει και σε αυτό που μπορεί να ανήκει ή να αναφέρεται σε άλλους.
Σε μια εποχή που η επιβολή είναι απλώς προέκταση του σώματός μου.
Ολη αυτή η σκοτεινή μάζα, η μαύρη ύλη που έρχεται συμπαγής μέσα από την ιστορία και φέρνει τα στοιχεία της περιόδου πριν από την ίδια την ιστορία, είναι παρούσα στις σύγχρονες κοινωνίες.
Ενα κομμάτι που όσο ψηλά κτίρια κι αν χτιστούν, όσες ανακαλύψεις κι αν καταγραφούν, όση παιδεία κι αν μοιραστεί ισόποσα, το αυτό θα παραμείνει.
Το σκοτάδι αυτό ίσως να μη μετακινείται, υπάρχει εκεί για να μας θυμίζει μια άλλη εκδοχή της ανθρώπινης εμπειρίας που πεισματικά προσπαθούμε να παρακάμψουμε, χρησιμοποιώντας το πιο αναίμακτο και υποκριτικό μας ξόρκι: αν κάτι το αγνοήσεις ηθελημένα, παύει να υπάρχει.
Υπάρχουν όμως κάποιοι που φυσικά και δεν θα τους αγνοήσουν. Γιατί αυτό που έχει σημασία είναι πως η μάζα αυτή είναι πιο εύκολα χειραγωγήσιμη από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία ανθρώπων.
Η Χρυσή Αυγή έστησε την εκλογική της άνοδο αντλώντας ακριβώς από αυτή τη δεξαμενή. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως εμφανίστηκε για ακόμα μία φορά, τώρα έξω από το «Αριστοτέλειον».
Οπως έγινε γνωστό, βουλευτές της Χρυσής Αυγής κατέθεσαν μηνυτήρια αναφορά κατά των συντελεστών της παράστασης. Η δικογραφία θα αποσταλεί στο εισαγγελέα.
Οι διαμαρτυρίες των σκοταδιστών δεν έχουν να κάνουν ούτε με κάποια θρησκευτική αντίθεση ούτε με κάποια πίστη ούτε με τίποτα.
Είναι η επιθυμία του σκοταδιού να επαληθεύσει τον εαυτό του. Να τον επιβάλει ως μόνη επιλογή σε έναν κόσμο χωρίς επιλογές. Οπως το απόσπασμα του έργου που παραθέτουμε αποδεικνύει, είναι αντίθεση απέναντι στην ίδια τη φαντασία των κοινωνιών.
Την ελευθερία, την έκφραση, οτιδήποτε διαχωρίζει τον άνθρωπο από την τετράποδη εκδοχή του που διαδηλώνει έξω από το θέατρο.
Για τον λόγο αυτό, όσο γραφικά και αν μας φαίνονται τέτοια περιστατικά, στην πραγματικότητα μας αφορούν όλους άμεσα.
Και ο εναγκαλισμός των χρυσαυγιτών έξω από το θέατρο μας υποδεικνύει ξεκάθαρα όλους τους λόγους που κάτι τέτοιο ισχύει.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Το επείγον θέατρο της Λούλας Αναγνωστάκη




Ελισάβετ: Έχω την εντύπωση πως ούτε καν μ’ ακούς. Όταν σκοτείνιαζε εντελώς ανεβαίναμε στην ταράτσα. Μου ’δειχνε μακριά τις παλιές συνοικίες και τα κάστρα που τις περιβάλλουν… Τα’ χεις δει ποτέ αυτά τα κάστρα;
Κίμων: Δε φαίνονται από το παράθυρο.
Ελισάβετ: Όχι, δε φαίνονται από το παράθυρο. Μόνο από ψηλά – πολύ ψηλά. Αυτά τα κάστρα που άλλοτε ήταν το φρούριο της πόλης και τώρα έχουν γίνει φυλακές.
Κίμων: Φυλακές;
Ελισάβετ: Ναι, υγρές, σκοτεινές φυλακές.
Κίμων: Τι κάνατε στην ταράτσα;
Ελισάβετ: Κοιτάζαμε. Εκείνος τέντωνε το δάχτυλό του σε ένα σημείο. «Εκεί», μου έλεγε, «εκεί πέρα, τα χαράματα ντουφεκίζουν τους καταδικασμένους σε θάνατο». Δεν καταλάβαινα γιατί επέμενε να μου το λέει αυτό κάθε βράδυ και να μου δείχνει τεντώνοντας το δάχτυλό του προς το βορρά. Έπειτα χαθήκαμε κι έπειτα μια μέρα διάβασα το όνομά του στην εφημερίδα. Ήταν κι αυτός ανάμεσα στους καταδικασμένους σε θάνατο και είχε εκτελεστεί την αυγή. Δεν είναι παράξενο;
(Λούλα Αναγνωστάκη, Η Πόλη)


Έρχεται κάποια στιγμή που φτάνει η ώρα του απολογισμού. Η ώρα αυτή που η ζωή, το έργο μπορούν να συσσωρευτούν σε μια πυκνή φράση που θα εμπερικλείει τις αξίες, τις επιτυχίες και την ουσία, μιλώντας γρήγορα, αλλά όχι βιαστικά, για την αυλακιά που αφήνει ο καλλιτέχνης στο σώμα της τέχνης που διάλεξε να υπηρετεί. Πολλές φορές η ώρα αυτή έρχεται με το θάνατο του συγγραφέα. Σε επικήδειους, άρθρα απολογισμού, αναμνηστικά αφιερώματα. Για την Λούλα Αναγνωστάκη η ώρα αυτή δεν έχει φτάσει. Πάντοτε είχα την αίσθηση πως παρά τη δημοφιλία των έργων της, τις συχνές παραστάσεις και επαναλήψεις τους, την καθολική αποδοχή της αξίας τους η σημασία της, η θεατρική και η λογοτεχνική προσφορά της δεν έχουν αναγνωριστεί στο βαθμό που τους αντιστοιχεί, παρά μόνο ως ένα βαθμό. Το όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον της νέας γενιάς για τα έργα της, ο όλο και αυξανόμενος αριθμός παραστάσεων από νεότερους σκηνοθέτες, το αγκάλιασμα του έργου της από νεότερους ηθοποιούς και συγγραφείς συντείνουν στο γεγονός πως αυτό θα αλλάξει.
Η Λούλα Αναγνωστάκη έφυγε στις 8 του Οκτώβρη. Υπήρξε η μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, γυναίκα του Γιώργου Χειμωνά και μητέρα του Θανάση Χειμωνά. Έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1965 στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν το 1965 με την τριλογία της Πόλης, τα μονόπρακτα Η διανυκτέρευση, Η Πόλη, Η Παρέλαση σκηνοθετημένα από τον Κάρολο Κουν σε μια ενιαία παράσταση. Σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά που συναντούμε στην μετέπειτα εργογραφία της είναι κυρίαρχα και εδώ. Η Αναγνωστάκη εμφανίζεται ως έτοιμη συγγραφέας με ξεχωριστή δική της γλώσσα ήδη από την πρώτη της εμφάνιση.
Τα έργα της που θα ακολουθήσουν θα μας χαρίσουν μια σειρά από παραστάσεις- σταθμούς μέσα από εξαιρετικές σκηνοθεσίες. Από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν οι παραστάσεις «Αντόνιο ή το Μήνυμα» (1972), «Η νίκη» (1978), «Η κασέτα» (1982) και «Ο ήχος του όπλου» (το 1987, τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν). Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου παρουσίασε το έργο «Διαμάντια και μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 1995 ανέβηκε το «Ταξίδι μακριά» από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτο «Ο ουρανός κατακόκκινος» από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο «Σ’ εσάς που με ακούτε» από τη Νέα Σκηνή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή και πολλές ακόμη. Τα έργα της Αναγνωστάκη μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και παίχτηκαν σε πολλές σκηνές εκτός Ελλάδας (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).

Ρεαλισμός και παράλογο

Αν θέλουμε να τοποθετήσουμε το έργο της Αναγνωστάκη σε κάποια θεατρική κατηγορία αυτό θα ήταν το θέατρο του παραλόγου. Έστω ως αφετηρία. Πολύ συχνά ο χρόνος και ο χώρος (ακόμη και όταν αναφέρονται) είναι σχετικοί. Οι ήρωες βιώνουν το υπαρξιακό κενό ως ατομική, αλλά και ως συλλογική συνθήκη. Αυτό που διαχωρίζει την Αναγνωστάκη από τους υπολοίπους εκπροσώπους του είδους είναι η κοινωνική της γείωση και η πολιτική διάσταση των έργων της. Οι αναφορές σε ένα κατοχικό και εμφυλιακό παρελθόν και ένα παρόν συχνά αστυνομοκρατούμενο. Είναι σε πολλές περιπτώσεις που έχεις την αίσθηση πως η πληγή του εμφυλίου (μοτίβο κοινό σχεδόν σε όλα τα έργα της) είναι το ίδιο το παράλογο για την Αναγνωστάκη.
Σε αντίθεση με το θέατρο του παραλόγου, τα έργα της Αναγνωστάκη δεν έχασαν ποτέ το ρεαλιστικό τους περίβλημα. Πολύ συχνά ελλειπτικά, ποιητικά, με συμβάντα στα όρια του πιθανού είναι έργα αυτού του κόσμου. Το ίδιο και η γλώσσα της. Η ποιητική της Αναγνωστάκη προκύπτει από μια γλώσσα ειπωμένη, πατημένη από καθημερινές φωνές και φράσεις που ακόμα και όταν φτάνουν στο όριό τους ελέγχονται και επικοινωνούνε πλήρως. Η χαμηλόφωνη μουσική των τσεχωφικών ηρώων, οι εσωτερικές συγκρούσεις και η αποτύπωσή τους σε εξωτερικά γεγονότα, οι απογοητεύσεις, η μοναξιά και η μελαγχολία, ο αποκλεισμός και η πληγή του παρελθόντος έχουν κλίμακα ανθρώπινη. Ταυτόχρονα, όμως, η καθημερινή συνύπαρξη με το θάνατο και τη σκληρότητα, η διάλυση των ταυτοτήτων και η διάχυση των χαρακτήρων, η υπερβατική παρουσία της ιστορίας και ο τρόπος που ορίζει τις ανθρώπινες μοίρες γεννούν γεγονότα και καταστάσεις που ανήκουν στις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του θεατρικού παραλόγου.
Ίσως σε αυτή τη συνύπαρξη ρεαλισμού και παραλόγου να οφείλεται το γεγονός πως τα καλύτερά της έργα προκύπτουν όταν τα στοιχεία του παραλόγου, του ρεαλισμού και της κοινωνίας υπάρχουν ισόποσα σε ένα αρμονικό σύνολο. Στο αριστούργημά της, την «Κασέτα» του 1982, η συνύπαρξη αυτή είναι απόλυτη. Το παράλογο συνυπάρχει με το απολύτως ρεαλιστικό, το παγκόσμιο με το απολύτως ελληνικό, το αφηρημένο με το απολύτως συγκεκριμένο σε ένα σύνολο με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών μέσων, της θεατρικής οικονομίας, της ανάπτυξης των χαρακτήρων. Καταφέρνοντας να εντυπώσει ταυτόχρονα και με απόλυτη ακρίβεια τους μεταπολιτευτικούς ελληνικούς ανθρωπότυπους με το αδιέξοδο του ανθρώπου στις δυτικές μεταπολεμικές κοινωνίες. Τον κοινωνικό αποκλεισμό ενός ήρωα σε μια συγκεκριμένη συνθήκη με το υπαρξιακό άγχος του ανθρώπου συνολικά.

Η θέση που της αναλογεί

Όχι λοιπόν, η ώρα του απολογισμού για τη Λούλα Αναγνωστάκη δεν έχει φτάσει. Θα έλθει μόλις λάβει τη θέση που της αξίζει, όχι μόνο στο χώρο του θεάτρου, αλλά και στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Μια ιστορία που συστηματικά υποβαθμίζει το θεατρικό κείμενο σε σχέση με μυθιστόρημα ή την ποίηση, προσπαθώντας να αγνοήσει συγγραφείς που δεν γίνεται πια να αγνοηθούν. Η ώρα του απολογισμού για τη Λούλα Αναγνωστάκη θα έλθει μόλις αποκτήσει τη θέση που της αναλογεί στην ιστορία αυτή: ως μια από τους σημαντικότερους εκπροσώπους ενός σημαντικού λογοτεχνικού είδους και μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της ελληνικής γλώσσας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Νεκρά κουνέλια στην αγορά του κρέατος: ο θάνατος του Χιου Χέφνερ



Ο Χιου Χέφνερ υπήρξε ένας Γουόλτ Ντίσνεϊ του σώματος. Ο Ντίσνεϊ ουσιαστικά ανακάλυψε την αγορά των παιδικών ηλικιών και την ενέταξε στην κατανάλωση δημιουργώντας πρότυπα, πολιορκώντας ένα συλλογικό φαντασιακό και δίνοντας απαντήσεις σε επιθυμίες που ο ίδιος κατασκεύασε. Δημιουργώντας μια αχανή δυνατότητα κέρδους σε μια μέχρι τότε σχεδόν αχαρτογράφητη περιοχή.
Ο Χέφνερ έκανε ακριβώς το ίδιο στη σφαίρα της σεξουαλικής επιθυμίας. Μιας επιθυμίας όμως που φρόντισε να μείνει αποκλειστικά αντρική, σεξιστική και διατυπωμένη φανατικά με όρους εκμετάλλευσης.
Το πρώτο τεύχος του «Playboy» κυκλοφόρησε το 1953 και από την πρώτη του εμφάνιση εκτινάχτηκε σε πωλήσεις.
Η χρυσή του περίοδος θα διαρκέσει μέχρι και τη δεκαετία του 1970, όταν οι πωλήσεις θα αρχίσουν να πέφτουν λόγω ανταγωνιστικών περιοδικών στην αρχή (όπως π.χ. το αρκετά πιο σεξουαλικό «Penthouse») και στη συνέχεια λόγω της ανόδου των ταινιών πορνό.
Στην πραγματικότητα λοιπόν το προϊόν μεσουρανούσε μόνο την περίοδο που η εταιρεία κρατούσε το μονοπώλιο.
Η βιομηχανία πορνό (και όχι η πορνογραφία, που είναι διαφορετικό πεδίο, ευρύτερο και με πολλές ακόμα διαστάσεις) σήμερα έχει μεγαλύτερο τζίρο από το Χόλιγουντ.
Το «Playboy» απλώς είναι αυτό που τα ξεκίνησε όλα. Το σύμβολο ενός τρόπου θέασης, τοποθέτησης των ανθρώπων απέναντι στη σεξουαλικότητά τους, αλλά τελικά και απέναντι στην ίδια την κοινωνία.
Γράφτηκαν πολλά όλες αυτές τις μέρες για τον νεκρό Χέφνερ. Για τον ρόλο του στη σύγχρονη κουλτούρα, για τους σημαντικούς Αμερικανούς συγγραφείς που πέρασαν από το περιοδικό, για τον ρόλο του στην κατοχύρωση των ελευθεριών. Περιγράφηκε περίπου ως ένας μαχητής των ελευθεριών. Γιατί ο Χέφνερ όντως προήγαγε ελευθερίες. Αλλά ελευθερίες αποκλειστικά για τους άντρες.
Οχι, το «Playboy» δεν πριμοδότησε τη σεξουαλική απελευθέρωση. Την εκμεταλλεύτηκε.
Και αν έπαιξε ρόλο σε κάτι, αυτό είναι η περιχαράκωσή της σε ένα πλήρως σεξιστικό, φαλλοκρατικό και καταναλωτικό πλαίσιο.
Στην πραγματικότητα πήρε μια κουλτούρα που ήδη υπήρχε. Κρυφή, στα πεζοδρόμια, σε καρτ-ποστάλ και ημερολόγια.
Ο Χέφνερ ρετουσάρισε την κουλτούρα αυτή και την τοποθέτησε εντός του αμερικανικού σπιτιού στο ημίφως της ενοχής και της νομιμότητας (με τη σχεδόν κρυφή παρουσία των περιοδικών να τα κάνει στην πραγματικότητα ακόμη πιο νόμιμα) και από εκεί στους προβολείς της Wall Street, κατασκευάζοντας μια γραμμή παραγωγής προτύπων. Ηδονιστικών προτύπων επιτυχίας για τους άντρες και προτύπων υποταγής για τις γυναίκες.
Η γυναίκα-Μπάρμπι-κουνελάκι, πάντοτε ξανθιά και με μεγάλο στήθος, λίγο πόρνη και λίγο ηλίθια και πάντοτε πρόθυμη να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του κυρίαρχου αρσενικού.
Φορώντας μια γκλάμουρους διάφανη μπούρκα που επιβάλλει τη γυμνότητα. Και το πρότυπο του άντρα: πετυχημένος, επιδειξιομανής, γυναικάς.
Ενας κάφρος σεξιστής με γραβάτα, ένας προβλέψιμος απρόβλεπτος με την ισχύ του να του εξασφαλίζει ατομικές ελευθερίες, γυναίκες και ακόμη περισσότερη ισχύ.
Ενας Ντόναλντ Τραμπ με καλύτερο κούρεμα (για την ιστορία, σε άρθρο του το 2015 με τίτλο «The Conservative Sex Movement» στο «Playboy», ο Χέφνερ περιέγραφε τη νίκη του Τραμπ απέναντι στον συντηρητικό Τεντ Κρουζ ως «σεξουαλική επανάσταση στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα»).
Ο Χέφνερ πήρε μια διαδικασία ατομικής απελευθέρωσης και ατομικής εξερεύνησης και τη μετέτρεψε σε ατομικισμό.
Περιχαρακωμένο σε ιεραρχήσεις, τρόπους και ρόλους των φύλων όπως τα κληρονόμησε από το πουριτανικό παρελθόν.
Εναν ατομικισμό μετρήσιμο, ικανό να παράγει κέρδη και απώλειες. Εύκολα μετατρέψιμο σε αγορές, τρόπους ζωής, τρόπους τοποθέτησης του εαυτού στο γύρω περιβάλλον.
Και όλη αυτή η επιταγή, μεταμορφωμένη σε χίλιες μικρότερες προστακτικές, έγινε καθημερινότητα, τρόπος ομιλίας και πολιτική.
Και λίγη σημασία έχουν τελικά οι απόψεις του για την ελευθερία του Τύπου, τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών ή των ομοφυλοφίλων.
Οχι, ο Χιου Χέφνερ δεν ήταν ένας μαχητής των ελευθεριών, όπως πολλοί έγραψαν. Ηταν ένας επιχρυσωμένος νταβατζής, φασκιωμένος σε μια ρόμπα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Γονατίζοντας στην Αμερική



Αφορμή του συγκεκριμένου άρθρου είναι μια φωτογραφία. Η φωτογραφία ενός ηλικιωμένου μαύρου άντρα να στέκει γονατισμένος κοιτώντας επιθετικά -και με βλέμμα που δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρανόησης- την κάμερα.
«Είμαι υπερήφανος που γονατίζω και υψώνω το παράστημά μου απέναντι στην κοινωνική αδικία», γράφει ο σχολιασμός στην ηλεκτρονική ανάρτηση της φωτογραφίας.
O 83ος Αφροαμερικανός δεν είναι ένας τυχαίος διαμαρτυρόμενος. Είναι ο θρυλικός Μπιλ Ράσελ, ο σέντερ και αρχηγός της μεγαλύτερης μπασκετικής δυναστείας που είδε ποτέ ο πλανήτης: των Boston Celtics των δεκαετιών του '50 και του '60.
Οι Celtics από το 1957 μέχρι το 1969 κέρδισαν 11 πρωταθλήματα, όλα με αρχηγό τον Ράσελ.
O Ράσελ, πέρα από ένας από τους πιο επιτυχημένους μπασκετμπολίστες όλων των εποχών, είναι επίσης από τους πρώτους μαύρους παίκτες στο αμερικανικό μπάσκετ και ο πρώτος μαύρος προπονητής στην ιστορία του αμερικανικού ομαδικού αθλητισμού.
Βίωσε τον ρατσισμό σε όλη του τη ζωή, από τα παιδικά του χρόνια στο σχολείο ή απέναντι στους γονείς του μέχρι την εποχή που ήταν διάσημος, όταν οι λευκοί ξενοδόχοι αρνούνταν να τον αφήσουν να μείνει στο ίδιο ξενοδοχείο με την υπόλοιπη ομάδα στα εκτός έδρας παιχνίδια.
Ενας παίκτης που δεν δίστασε ποτέ να πάρει θέση απέναντι στον ρατσισμό ακόμα κι όταν αυτό σήμαινε πως έπρεπε να μιλήσει ενάντια στην ομάδα ή ενάντια στην πόλη του.
Ταυτόχρονη φωνή της συνείδησης, όχι μόνο της μπασκετικής αλλά και της αφροαμερικανικής κοινότητας.
Με τη φωτογραφία του ο Ράσελ έρχεται να σταθεί αλληλέγγυος με τους παίκτες του αμερικανικού φούτμπολ και τη στάση διαμαρτυρίας τους κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου πριν από τους αγώνες.
Ολα ξεκίνησαν όταν ο Κόλιν Κάπερνικ, παίκτης των San Francisco 49ers, γονάτισε και διαμαρτυρήθηκε κατά τη διάρκεια της ανάκρουσης του ύμνου την προηγουμένη χρονιά για να υπογραμμίσει το ζήτημα της αστυνομικής βίας και των φυλετικών διακρίσεων.
Η επιμονή του και το κόστος της επιλογής του (πολύ έντονη κριτική από τα μίντια και το γεγονός πως καμία ομάδα δεν ήθελε να υπογράψει μαζί του φέτος) έκαναν πολλούς παίκτες να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.
Ειδικά μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ αλλά και των δηλώσεών του πως οι παίκτες που γονατίζουν είναι «πουτάνας γιοι» και πρέπει να απολυθούν, η στάση διαμαρτυρίας πήρε τεράστια έκταση.
Την περασμένη Κυριακή η διαμαρτυρία απλώθηκε σε κάθε ένα παιχνίδι του NFL κατά τη διάρκεια παιανίσματος του εθνικού ύμνου.
Ορισμένοι παίκτες γονάτισαν, κάποιοι κάθισαν, κάποιοι ύψωσαν τη γροθιά τους και κάποιοι σταύρωσαν τα χέρια τους.
Οι πρωταθλητές του NBA Warriors αρνήθηκαν να πάνε στην καθιερωμένη επίσκεψη στον Λευκό Οίκο και μετά την αντίδραση του Τραμπ ο Λεμπρόν Τζέιμς τον χαρακτήρισε «αλήτη» (bum) παίρνοντας το μέρος των Warriors.
Η φωτογραφία του Russell στην πραγματικότητα ενώνει τη στάση των παικτών του αμερικανικού φούτμπολ με τη δική του γενιά, την πολιτικοποίηση του Μοχάμεντ Αλί ή των Τζον Κάρλος και Τόμι Σμιθ (των μαύρων αθλητών που στους ολυμπιακούς του Μεξικού το 1968 ύψωσαν τη γαντοφορεμένη γροθιά των Μαύρων Πανθήρων κατά τη βράβευσή τους).
Και τη νομιμοποιεί ως συνέχεια του αγώνα των δικαιωμάτων. Ενός αγώνα που στην πραγματικότητα δεν τελείωσε ποτέ.
Οι διαμαρτυρίες των αθλητών αποτελούν αποτύπωση της διεύρυνσης της δυσαρέσκειας, αντικειμενικοποίηση του αρνητικού και εστίαση στη βαθιά διαίρεση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί πια απλώς έναν ακροδεξιό ακραίο πρόεδρο. Είναι η ίδια η ενσάρκωση της αμερικανικής παρακμής, ο φορέας του εγκληματικού της παρελθόντος και του σκοτεινού της μέλλοντος.
Ενας θλιβερός, επικίνδυνος άνθρωπος νομιμοποιημένος αποκλειστικά από τον διευρυμένο κυνισμό και την καλπάζουσα μισαλλοδοξία.
Ναι, λοιπόν. Οπως είπε και ο Μπιλ Ράσελ, oι Αμερικανοί αθλητές γονατίζουν για να σταθούν στο ανάστημά τους, δημιουργώντας μια εντυπωσιακή συστράτευση γύρω από τη ριζοσπαστικότητα του αυτονόητου.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Ο Κυριάκος και το νευρόσπαστο


Δύο περιστατικά σε σχέση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη βάδισαν προς εμάς από τη βόρεια πόλη της Θεσσαλονίκης. Το πρώτο έρχεται σε μορφή βίντεο με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να περπατά στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και να χαιρετά κόσμο στα μαγαζιά και στα πεζοδρόμια. Ξαφνικά περνά μπροστά από μια βιτρίνα και χαιρετά την κούκλα. «Τι κάνετε;», ρωτάει χαμογελαστός ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ η αγενής κούκλα μένει να κοιτά με αυτό το αινιγματικό της μειδίαμα. Το δεύτερο περιστατικό έρχεται από τον λόγο του Μητσοτάκη στη ΔΕΘ και πιο συγκεκριμένα από το απόσπασμα: «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα».
Μπορεί το πρώτο περιστατικό να είναι κωμικό και να προκαλεί γέλιο, ενώ το δεύτερο είναι απολύτως σοβαρό και προκαλεί ανατριχίλα. Και μπορεί το βίντεο να διαψεύστηκε από τη Νέα Δημοκρατία και να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (αν δει και ακούσει κανείς καλύτερα θα καταλάβει πως κάποιος μη ορατός στο βίντεο τον χαιρετά μέσα από το μαγαζί), αλλά αντίθετα το πρόβλημα είναι πως το απόσπασμα του λόγου του ανταποκρίνεται πλήρως στην πολιτική του πραγματικότητα.
Ακόμη και αν τα δύο περιστατικά είναι τελείως διαφορετικά από άποψη περιεχομένου, σοβαρότητας, ακόμη και πραγματικότητας, σε κάποιο σημείο συνομιλούν. Και τα δύο έχουν να κάνουν με τους όρους αντίληψης του ανθρώπου από μια συγκεκριμένη ιδεολογία και τον πιο φανατικό εκπρόσωπό της στη χώρα μας, τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Κάπου ανάμεσα στην ψυχρότητα του ανθρώπου-κούκλα και την αντίληψη ότι η ανισότητα καθαγιάζεται και νομιμοποιείται ως φύση του ανθρώπου προκύπτει μια ολόκληρη κοσμοθεωρία κυνισμού, σκληρότητας και αποθέωσης του κέρδους. Σε μια κοινωνία όπου η ανισότητα είναι απαράβατος κανόνας (κάτι το οποίο είναι απαράβατος νόμος γιατί έτσι προστάζει η φύση), ο άνθρωπος γίνεται αναλώσιμη στατιστική, ένα νευρόσπαστο προς έκθεση σε μια θρυμματισμένη κοινωνική βιτρίνα. Ο άνθρωπος εντός του πολιτικού λόγου που καθαγιάζει την ανισότητα δεν έχει αίμα στις φλέβες, δεν έχει μόχθο, δεν έχει καν πρόσωπο. Είναι η ψυχρή όψη μιας γραμμής παραγωγής που κατασκευάζει όμοιες άψυχες κούκλες. Χρηστικές, άκαμπτες, αναλώσιμες.
Η συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και την κοινωνία των ανθρώπων είναι παλιά όσο η φιλοσοφία η ίδια. Το θέμα είναι όχι μια άποψη καθ’ εαυτή, αφού εδώ δεν μιλάμε για μια υπόθεση εργασίας αλλά για την άποψη κάποιου που αύριο μπορεί να γίνει πρωθυπουργός. Η φράση είναι ειπωμένη σε μια συγκεκριμένη συγκυρία και στρέφεται προς μια συγκεκριμένη κοινωνία σε ένα συγκεκριμένο μέλλον. Ο καθαγιασμένος κοινωνικός δαρβινισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη ουσιαστικά μας ενημερώνει πως όποιος δεν δέχεται την κοινωνική ανισότητα ως κάτι το αυτονόητο είναι ενάντια στη δημοκρατία και την ελευθερία. Προχωρώντας τη σκέψη του μπορούμε να πούμε πως όποιος δεν είναι ευχαριστημένος με τα μνημόνια και την κρίση (στη διάρκεια της οποίας η κοινωνική ανισότητα έφτασε σε πρωτόγνωρα όρια) δεν ανήκει στο δημοκρατικό τόξο.
Οσο κραυγαλέα και αν ακούγεται η συγκεκριμένη πρόταση, στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο πρωτότυπη. Αν δεχτούμε πως ο νεοφιλελευθερισμός, που εφαρμόστηκε από τη δεκαετία του ’80 σε κάποιες χώρες και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 έγινε απαράβατο πολιτικό και οικονομικό δόγμα για τις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου, περιγράφει και ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη νομιμοποίηση του κυνισμού, την αποθέωση του κοινωνικού δαρβινισμού, την ανισότητα ως απαράβατη αρχή υπέρ των ισχυρών, μπορούμε να καταλάβουμε πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν απέχει από άλλους πολιτικούς που έκαναν τα πάντα για να τροφοδοτήσουν την ανισότητα αυτή. Αυτό που τώρα διαφέρει είναι η απόλυτη έλλειψη προσχημάτων, κάνοντας τον κυνισμό να ακούγεται ακόμα κυνικότερος. Γνωρίζαμε φυσικά πως αυτή είναι η ιδεολογία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αλλά η διατύπωσή της με αυτούς τους όρους και στη δεδομένη συγκυρία μοιάζει σχεδόν σαδιστική.
Οχι λοιπόν, ο Κυριάκος δεν χαιρέτησε το νευρόσπαστο. Απλά μας έδειξε τη σημασία και τον ρόλο του στην κοινωνία που μας υπόσχεται.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Ο βουλιαγμένος κόσμος


«Πρέπει να φύγετε - όχι απόψε, όχι σε μια ώρα, αλλά ΤΩΡΑ αμέσως», προειδοποίησε τους κατοίκους που ζουν σε ζώνες εκκένωσης ο κυβερνήτης της Πολιτείας. «Οι πλημμύρες θα είναι καταστροφικές και τα νερά θα καλύψουν τα σπίτια», δήλωσε με έμφαση. «Μην πιστέψετε ότι η καταιγίδα πέρασε όταν κοπάσουν οι άνεμοι. Η πλημμύρα θα ακολουθήσει και θα σας σκοτώσει». Οι τυφώνες έρχονταν από την Καραϊβική και την Κούβα.
Η Πολιτεία ερήμωσε, οι πόλεις εκκενώθηκαν, τα καταφύγια γέμισαν. 70.000 άνθρωποι σε 300 κρατικά καταφύγια. Ο τυφώνας «Χοσέ» εξασθένησε κάπου πάνω από τον Ατλαντικό. Ο τυφώνας «Ιρμα» χτύπησε ανελέητα τη Φλόριντα και συνέχισε βόρεια μέχρι να εξασθενήσει. Ο αριθμός των νεκρών μόνο στη Φλόριντα έχει ανέβει στους 36, ενώ 77 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην Καραϊβική, 4,3 εκατομμύρια σπίτια και επιχειρήσεις παραμένουν σήμερα βυθισμένα στο σκοτάδι στη Φλόριντα και τις γειτονικές Πολιτείες, πολλές κατοικημένες περιοχές στο βόρειο τμήμα της Πολιτείας βρίσκονται ακόμη κάτω απ' το νερό.
Οι εικόνες έφτασαν σε εμάς με την ένταση του επείγοντος, με τη μορφή που αποκτά η πληροφορία για κάποιον άμεσα ενδιαφερόμενο. Παρακολουθήσαμε το γεγονός μέρα με τη μέρα. Την αναμονή, το χτύπημα, τον απολογισμό. Κάτι που δεν συμβαίνει ποτέ για μια πλημμύρα στο Μπανγκλαντές ή για έναν τυφώνα στην Ιαπωνία (ποιος θυμάται σήμερα τον τυφώνα «Lionrock» του 2016 με τους 550 νεκρούς του;). Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτό που βιώνουμε είναι μια παγκοσμιοποίηση του κέντρου προσοχής, της εστίασης και του ειδικού βάρους. Του βάρους των πόλεων, των ανθρώπων, των ζωών.
Η είδηση δεν είναι η πλημμύρα ή ο τυφώνας. Η είδηση είναι η εισβολή του φυσικού φαινομένου σε έναν κόσμο οικείο. Ακόμα και αν αυτή η οικειότητα είναι απόλυτα πλαστή, προβληματική και κατασκευασμένη. Η εισβολή των λέξεων που περιγράφουν την καταστροφή, τη βίαιη μετατόπιση από το συνηθισμένο και την κατάρρευση στο καθημερινό λεξιλόγιο.
Στο πρώτο του μυθιστόρημα «The Drowned World» (ελληνικά «Η πλημμύρα» από τις εκδόσεις Αίολος) ο J. G. Ballard περιγράφει τη ζωή σε έναν κόσμο που έχει πλημμυρίσει. Τη ζωή στην επιφάνεια ενός βυθισμένου Λονδίνου, εκεί όπου τα αμφίβια επικρατούν, οι θερμοκρασίες εκτοξεύονται στα ύψη και οι άνθρωποι επιβιώνουν σε στρατόπεδα κάπου στους πόλους της Γης. Γραμμένο το 1962 σε έναν κόσμο αρκετά μακριά από τους φόβους της οικολογικής καταστροφής και του φαινομένου του θερμοκηπίου, ο Ballard περιγράφει ένα παγκόσμιο συναίσθημα με όρους φυσικού φαινομένου. Τις αναμνήσεις του μεγάλου πολέμου που ήταν ακόμα ζωντανές, το πυρηνικό του τέλος και τον πυρηνικό μετεωρισμό του ψυχρού πολέμου. Το μοτίβο και η χρήση του είναι λίγο-πολύ κοινά σε όλες τις post-apocalyptic αφηγήσεις: το κοντινό μέλλον ως αποτύπωση φόβων, αποτελεσμάτων και ευθυνών της σύγχρονης ανθρωπότητας.
Αυτό που διαχωρίζει το μυθιστόρημα του Ballard είναι το γεγονός πως χρησιμοποιεί το περιβάλλον και το σκηνικό της Αποκάλυψης για να αποτυπώσει τον ψυχισμό και το ασυνείδητο των πρωταγωνιστών του. Ενα κοινό χαρακτηριστικό σε όλα τα μυθιστορήματα του Ballard (ακόμα και αυτά που διαδραματίζονται στο παρόν) είναι πως οι άνθρωποι κατασκευάζουν το περιβάλλον τους για να αποτυπώσουν εκεί τον ψυχισμό τους. Ο,τι μας περιβάλλει είναι ένας ατελείωτος καμβάς όσων εμπεριέχουμε.
Η αφήγηση της πλημμύρας του Ballard και η αφήγηση της οικειότητας των αμερικανικών τυφώνων μιλούν για την ίδια ιστορία: για τη συνόρευσή μας με την καταστροφή, για την κοινοτοπία των σπόρων της και την τάση μας να τους προβάλλουμε στην πλήρη τους άνθηση. Οι εικόνες από τη Φλόριντα είναι ταυτόχρονα κομμάτια από ένα μέρος του συλλογικού ασυνείδητου. Μιας αφήγησης που περιλαμβάνει την καταστροφή, το καταφύγιο, τη μετάλλαξη του προσώπου του κόσμου όπως τον γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Την ένταση στη Βόρεια Κορέα ή τη Μέση Ανατολή, την αλλαγή του κλίματος και την αποτύπωση της εγκληματικής ανθρώπινης ασυδοσίας. Από την πολιτική του Τραμπ σε σχέση με το περιβάλλον και τις επιχειρήσεις, μέχρι την Eldorado Gold στις Σκουριές και το έγκλημα του Σαρωνικού.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Οι πόλεμοι της μνήμης


Είναι καμιά φορά περίεργο να ξεκινάς ένα άρθρο που έχει να κάνει με την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα με στίχους του Τ.Σ. Ελιοτ. Το βάθος του λόγου του Ελιοτ έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το τετριμμένο και το φθαρμένο του πολιτικού και του δημόσιου λόγου. Είναι όμως αυτή η αντίθεση στην οποία βασιζόμαστε, αυτή η αντίθεση στην οποία ελπίζουμε. Ακριβώς γιατί ένας λόγος όπως ο ποιητικός μάς βοηθάει να βυθομετρούμε τις επιφάνειες, να ανακαλύπτουμε το φόντο σε εικόνες δύο διαστάσεων και τελικά να εμμένουμε στο γεγονός πως κάθε γεγονός έχει το δικό του βάθος.
Πώς αλλιώς άλλωστε να αναμετρηθούμε με την Ιστορία (πολύ περισσότερο με τον χρόνο); Χωρίς το βάρος του λόγου, χωρίς το λογοτεχνικό δέρμα της πραγματικότητας, κάθε μας φράση κινδυνεύει να εκπέσει στην οπαδική διατύπωση της μιας ή της άλλης πρότασης.
Ολο αυτό που ονομάζουμε μνήμη είναι μια άσκηση στο παρόν. Μια προσπάθεια να επαναφέρουμε και να κατονομάσουμε. Μια τέτοια διαδικασία –το πιο συχνό– είναι να γίνεται με συγκεκριμένες προθέσεις. Αυτό που μένει για κάθε έναν που ανακαλεί –και η ανάκληση αυτή μας αφορά– είναι να εξετάσουμε τους λόγους της ανάκλησής του και γιατί αυτοί μας αφορούν.
Οι πόλεμοι της μνήμης έχουν ξεσπάσει και κάθε στρατός διεκδικεί τη φαντασιακή του επικράτεια. Με πεδίο μάχης το παρελθόν, μάχες δίνονται στο παρόν μας. Γιατί, αντίθετα από όσα μπορούμε να θεωρούμε, το παρελθόν δεν είναι ούτε συμπαγές, ούτε στατικό, ούτε οριοθετημένο. Είναι εξίσου ρευστό με το παρόν και με το μέλλον μας.
Η ρευστότητα που έφερε η κρίση στο παρόν μας μετατόπισε βεβαιότητες, συρρίκνωσε κόμματα, άλλαξε ταυτότητες και προσδιορισμούς, στρατόπεδα και καθημερινότητες, τύχες και ατυχίες. Είναι λογικό πως σύντομα θα άλλαζε και ο τρόπος που βλέπουμε το παρελθόν. Και στη συνέχεια ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε και το επικαλούμαστε. Ο ίδιος ο τρόπος που πιστεύουμε πως θυμόμαστε.
Ο πολιτικός λόγος προσπαθεί με τον ίδιο τρόπο που διεκδικεί τον χώρο του στο παρόν να επεκταθεί και στο παρελθόν. Εάν η ισχύς είναι θέμα έκτασης επιρροής, αυτό δεν σημαίνει πως η έκταση αυτή θα περιοριστεί στον χώρο. Αντίθετα θα διεκδικήσει και τον χρόνο. Και με τον ίδιο τρόπο που κάθε πολιτική δύναμη διεκδικεί την επέκτασή της στο μέλλον, με τον ίδιο τρόπο επεκτείνεται και στο παρελθόν.
Η αρθρογραφία στην «Καθημερινή» γύρω από τον Εμφύλιο, ο τρόπος προσέγγισης του κομμουνισμού από μια σειρά από πολιτικούς και δημοσιογράφους, η αρθρογραφία του πρωθυπουργού και η διεκδίκηση της συνέχειας του «παλιού καλού» ΠΑΣΟΚ εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο πολέμων της μνήμης.
Μπορεί η Ιστορία να είναι κατασκευή και το παρελθόν ρευστό, αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι εύκολο να κάνουμε τους γύρω να ξεχάσουν. Γιατί ό,τι και να πούμε είναι πολλοί αυτοί που θυμούνται το τι ήταν και το τι δεν ήταν ο κομμουνισμός και ακόμα περισσότεροι αυτοί που θυμούνται τι ήταν και τι δεν ήταν το ΠΑΣΟΚ.
Η αίσθησή μου είναι πως όλες αυτές οι κουβέντες, που τόσο συχνά στο παρόν μας μπορεί να ακούγονται κακόηχες (ή πολλές φορές και γελοίες), δεν διεκδικούν το παρελθόν αλλά το μέλλον. Ενα μέλλον που θα επιστρέφει σε αυτές ακριβώς τις δηλώσεις και δεν θα τις βρίσκει κακόηχες. Γιατί οι πόλεμοι της μνήμης δημιουργούν αποτέλεσμα ακριβώς στο μέλλον. Αυτό που κρίνεται στο παρόν είναι το στρατόπεδο που θα επιλέξεις. Ακόμα και όταν (και ακριβώς περισσότερο τότε) όταν το μέλλον αυτό που περιγράφουν δεν σε χωράει.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Ευαίσθητη ισορροπία



Οι μέρες περνούν μέσα στην αναμονή. Η στραβή ροπή των γεγονότων, εδραιωμένη εδώ και τόσο καιρό, σε κάνει να περιμένεις κάποια αλλαγή. Και όταν αυτή η αλλαγή δεν έρχεται βάση κάποιου συγκεκριμένου σχεδίου, ο κόσμος σου ανοίγει διάπλατα αναμένοντας σε διάφορες κλίμακες ταυτόχρονα. Στο προσωπικό επίπεδο όσο και στο συλλογικό. Σε πράγματα κοντινά και απτά, όσο και σε αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο. Μάθαμε να συλλαβίζουμε τον κόσμο μας με τη βεβαιότητα της προδιαγεγραμμένης ροής, μέσα σε μια συνθήκη όπου κάθε τι οριζόταν εκ των προτέρων προς μια δεδομένη κατεύθυνση. Μονίμως αναμέναμε την επιβεβαίωση στο νέο της στάδιο, επιβεβαίωση μιας διαδικασίας που ήταν εκ τον προτέρων εξασφαλισμένη. Όλα αυτά φάνηκαν το πόσο μάταια ήταν τα τελευταία χρόνια. Τόσο στο επίπεδο της χώρας μας, όσο και σε διεθνές επίπεδο. Παρόλα αυτά η ρευστότητα τα τελευταία χρόνια μοιάζει να κινείται με αργό βήμα. Σαν τα μελλοντικά γεγονότα να συσσωρεύονται σιγά σιγά, ώστε να ξεσπάσουνε στη συνέχεια.
Έχω την αίσθηση πως εδώ και μερικές μέρες έχουμε μπει σε μια συνθήκη ευαίσθητης ισορροπίας που δεν ξέρουμε πώς και πού θα ξεσπάσει. Και κυρίως πότε. Μια συνθήκη αναμονής γεγονότων νέας ιστορικής ταχύτητας. Το Brexit, η εκλογή Τραμπ, η παραδοχή της παρακμής της ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών, η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η όλο και πιο βαθιά κρίση, είναι τα στοιχεία αυτά που επιταχύνουν διαδικασίες διαφορετικές και φτιάχνουν διαφορετικές συνθήκες σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Η παλιά γεωμετρία του ψυχρού πολέμου, όπου κάθε γεγονός οριζόταν από ένα παιχνίδι ανάμεσα σε δύο πόλους αποτελεί παρελθόν. Έχουμε εισέλθει σε μια πολύ πιο σύνθετη κατάσταση με πολλά κέντρα ισχύος. Μια συνθήκη ακόμη πιο παγκοσμιοποιημένη ως προς τις απειλές και τις επιπτώσεις, πολύ πιο δύσκολη στο να την αποκωδικοποιήσεις.

Η ολοένα και αυξανόμενη υπόσχεση σύγκρουσης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βόρεια Κορέα και η πυρηνική αντιπαράθεση απειλών, η επιθυμία απόσχισης της Καταλονίας και η αυταρχική αντίδραση του ισπανικού κράτους, η ραγδαία άνοδος της ακροδεξιάς στη Γερμανία και η είσοδος για πρώτη φορά μεταπολεμικά ενός ακροδεξιού κόμματος στη βουλή, το δημοψήφισμα στο βόρειο Ιράκ για τη δημιουργία κουρδικού κράτους μαζί με τις απειλές πολέμου από τρεις χώρες, αλλά ακόμη περισσότερο η συνύπαρξη όλων αυτών των γεγονότων στην ίδια ακριβώς χρονική συγκυρία, δημιουργούν μια σύνθετη συνθήκη, που δεν γνωρίζουμε πού θα καταλήξει και τι αποτελέσματα θα φέρει. Όλα αυτά τα γεγονότα διατρανώνουν το θάνατο των βεβαιοτήτων μας και την ιστορική, γεωγραφική και ταυτοτική καταγραφή και επιβεβαίωση της ρευστότητας του κόσμου μας.
Είναι καλό να δεχτούμε πως μια τέτοια συνθήκη θα είναι από εδώ και πέρα η κανονικότητά μας. Πως οι χθεσινές βεβαιότητες είναι οι αυριανές ψευδαισθήσεις. Πως οι αξίες, τα σύνορα στον χάρτη, η απειλή και η εξουσία είναι θέματα πλέον ρευστά. Ταυτόχρονα προς το καλύτερο και το χειρότερο. Ο ένας και μοναδικός δυνατός κόσμος θάβεται μέρα με τη μέρα στα εξώφυλλα των εφημερίδων. Τη θέση του διεκδικεί ταυτόχρονα ένας καλύτερος και ένας χειρότερος. Και στην κατάσταση αυτή των άγνωστων εκβάσεων, των πολλαπλών κέντρων ισχύος και των νέων δεδομένων. έχουμε ακριβώς τους ίδιους λόγους για να απαισιοδοξούμε όσο και για να αισιοδοξούμε.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Αντίγραφα και αριστείες


106 φοιτητές του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πατρών αποκλείστηκαν από την εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου. Ο λόγος ήταν πως και οι 106 φοιτητές κατέθεσαν την ίδια εργασία. Ή πιο σωστά, αγόρασαν την ίδια εργασία από την ίδια πηγή και την κατέθεσαν. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, τόσο η τοπική ΔΑΠ (όσο και η ΠΑΣΠ) τάχθηκαν στο πλευρό των φοιτητών και ζήτησαν οι φοιτητές να αποκλειστούν μόνο από το συγκεκριμένο μάθημα και όχι από όλα, όπως αποφασίστηκε από τη Γενική Συνέλευση του Τμήματος. Ύστερα από την αποδοκιμασία τοπικών παραγόντων και βουλευτών, η αξιωματική αντιπολίτευση και ο πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ ζήτησαν την παραίτηση του υπευθύνου της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ στη σχολή.

Το γεγονός προκαλεί εντύπωση προφανώς, όχι για την αντιγραφή καθεαυτή, όσο για την έκταση και τη βλακεία των συμμετεχόντων. Για το γεγονός πως 106 άτομα δεν σκέφτηκαν να συνομιλήσουν ή έστω να παραλλάξουν την εργασία που αγόρασαν. Το ζήτημα δεν είναι βέβαια η αντιγραφή. Το ζήτημα είναι η δημιουργία μιας παράτυπης δομής για τη διεκδίκηση πολιτικού οφέλους. Οι όροι, δηλαδή, οργάνωσης στα Πανεπιστήμια γύρω από ευνοϊκές προσφορές με αντάλλαγμα την ψήφο. Η βιομηχανία σημειώσεων, γελοίων πάρτι και πακέτων ταξιδιών. Οι όροι που ακολουθεί και διδάσκει η ΔΑΠαρα (και η ΠΑΣΠ φυσικά, αν υπάρχει ακόμη) στα πανεπιστήμια εδώ και δεκαετίες.
Για τη ΔΑΠ, άλλωστε, το πανεπιστήμιο ήταν πάντα ένας προθάλαμος για την κοινωνία. Ένα εργαστήρι κατασκευής αντιλήψεων, τρόπων και τάσεων. Μια συνθήκη κατά την οποία ο φοιτητής-πολίτης θα έμενε πάντοτε εγκλωβισμένος στο βαθμό μηδέν του πολιτικού προβληματισμού και θα μετέφραζε το απολιτίκ του πολιτικά, με την παροχή μιας ανώδυνης ψήφου την ώρα των εκλογών. Θα αντιλαμβανόταν την κοινωνικοποίηση ως ένα κοκτέιλ γλειψίματος καθηγητών και ηδονισμού με κουπόνια. Πειθήνιος, με σκυμμένο το κεφάλι να προσπαθεί να ελιχθεί ανάμεσα σε χαιρετούρες και κονέ. Ζητώντας την επιτυχία μέσω παράκαμψης, μέσω του γνωστού ή των σημειώσεων. Χωρίς να δημιουργεί προβλήματα σε κανέναν, κοιτώντας τη δουλειά του, αγοράζοντας εργασίες και φιλίες μιας χρήσης στα τραπεζάκια. Και πίσω απ’ όλα αυτά μια καθόλα πολιτική ατζέντα ειπωμένη ως κοινή λογική: φοιτητικά δάνεια, κατάργηση ασύλου, σεκιούριτι στο πανεπιστήμιο, ιδιωτικά πανεπιστήμια κτλ.

Το σύνολο αυτών των στάσεων, σου είναι αντιπαθές και προσπαθείς να επιστρέψεις τις εικόνες μαζί με το φοιτητικό πάσο όταν τελειώσεις τη σχολή. Στην πραγματικότητα, όμως, εύκολα αντιλαμβάνεσαι ότι όλα αυτά είναι κομμάτια της κοινωνίας στην οποία ζεις. Οι κολεγιές, οι νομότυπες παρακάμψεις, η σχέση με την εξουσία με όρους υποτέλειας. Η μαγκιά του μαλάκα κλαρινογαμπρού, ο σεξισμός που κατοικεί στις αφίσες της ΔΑΠ όσο και στο διπλανό σου, ο τρόπος που δομούνται τα κέντρα εξουσίας σε δημόσιες υπηρεσίες και επιχειρήσεις. Στην πραγματικότητα η ΔΑΠ ετοίμαζε τόσα χρόνια εσένα και το στομάχι σου για ένα σεβαστό κομμάτι μιας κοινωνίας, που σε μεγάλο βαθμό ακόμα αγοράζει σημειώσεις ανεξάρτητα από την ηλικία της.
Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο ενδιαφέροντα, όταν συνδυαστούν με το κυρίαρχο ιδεολόγημα της Νέας Δημοκρατίας, την αριστεία. Η αριστεία της ΝΔ είναι νεοφιλελευθερισμός μικροκυμάτων σερβιρισμένος σε βαλκάνιο χάνι. Με τον ίδιο τρόπο που μιλά κατά της οικογενειοκρατίας, ενώ ο πρόεδρός της είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα «γόνου» στην πολιτική ιστορία της χώρας, με τον ίδιο τρόπο μιλά για αξιοκρατία, όταν εδώ και δεκαετίες η βασική της παρέμβαση στα Πανεπιστήμια είναι ακριβώς η παράκαμψή της αξιοκρατίας μέσω των σημειώσεων.
Αν, λοιπόν, για τη Νέα Δημοκρατία αριστεία στα Πανεπιστήμια σημαίνει θάνατος της γνώσης και απόλυτη επικράτηση των πελατειακών σχέσεων, φανταζόμαστε εύκολα τι θα σημαίνει εφαρμογή της αριστείας στην υπόλοιπη κοινωνία.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Χάρολντ Πίντερ και το Κουρδιστάν


Στις 25 του Σεπτέμβρη, ο χάρτης του κόσμου θα αλλάξει. Ολος ο κόσμος την ημέρα εκείνη θα έχει το βλέμμα του στραμμένο στο βόρειο Ιράκ, στην περιοχή του Κουρδιστάν. Το δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί θα κατοχυρώσει τη δημιουργία ενός καινούργιου κράτους: του Κουρδιστάν.
Ενας αρχαίος λαός επιτέλους βρίσκει καταφύγιο σε ένα -έστω- κομμάτι της περιοχής που του ανήκει. Σίγουρα η επιτυχία μπορεί να φαίνεται μερική αφού το Κουρδιστάν -προς το παρόν- δεν θα περιλαμβάνει τα εδάφη των Κούρδων στην Τουρκία, τη Συρία και το Ιράν.
Σίγουρα η εξέλιξη αυτή δεν θα έρθει χωρίς αντιδράσεις, αφού τα 4 κράτη που κατέχουν κουρδικά εδάφη μόνο να χάσουν έχουν από αυτή την εξέλιξη. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι πως ένας δίκαιος αγώνας δεκαετιών βρίσκει τελικά μια κάποια λύση.
Διαβάζοντας για το επικείμενο δημοψήφισμα, αμέσως μου ήρθε στο μυαλό ο Χάρολντ Πίντερ. Για μένα το απόλυτο πρότυπο θεατρικού συγγραφέα και ταυτόχρονα στρατευμένου συγγραφέα.
Ενας άνθρωπος που δεν δείλιασε να πάρει θέση απέναντι στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία ή στον πόλεμο στο Ιράκ. Ενας άνθρωπος που δεν δείλιασε να μετατρέψει τον λόγο του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ σε πολιτικό μανιφέστο. Ενας άνθρωπος που δεν δείλιασε.
Γιατί αν η δημιουργία του Κουρδιστάν είναι δικαίωση για κάθε Κούρδο σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, είναι ταυτόχρονα δικαίωση για οποιονδήποτε άνθρωπο δεν δείλιασε να μιλήσει, να γράψει και να καταβάλει προσπάθειες γι' αυτόν τον σκοπό. Ο Χάρολντ Πίντερ υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος.
Το 1985 ο Πίντερ και ο Αρθουρ Μίλερ ταξίδεψαν στην Αγκυρα ως αντιπρόσωποι της διεθνούς οργάνωσης συγγραφέων PEN, ώστε να εξακριβώσουν αν γίνονται βασανιστήρια στις τουρκικές φυλακές όπου πολλοί συγγραφείς ήταν φυλακισμένοι.
Το ταξίδι είχε ως αποτέλεσμα να διωχθούν και οι δύο για τις απόψεις τους από το σπίτι του Αμερικανού πρέσβη και να κάνουν ακόμη περισσότερο γνωστή την έλλειψη δημοκρατίας σε μια χώρα όπου οι δημοσιογράφοι και οι συγγραφείς φυλακίζονται. Ταυτόχρονα γέννησε κι ένα από τα λιγότερο γνωστά αλλά πιο άμεσα πολιτικά έργα του Χάρολντ Πίντερ: τη «Βουνίσια γλώσσα».
Η «Βουνίσια γλώσσα» παίχτηκε για πρώτη φορά το 1988 στο Λονδίνο. Σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί «μια παραβολή για τα βασανιστήρια και τη μοίρα του κουρδικού λαού».
Η «Βουνίσια γλώσσα» διαδραματίζεται σε μια ανώνυμη χώρα και περιλαμβάνει τέσσερις σύντομες σκηνές φυλακής. Στην πρώτη, μια ομάδα γυναικών του βουνού περιμένει έξω από τη φυλακή να δει τους άντρες συγγενείς της. Οι γυναίκες περιμένουν 8 ώρες, οι φρουροί βάζουν τα σκυλιά να τις δαγκώσουν. Οι υπεύθυνοι τις ενημερώνουν πως απαγορεύεται να μιλήσουν τη γλώσσα τους. Τη γλώσσα του βουνού.
Σε μια αίθουσα αναμονής μια γυναίκα επισκέπτεται τον γιο της υπό την εποπτεία ενός φρουρού. Η γυναίκα γνωρίζει μόνο τη βουνίσια γλώσσα. Ο φρουρός τη χτυπά. Η γυναίκα λέει στον γιο της: «Ολοι σε περιμένουν». Μια γυναίκα βλέπει τον άντρα της να βασανίζεται από δύο φρουρούς, ενώ οι διάλογοί τους από το παρελθόν ξεχύνονται στην αίθουσα βασανιστηρίων. Ενας φρουρός ενημερώνει μια γριά γυναίκα πως οι κανόνες άλλαξαν. Τώρα μπορεί να μιλήσει τη βουνίσια γλώσσα της. Η γυναίκα μένει σιωπηλή. Το έργο τελειώνει.
Στην ομιλία του κατά την απονομή του Νόμπελ, ο Πίντερ είπε για τη «Βουνίσια γλώσσα»: «Το έργο παραμένει βίαιο, σύντομο και άσχημο. Αλλά οι στρατιώτες στο έργο κάπως το διασκεδάζουν. Ξεχνά κανείς πότε πότε ότι οι βασανιστές βαριούνται εύκολα. Χρειάζεται να γελάνε με κάτι για να ανάβουν τα πνεύματα. Τα περιστατικά στη φυλακή του Αμπού Γκράιμπ στη Βαγδάτη το επιβεβαιώνουν περίτρανα. Η “Βουνίσια γλώσσα” διαρκεί μόνο 20 λεπτά, αλλά θα μπορούσε να συνεχίζεται επί ώρες, ξανά και ξανά, το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται από την αρχή, ξανά και ξανά, τη μια ώρα μετά την άλλη».
Στις 25 του Σεπτέμβρη φαίνεται πως το μοτίβο αυτό εν μέρει θα βρει τη δικαίωσή του και θα παύσει. Αυτό που δεν παύει είναι το παράδειγμα ενός λαού να αγωνίζεται και το παράδειγμα του συγγραφέα να στρατεύεται στον δίκαιο σκοπό.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Ηρακλή σε προσκυνούν πριγκηπομαστούρηδες και αλητοβασιλιάδες*


Στις 6 του Σεπτέμβρη έγινε γνωστό πως η ομάδα του Ηρακλή διαλύεται. Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν το τελευταίο διάστημα για το αντίθετο και τις διαβεβαιώσεις από την πλευρά του μεγαλομετόχου του συλλόγου, Σπύρου Παπαθανασάκη, ότι θα αναλάβει να τρέξει τις οικονομικές υποχρεώσεις, εντούτοις δεν έγινε τίποτα από τα παραπάνω, με συνέπεια το ιστορικό σωματείο να οδεύει προς την οριστική διάλυσή του. Ο Ερασιτέχνης έχει τη σκέψη να αποκτήσει το ΑΦΜ του Ηρακλή Αμπελοκήπων και να οδηγηθεί η ομάδα στην Α1 της ΕΠΣΜ. Μόλις οριστικοποιηθεί η αποχώρηση του Γηραιού, όλα δείχνουν πως πλέον τόσο η Δόξα Δράμας όσο και η ΑΕ Καραϊσκάκης θα προβιβαστούν στη Football League.
Και στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε πως η σχέση μας με το ελληνικό ποδόσφαιρο υποβιβάστηκε από μια σκόρπια παρακολούθηση, σε μια ψύχραιμη αδιαφορία εδώ και καιρό. Όχι προμελετημένη, όχι από άποψη, αλλά από αγνή και ξεκάθαρη βαρεμάρα. Άθλιο θέαμα, στημένα αποτελέσματα, καφρίλες, οπαδιλίκια. Μια συνθήκη που δεν θες να σνομπάρεις, αλλά από την άλλη δεν σου έρχεται κιόλας να απολογηθείς για τους λόγους που σου προκαλούν αυτή τη συμπαγή αδιαφορία. Για κάθε έναν που κάποτε έβλεπε και τώρα δεν βλέπει, που κάποτε υποστήριζε ελαφρώς χλιαρά και τώρα του έμεινε μόνο μια γενικευμένη χλιαρότητα, η επαφή με τη μπάλα γίνεται μέσα από έμμεσους τρόπους. Χαζεύοντας βιντεάκια του παρελθόντος στο youtube, μαθαίνοντας νέα που μπορεί να τους ταιριάζουν, ή φωτογραφίες που μπορεί να του ταιριάζουν. Μια ιστορία παράλληλη με αυτή του γηπέδου, με μικρή συμμετοχή, επιθυμία για αισθητική απόλαυση και μια δόση νοσταλγίας. Θέλω να πω πως όταν δεν συντρέχουν λόγοι να παθιαστείς ή να ακολουθήσεις μια ομάδα, η σχέση σου συχνά γυρνά σε αυτή την επιθυμία και η ένταση που σου έβγαινε όταν έπαιζες μπάλα με τους φίλους σου ή μάζευες χαρτάκια της Panini. Μια αναζήτηση για την τάση σου προς το παιχνίδι χωρίς πολλά συμφραζόμενα. Για το λόγο αυτός κάθεσαι και χαζεύεις βιντεάκια με τον Βασίλη Χατζηπαναγή να τριπλάρει και να ανεμίζει φορώντας τη φανέλα του Ηρακλή. Για τους ίδιους λόγους που ψάχνεις να δεις δηλώσεις του Σάββα Κοφίδη για κάποιο παιχνίδι ή κάποιο πολιτικό γεγονός. Για τους ίδιους λόγους που χαζεύεις φωτογραφίες με ευφάνταστα συνθήματα από τους οπαδούς του Ηρακλή: «Τέσσερα χρόνια λείψαμε, σκατά τα κάνατε», «Εσείς μας ρίξατε στη Γ’ εθνική, γι’ αυτό και μεις σας στείλαμε τρίτο κόμμα στη βουλή» (για την πτώση του ΠΑΣΟΚ), «Refugees welcome, tourists fuck off», «Η αλήθεια Αντώνη βρίσκεται στους sex pistols» (προς τον τότε πρόεδρο της ομάδας Αντώνη Ρέμο), «Φακ δε πολις, gamietai h astynomia», «Μια πόλη, μια ομάδα, μια τζατζίκι, μια πατάτες» (παρωδία συνθήματος του ΠΑΟΚ), «Βολιώτες ψηφοφόροι είστε για τον Μπέο» κτλ.
Και αν όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν περισσότερο κωμικά και να περιγράφουν μια διάθεση που περιγράφει πλαγίως μια πολιτική διάθεση, οι «γριές» δεν δίσταζαν να πάρουν πολλές φορές άμεσα θέση. Όπως πχ την περίοδο του δημοψηφίσματος, όταν η Αυτόνομη Θύρα 10 έβγαζε μια ανακοίνωση υπέρ του «Όχι» που κατέληγε:
«Δεν θέλουμε να μαζεύουμε λεφτά για να βγάζουμε φίλους μας από τα κρατητήρια λόγω χρεών.
Δεν θέλουμε να χάσουμε άλλους φίλους μας, οι οποίοι μετανάστευσαν.
Δεν θέλουμε άλλο τα κανάλια της διαπλοκής να ορίζουν το μέλλον μας.
Δεν θέλουμε άλλη “δημοκρατία” τέτοιου είδους.
Δεν θέλουμε να ξαναδούμε τα ξεπλύματα εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ να στρατεύονται με τους βιομηχάνους, ζητώντας από τον λαό να ψηφίσει αυτά εναντίων των οποίων υποτίθεται αγωνιζόταν με εθιμοτυπικές απεργίες.
Δεν θέλουμε να χαντακωθεί κάθε διεκδίκηση για τις επόμενες δεκαετίες και μάλιστα με την έγκριση του ελληνικού λαού.
Δεν θέλουμε άλλο “σώσιμο”!!!
Με το “Όχι” ο λαός κάνει ένα άλμα προς τα εμπρός, ένα άλμα που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να το εκμεταλλευτεί κανένα κόμμα και καμιά κυβέρνηση, γιατί πολύ απλά το άλμα αυτό ξεπερνά πλέον το πολίτικο σύστημα ολόκληρο.
Με το “Όχι” σπάμε το φόβο και οι κυβερνήσεις φοβούνται τους λαούς που δεν φοβούνται!!!»
Ο Ηρακλής, μια από τις παλαιότερες ελληνικές ομάδες και κυπελλούχος το 1976 , ομάδα με κόσμο και ιστορία, για πολλούς η πιο πανκ ομάδα της χώρας, με παίχτες σαν τον Βασίλη Χατζηπαναγή, τον Σάββα Κωφίδη, τον Χρήστο Κωστή, τον Ιεροκλή Στολτίδη και τον Μιχάλη Κωνσταντίνου, παύει να υπάρχει. Και εδώ καταθέτουμε τη λύπη όλων των απόμακρων και τη συντροφιά του συνθήματος:
«Ήρα κουλτούρα
Σορβόνη και μαστούρα»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Η θεωρία των δύο άκρων, ο αντικομουνισμός και ο θάνατος της λογικής


Τις ίδιες περίπου ημέρες που ο αντικομουνιστικός πυρετός χτύπαγε μια σειρά από μέτωπα, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωνε: «καταδικάζουμε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο αυτή την τεράστια επίδειξη μίσους, δογματισμού και βίας από πολλές πλευρές. Από πολλές πλευρές. Συμβαίνει εδώ και καιρό στη χώρα μας». Ο αξιαγάπητος πρόεδρος αναφερόταν στα γεγονότα του Σάρλοτσβιλ όπου νεοναζί, σκίνχεντς, μέλη της Κου Κλουξ Κλαν, μέλη του κινήματος «Ενώστε τη Δεξιά» («Unite the Right») και άλλες ομάδες ακροδεξιών συγκεντρώθηκαν για να «πάρουν πίσω την Αμερική τους». Αφορμή η μετακίνηση του μνημείου του στρατηγού Robert E. Lee από το Σάρλοτσβιλ, ο οποίος ήταν αρχηγός των δυνάμεων του Νότου στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865) και ήταν υπέρ της δουλείας.
Οι διαδηλωτές συγκρούστηκαν με αντιφασίστες και βρέθηκαν απέναντι σε ομάδες αντιδιαδηλωτών. Ακολούθησαν βία και ξυλοδαρμοί μέχρι που αυτοκίνητο με οδηγό ακροδεξιό έπεσε επάνω σε ειρηνικό πλήθος αντιφασιστών, σκοτώνοντας την 32χρονη Χέδερ Χάϊερ και τραυματίζοντας δεκάδες άλλους. Το πλήθος των ακροδεξιών φώναζε ανάμεσα σε άλλα συνθήματα «Heil Trump». Οι ίσες αποστάσεις που κράτησε ο αμερικανός πρόεδρος, η επιδεικτική απροθυμία να καταδικάσει ξεκάθαρα τους οπαδούς του, έφεραν οργή και επικρίσεις ακόμα και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Παρ όλο που ο Λευκός Οίκος έσπευσε να ανασκευάσει τις δηλώσεις του προέδρου, ο ίδιος με μήνυμά του στο twitter λίγες μέρες μετά είπε: «Λυπάμαι πολύ να βλέπω την ιστορία και τον πολιτισμό της σπουδαίας χώρας μας να ξεριζώνεται μαζί με την απομάκρυνση των όμορφων αυτών αγαλμάτων. Δεν μπορείς να αλλάξεις την Ιστορία, αλλά μπορείς να πάρεις μαθήματα από αυτή. Ρόμπερτ Λι, Στοουνγουόλ Τζάκσον, ποιος θα είναι ο επόμενος, ο Ουάσινγκτον, ο Τζέφερσον; Τι ανοησία. Επιπλέον αφαιρείται η ομορφιά από τις πόλεις μας, τα χωριά μας και τα πάρκα. Θα μας λείψουν πολύ και ποτέ δεν θα αντικατασταθούν». Η «ομορφιά» που αναφέρει εδώ ο πρόεδρος είναι η ακροδεξιά παράδοση των Ηνωμένων Πολιτειών, η δουλεία, οι σκλάβοι στα μπαμπακοχώραφα, οι νεκροί στα αμπάρια των πλοίων.
Η ίδια η υπόθεση αποκτά ειδικό ενδιαφέρον, ακριβώς, γιατί συμπίπτει χρονικά με την κουβέντα για τον αντικομουνισμό, την ταύτιση κομουνισμού και ναζισμού και γενικότερα την αναβίωση της θεωρίας των δύο άκρων στον δικό μας δημόσιο λόγο. Την ίδια ώρα που η θεωρία των δύο άκρων στην Ελλάδα διατυπωνόταν επικαλούμενη τη δήθεν ιστορική της προέλευση, στην Αμερική βλέπαμε την πολιτική της εφαρμογή. Η ίδια λογική που εξισώνει το φασίστα με τον αντιφασίστα ταυτίζει τον κομουνιστή με τον νενοναζί. Σε ιστορικό, αλλά και σε σύγχρονο πολιτικό επίπεδο. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι πως ο Τραμπ στις δηλώσεις του χρησιμοποιεί την ιστορία ακριβώς για να δικαιώσει το ένα από τα άκρα που περιέγραψε. Γιατί, όπως βλέπουμε εδώ και τόσο καιρό, η θεωρία των δύο άκρων δεν έχει ποτέ της ως στόχο την ακροδεξιά. Έχει πάντοτε ως στόχο την αριστερά. Μπορεί κάποιος άνετα να είναι ακροδεξιός όπως ο Τραμπ ή ο Άδωνις Γεωργιάδης και να χρησιμοποιεί την πιο ριζοσπαστική εκδοχή της δική του ιδεολογίας (τον Ναζισμό), ώστε να καταδικάσει την αριστερά ή το κίνημα τον αντιφασιστών.

Πολύ συχνά λοιπόν, ο αντικομουνισμός δεν είναι μια πράξη κατά ενός ολοκληρωτισμού (όπως ο ίδιος επικαλείται), αλλά μια ολοκληρωτική πράξη με βασικό επιχείρημα την αντίθεση στον ολοκληρωτισμό. Τα λογικά άλματα, η επιλεκτική επίκληση ιστορικών γεγονότων, η παράφραση ιδεολογιών και απόψεων, η συνειδητή απόκρυψη δεδομένων δεν μπορούν να αποτελούν κομμάτι μιας συζήτησης. Περιγράφουν το θάνατο της λογικής ως προνομιακό πεδίο ανάπτυξης του σύγχρονου πολιτικού λόγου. Με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν τα Fake News που έφεραν τον Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία, με το ίδιο τρόπο που ο παππού της Εύας Καϊλή (ο οποίος τελικά δεν ήταν παππούς της, αλλά πρώην άντρας της γιαγιάς της ή κάτι τέτοιο) εκτελέστηκε από τους κομουνιστές. Καμία λογική, καμία απόδειξη δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το πρόσωπο που εκφέρει τον λόγο και ο τρόπος που διαχειρίζεται το θόρυβο που ο λόγος αυτός γεννά. Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, αυτό που γεννάται είναι ένα ατελείωτο νεκροταφείο επιχειρημάτων και τελικά ο ίδιος ο τάφος του πολιτικού ή ιστορικού επιχειρήματος.
(στην εφημερίδα Εποχή)

Στην ουρά


Είναι Τετάρτη ενώ αναμένεις στην ουρά. Κόσμος μπροστά και κόσμος πίσω. Μια μακρά ευθεία ανθρώπων, με κατεύθυνση, παλμό και στόχο. Ευθεία οριζόντια αποτελούμενη από κάθετα μέρη. Συνεχώς αποχωρίζεται τα στοιχεία που την αποτελούν, συνεχώς αποκτά νέα.
Η ύπαρξή της, η επιτυχία της είναι μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που χάνει και τους νέους που έρχονται. Οι στιγμές της στασιμότητας αποτελούν τον θρίαμβό της, όταν η αφαίρεση αφαιρείται από τη ροή της ουράς και η πρόσθεση συνεχώς της φέρνει νέα κομμάτια.
Γιατί ο στόχος της ουράς δεν είναι να εξυπηρετήσει· ο στόχος της ουράς δεν είναι λειτουργικός. Είναι η αυτοσυντήρησή της, η ύπαρξή της ανάμεσα σε ανθρώπους που έρχονται και ανθρώπους που φεύγουν.
Γιατί η ουρά δεν αποτελείται από ανθρώπους (αφού αυτός που μόλις μπήκε θα είναι αυτός που σε λίγο θα φύγει). Η ουρά αποτελείται από στάσεις. Από παύσεις διαδρομής. Από ένα «περίμενε» που μέχρι να το ενσαρκώσεις το έχεις τινάξει από πάνω σου.
Είναι Πέμπτη και βρίσκεσαι ακόμη στην ίδια ουρά. Η ταχύτητα της διαδοχής είναι τόσο αργή που δεν είσαι σίγουρος αν η ουρά κινείται.
Στις ουρές περιμένεις, σ' αυτές που νομοθετούν τον σπαταλημένο χρόνο μας. Με τρόπο τέτοιο που πρώτα να γίνεται αντιληπτή η ενσάρκωση της σπατάλης και πολύ μετά η ουσία της.
Σε κάθε ουρά περιμένουμε στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα. Μια επικύρωση του γεγονότος πως ο χρόνος περνά, πως υπάρχουν τρόποι να τον εκμεταλλευτείς και να τον αξιοποιήσεις και πως σίγουρα ο τρόπος αυτός της ουράς δεν είναι ένας από αυτούς.
Τώρα είναι Τρίτη. Και συ θα στοιχημάτιζες πως ήρθες στην ουρά Τετάρτη. Πως σίγουρα από τη στιγμή που ήρθες έχουν περάσει τουλάχιστον δύο μέρες. Πως στέκεσαι εδώ αρκετά ώστε να ξέρεις πως δεν είναι Τρίτη.
Και όμως, συνειδητοποιείς πως ο χρόνος της ουράς δεν είναι ο έξω χρόνος. Αλλά ένας χρόνος που η ίδια η ουρά επιλέγει και επιβάλλει.
Το μόνο σίγουρο είναι πως είναι Τρίτη. Το κινητό σου το επιβεβαιώνει, οι γύρω σου συνηγορούν υπέρ του γεγονότος, όλα δείχνουν την ημέρα αυτή ως βεβαιότητα.
Και ακόμα κι αν αμφιβάλλεις, μουδιασμένος καθώς είσαι απ' όλα τα λεπτά της αναμονής που με δύναμη πέφτουν στο πρόσωπό σου, είσαι έτοιμος να δεχτείς οτιδήποτε. Και προσπαθείς να ξηλώσεις τον χρόνο, να περάσουν οι ώρες, να περάσουν τα λεπτά της αναμονής.
Ακόμα και αν έχεις περάσει από τόσες και τόσες ουρές στη ζωή σου, δεν είσαι ποτέ έτοιμος. Τίποτα δεν σε έχει προετοιμάσει για την αναμονή της ουράς. Δεν ανέπτυξες ποτέ καμία δεξιοτεχνία ώστε να μάθεις να εκμεταλλεύεσαι τον χρόνο της. Και τότε αρχίζεις να αναπολείς.
Και καταλήγεις να σκέφτεσαι όλες τις ουρές στις οποίες περίμενες για τόσους διαφορετικούς λόγους. Αλλά ο λόγος πάντα φθίνει στη μνήμη.
Δεν θυμάσαι το γιατί, τον στόχο που σε έφερε σε αυτή την ορθοστασία. Το μόνο που θυμάσαι είναι οι ουρές. Ολες αυτές οι ουρές που κυκλώνουν τον χρόνο σου απειλητικά σαν να επιθυμούν να του επιτεθούν, σαν να επιθυμούν να τον υποτάξουν. Και τότε καταλαβαίνεις πως δεν υπήρξαν ποτέ ουρές. Πως ήταν πάντοτε η ίδια η ουρά στην οποία περίμενες.
Ω, δεν θα ήταν όμορφη μια προαποφασισμένη συμφωνία; Σε όλη μας τη ζωή να μην περιμέναμε ποτέ μας στην ουρά. Και μόνο καθώς πλησιάζουμε προς το τέλος του βίου μας, όλος ο χρόνος της αναμονής, όλος ο χρόνος που θα περιμέναμε στις ουρές να ερχόταν ολόκληρος σαν τελική υποχρέωση.
Να περιμέναμε σε μία και μόνο ουρά (που θα περιείχε όλη την ποσότητα ουρών που αποφύγαμε στη ζωή μας), η οποία θα τελειώνει ταυτόχρονα με τον βίο μας.
Ναι, μια τέτοια συμφωνία θα έκανε την αναμονή μας στην ουρά σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα. Ακόμη και αν ο χρόνος που μας περίσσεψε -ο χρόνος αυτός της πρώτης, της τελευταίας και ταυτόχρονα της μόνης ουράς- είναι μια ατελείωτη Τετάρτη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Το ψεύδος ως είδηση, η είδηση ως ψεύδος


«Σάλο έχει προκαλέσει η απόφαση της υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Ολγας Γεροβασίλη, να συμπεριλάβει επίδομα χειρισμού σφραγίδας για τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα, σε νομοσχέδιο που έρχεται προς ψήφιση στη Βουλή».
Η είδηση έκανε τον γύρο του διαδικτύου, μπήκε στον έντυπο «Βηματοδότη», στο «Πρώτο Θέμα», στον «Ελεύθερο Τύπο», στην «Athens Voice» και στο iefimerida.
Προφανώς η είδηση ήταν ψευδής. Ξεκίνησε πριν από κάποιους μήνες από το σατιρικό σάιτ ψευδών ειδήσεων «το βατράχι», αναπαράχθηκε χωρίς κριτική και μεταμορφώθηκε σε πραγματική είδηση.
Το υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης τη διέψευσε, αφού πρώτα είχε γίνει ο κακός χαμός στο διαδίκτυο.
Η καθαυτό είδηση δεν έχει τόση σημασία όση έχουν αυτά που η συγκεκριμένη ιστορία αναδεικνύει: τον ρόλο και τη σημασία της πληροφορίας και της διαχείρισής της, την κατάσταση της δημοσιογραφίας, την ανάδειξη των «fake news» σε πολιτικό εργαλείο αλλά και την υφή των ίδιων των ειδήσεων.
Ενδεικτική η στάση του ΣΚΑΪ που ουσιαστικά υποστήριξε πως δεν έχει σημασία το γεγονός πως το δημοσίευμα είναι ψεύτικο αλλά πως ουσιαστικά θα μπορούσε να είναι αληθινό, μια και η συγκεκριμένη κυβέρνηση τέτοια κάνει.
Ουσιαστικά οι δημοσιογράφοι ψάρεψαν «αληθινότητα» από μια είδηση που οι ίδιοι έλεγαν πως είναι ψευδής, ενώ στη συνέχεια έμοιαζαν να αμφιβάλλουν για τους εαυτούς τους.
Τελικά, η συζήτηση κατέληξε με τον Αρη Πορτοσάλτε να ειρωνεύεται τους δημόσιους υπαλλήλους και να κάνει λόγο για το αίσχος του δημόσιου τομέα.
Εκεί που θα κατέληγε, δηλαδή, η συζήτηση αν η είδηση ήταν αληθινή, οι παρουσιαστές, ενσαρκώνοντας ουσιαστικά τους ρόλους τους χωρίς κουστούμια, ανέβασαν δημοσίως για όλους εμάς την παράσταση με τίτλο: «Μην αφήνεις την αλήθεια να σου χαλάσει μια καλή ιστορία».
Θα μπορούσαμε να δούμε την όλη ιστορία ως ενδεικτική για τον τρόπο που τα κυρίαρχα μέσα αντιμετωπίζουν τους πολιτικούς τους εχθρούς. Είναι ακόμα πιο ενδεικτική για το είδος μιας συγκεκριμένης δημοσιογραφίας σε μια συγκεκριμένη εποχή.
Οι ειδήσεις των πηχυαίων τίτλων ζητούν να προσφέρουν δράμα και όχι πληροφόρηση. Συγκίνηση, οργή, σκανδαλισμό, δάκρυα. Το σχήμα της είδησης ζωγραφίζεται αποκλειστικά από το θυμικό.
Από την είδηση που θα κερδίσει το μάτι στην ταχύτατη ροή της διαδικτυακής πληροφόρησης.
Και αν δεχτούμε πως κάθε είδηση τονίζεται ή υποβαθμίζεται, αποκτά εστίαση σε συγκεκριμένες της λεπτομέρειες, τιτλοφορείται με συγκεκριμένους όρους κτλ., τότε συνειδητοποιούμε εύκολα πως το ποσοστό αλήθειας μιας είδησης είναι απλώς ένα στοιχείο ανάμεσα στα άλλα· ένα στοιχείο που (όπως αποδεικνύει και η πρόσφατη ιστορία από το «βατράχι») μπορεί και να λείπει.
Στη διπλή τους κίνηση τα fake news μετατρέπουν το ψεύδος σε είδηση και την κάθε είδηση σε ψεύδος.
Και κάτι τέτοιο δεν αποτελεί απλώς μια «τεχνική δυσκολία» μιας νέας εποχής, ούτε ένα χαρακτηριστικό των ειδησεογραφικών κέντρων που είτε από δόλο είτε από αδυναμία καταλήγουν στην παραπληροφόρηση.
Το θέμα είναι πολιτικό, ηθικό σχεδόν οντολογικό για την ίδια τη σημασία της αλήθειας στις σύγχρονες κοινωνίες.
Τα «fake news» παραμένουν ακόμα κι όταν διαψευστούν. Ως υπονοούμενα, ως χθεσινές αναρτήσεις, ως μια φήμη που θα ανασυρθεί σε κάποια μελλοντική κουβέντα.
Ζητούν χώρο εντός του αληθινού ακόμα κι αν διαψευστούν, υπάρχουν ως αποδείξεις ακόμη κι όταν δεν αποδεικνύουν, επιτελούν τον στόχο τους ακόμα κι όταν δεν είναι ειδήσεις.
Η περίπτωση της Ηριάννας είναι ενδεικτική για τον ρόλο που μπορεί να παίξει μια ψευδής είδηση.
Το γεγονός πως το επώνυμό της ήταν ίδιο με αυτό υφυπουργού του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αρκετό ώστε η ίδια να βαφτιστεί συγγενής του και τελικά, μέσα από αέναες συζητήσεις και χυδαιολογίες, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως η Αριστερά ταυτίζεται με την τρομοκρατία.
Το γεγονός πως η ίδια η κοπέλα δεν έχει σχέση ούτε με την τρομοκρατία ούτε με τον υφυπουργό δεν παίζει απολύτως κανέναν ρόλο.
Η «είδηση» έπαιξε τον ρόλο της, το υπονοούμενο έμεινε και καλό θα είναι να θυμόμαστε τη συγκεκριμένη σπέκουλα και να δούμε τι ρόλο θα παίξει στην απόφαση του δικαστηρίου τον Σεπτέμβριο.
Γιατί αυτό που είναι τελικά ψεύτικο στα «fake news» είναι η αλήθεια που περιέχουν. Η αλήθεια που δημιουργούν ως αποτέλεσμα, είναι απολύτως πραγματική.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τα Εξάρχεια, η Βαρκελώνη, και η φαντασιακή γεωγραφία της ανομίας


Στο σκεπτικό της απόφασης, για την Ηριάννα και τον Περικλή ως ενοχοποιητικό στοιχείο εμφανίζονται κάποια ταξίδια στο εξωτερικό και κυρίως αυτό στη Βαρκελώνη: «Γίνονται ταξίδια στο εξωτερικό, όπως στη Βαρκελώνη του Περικλή Μπ. και του Κωνσταντίνου Π. (συντρόφου της Ηριάννας που έχει αθωωθεί), αδικαιολόγητα, όχι για αναψυχή, ήτοι σε πόλη της Ισπανίας που είναι γνωστή για την εκεί δράση ανάλογων τρομοκρατικών οργανώσεων».
Το συγκεκριμένο απόσπασμα λειτουργεί διαλεκτικά με την απόφαση την οποία υποστηρίζει. Η αντίθεση ανάμεσα στη σοβαρότητα που έχουν οι επιπτώσεις μιας τέτοιας απόφασης για τη ζωή δύο νέων ανθρώπων, και τη γελοιότητα του σκεπτικού, δημιουργεί ένα μείγμα οργής, απόγνωσης και χλευαστικού γέλιου. Τι άλλο, όμως, σηματοδοτεί η περιγραφή μιας πόλης, όπως η Βαρκελώνη, ως άντρο τρομοκρατίας και καθιστά μια επίσκεψη στην πρωτεύουσα της Καταλονίας ικανοποιητικό στοιχείο καταδίκης; Τι υπάρχει πίσω από τη γελοιότητα;
Η Βαρκελώνη στη συγκεκριμένη πρόταση παίζει το ρόλο μιας αναβαθμισμένης αναφοράς στα Εξάρχεια. Αναφορά σε έναν τόπο που στο φαντασιακό δικαστών, δημοσιογράφων συγκεκριμένων εντύπων ή φαιδρών πολιτικών, ταυτίζεται με πράξεις ανομίας, κοινωνικής έκρηξης και αναταραχής. Στην πραγματικότητα ούτε η Βαρκελώνη, ούτε τα Εξάρχεια είναι υπαρκτοί γεωγραφικοί προσδιορισμοί. Είναι ένας μη-τόπος, μια φαντασιακή γεωγραφία ανεστραμμένων αξιών. Περιοχές οικοδομημένες από στερεότυπα, φήμες, μυθολογικές κατασκευές όμοιες με πολιτικά Σόδομα και Γόμορρα. Για τον λόγο αυτό οι απόψεις, η αρθρογραφία, ακόμα και οι αναφορά σε συζητήσεις, δεν οφείλουν να έχουν αποδεδειγμένα στοιχεία. Στη Βαρκελώνη κατοικούν αποκλειστικά τρομοκράτες, με τον ίδιο τρόπο που τα Εξάρχεια δεν έχουν σούπερ μάρκετ ή τράπεζες (σύμφωνα με παλαιότερο κείμενο-ρεπορτάζ της Καθημερινής, ή του Protagon ή κάποιου αντίστοιχου φιλελέ κόμβου). Τίποτα δεν χρειάζεται να αποδειχτεί ή να έχει σχέση με την πραγματικότητα, αφού δεν μιλάμε για έναν υπαρκτό τόπο. Τα Εξάρχεια, η Βενεζουέλα, η Κούβα, η Βόρεια Κορέα, οι περιοχές ελεύθερου κάμπινγκ, οι καταλήψεις στέγης, αποτελούν έναν ενιαίο τόπο. Μια περιοχή όπου οι εκάστοτε χρήστες της περιγραφής εντάσσουν μέσα της τόσο το φόβο όσο και την ανεστραμμένη τους επιθυμία. Στον τόπο αυτό οι αναρχικοί πετούν από ταράτσα σε ταράτσα, οι σκύλοι είναι εκπαιδευμένοι να επιτίθενται σε αστυνομικούς και τα πάντα φλέγονται. Εδώ η πρέζα είναι το ίδιο με την πολιτική, κάτι κακό με το οποίο δεν πρέπει να έρθεις σε επαφή. Εδώ άρρωστα μυαλά γράφουν τα εγκλήματα που θα διαπράξουν σε μορφή διηγήματος και τα εκδίδουν. Εδώ κάποιοι απεργάζονται την καταστροφή κρατών και κυβερνήσεων, ησυχίας και τάξης.
Όλη αυτή η μυθοποιητική παράμετρος δεν περιγράφει μόνο απόσταση από την πραγματικότητα και σκοταδισμό. Εμπεριέχει ουσιαστικά και μια επιθυμία προς το μυθικό αυτό τόπο. Με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε το Μεξικό σε κάθε παλιό γουέστερν, με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε ο κόσμος των «ευγενών αγρίων» για την παλαιά Ευρώπη. Ένας τόπος που στην πραγματικότητα θαυμάζεις, αφού στο φαντασιακό σου περιγράφει την αντιστροφή της μιζέριας σου, την άρση των κανόνων και των σκληρών κολάρων που έδωσαν σχήμα στη ζωή σου. Ένας τρόπος που για αυτόν ακριβώς το λόγο θες να υποτάξεις και να εξαφανίσεις.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά στο εξής παράδοξο: από τη μία αυτός ο μυθοποιημένος κόσμος να μην υπάρχει στην πραγματικότητα, και από την άλλη όποιος κατοικεί στον τόπο αυτό (σύμφωνα με την κρίση των εκάστοτε) να καταγράφεται ως εχθρός και να καταδικάζεται.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Ιπτάμενη ορθοστασία


Την έγκριση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας της Ιρλανδίας περιμένει η αεροπορική εταιρία χαμηλού κόστους, Ryanair, με σκοπό να συμπεριλάβει στις πτήσεις της όρθιους επιβάτες. Οι επιβάτες θα κάθονται σε ειδικά διαμορφωμένα σκαμπό και θα έχουν ζώνη στη μέση τους. Όσοι προτιμήσουν τη συγκεκριμένη προσφορά θα έχουν έκπτωση από 20% ως 50%.
Ο διευθύνων σύμβουλος, Μάικλ Ο’ Λίρι, τόνισε πως εφόσον το αίτημά του λάβει έγκριση από την αρμόδια αρχή, ο ίδιος θα παραγγείλει αρκετά «τροποποιημένα» αεροσκάφη νέας γενιάς, με χώρους για ορθίους και σκαμπό. Όπως υπολογίζεται θα αυξηθεί ο τυπικός χώρος επιβατών ενός αεροσκάφους μεσαίου μεγέθους κατά 50% και το κόστος λειτουργίας κάθε αεροπλάνου θα μειωθεί κατά 25% περίπου.
Το μέτρο δεν είναι κάτι τελείως νέο. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία κατασκευής αεροσκαφών, Airbus. δημιούργησε πρώτη φορά αυτόν τον τύπο θέσης το 2003. Από τότε έγιναν αρκετές προσπάθειες προώθησης της συγκεκριμένης θέσης σε αγορές της Ασίας και της Ευρώπης χωρίς αποτέλεσμα. Απ’ όσο, όμως, φαίνεται, η πρόταση μοιάζει πιο κοντά στην υλοποίησή της από ποτέ.
Η κίνηση μπορεί να ιδωθεί ως μια από τις κινήσεις εξοικονόμησης που επιφέρουν κέρδη στις διάφορες αεροπορικές εταιρείες. Λεπτότερες άρα περισσότερες θέσεις, ειδικές ρήτρες σε σχέση με το check-in, προσφορές, ειδική πολιτική για τις χειραποσκευές κτλ.

Παρόλαυτα η πρόταση δεν εκπροσωπεί μια νέα πατέντα, απλώς ένα τρόπο για την εταιρία να εξοικονομήσει περισσότερα λεφτά. Στην πραγματικότητα περιγράφει έμπρακτα ένα διαχωρισμό. Με τον ίδιο τρόπο που εντός της καμπίνας του αεροσκάφους υπάρχει η πρώτη και η οικονομική θέση. Αν, όμως, αυτός ο διαχωρισμός δημιουργήθηκε σε μια περίοδο όπου διευρυμένες μάζες είχαν την δυνατότητα να ταξιδέψουν με αεροπλάνο και να απολαύσουν ισότιμα τις υπηρεσίες, η νέα ρύθμιση έρχεται σε μια τελείως διαφορετική εποχή. Η βασική διαφορά είναι πως οι θέσεις όρθιων και οι οικονομικές θέσεις (σε αντίθεση με την α’ θέση) είναι μαζικές. Άρα ο διαχωρισμός δεν περιγράφει κάποιους που επιλέγουν να μείνουν εκτός συνόλου. Αντίθετα περιγράφει τη διάσπαση του συνόλου και την ορατή του περιγραφή με οικονομικά κριτήρια.
Ο διαχωρισμός αυτός εντός της κατανάλωσης ενός προϊόντος ίσως να μην μοιάζει σημαντικός. Στην πραγματικότητα, όμως, περιγράφει την ένταξη και εκμετάλλευση μίας κατάστασης άρα ουσιαστικά και την καταγραφή της ως δεδομένης. Όσο και να μοιάζει τραβηγμένο, το νέο μέτρο περιγράφει τη διάσπαση της μεσαίας τάξης (και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο) και τη φτωχοποίηση ενός σημαντικού κομματιού της (αν όχι της πλειοψηφίας). Με τον τρόπο αυτό η εταιρεία διευκολύνει τα φτωχοποιημένα στρώματα, αναγνωρίζοντας τη δυναμική της αύξησης της φτωχοποίησης. Δεν μειώνει τα εισιτήρια, αλλά αφαιρεί τις ανέσεις. Με τον τρόπο αυτό οι επιβάτες της οικονομικής θέσης αναβαθμίζονται (ενώ μένουν σταθεροί) ενώ οι μακάριοι προνομιούχοι της πρώτης θέσης γίνονται πια αριστοκρατία.

Στην πραγματικότητα, όμως, το δώρο προς την εταιρεία, προς τους επιβάτες δεν είναι η οικονομική όρθια θέση με μικρότερο αντίτιμο αλλά η δημιουργία αυτής της μεσαίας θέσης. Της θέσης αυτής που σε κάνει να ανακουφίζεσαι επειδή δεν είσαι όρθιος και κρυφά να επιθυμείς την άνοδό σου στην α’ κατηγορία. Η υπενθύμιση πως υπάρχουν χειρότερα, πως αν δεν δουλέψεις περισσότερο και αν δεν κινηθείς σωστά μπορεί να εξοριστείς στην ορθοστασία. Η υπενθύμιση πως τα πάντα είναι ρευστά και πως η ταξική κινητικότητα ισχύει πια πλειοψηφικά προς τα κάτω.
Η θέση όρθιων είναι το μαστίγιο της γαλέρας που κάνει το αεροπλάνο να κινείται. Και αυτός που τραβάει κουπί είναι τελικά ο πανικός των πάλαι ποτέ «κανονικών επιβατών». Δηλαδή όλων μας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

AirBnb: ο διαμοιρασμός και η διάβρωση


«Πολλοί από τους φίλους μου νοικιάζουν το σπίτι τους μέσω AirBnb για ένα μήνα και το μήνα εκείνο φιλοξενούνται σε φίλους ή συγγενείς τους. Είναι ένας τρόπος για ένα επιπλέον εισόδημα». Αυτό μου έλεγε φίλη από το Παρίσι περιγράφοντας ένα νέο χαρακτηριστικό μιας αιώνιας πόλης. Προφανώς η ενοικίαση μέσω AirBnb δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που αφορά αποκλειστικά το Παρίσι, αλλά ουσιαστικά κάθε δυτική πόλη (ή τόπο διακοπών). Πολλοί από μας είδαν αυτές τις ενοικιάσεις ως έναν νέο εύκολο τρόπο, ώστε να αποφύγεις τις υπέρογκες τιμές των ξενοδοχείων, να βιώσεις μια πόλη με τρόπο πιο αληθινό, μακριά από την αποστείρωση της ρεσεψιόν ή το άβολο των Hostels. Κάποιοι άλλοι ως τρόπο για κάποια έξτρα χρήματα, σε μια περίοδο που δεν αφήνει διεξόδους. Και όπως κάθε καινοτομία, υποδεχτήκαμε την AirBnb σαν ένα νέο μαγικό εργαλείο που μας απελευθερώνει από δυσκολίες, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την τεχνική μας εξοικείωση με τον υπέροχο νέο κόσμο. Και μέσα στη βιασύνη και τον ενθουσιασμό ξεχάσαμε να σκεφτούμε πως κάθε τι έρχεται συνήθως και με τις αρνητικές του επιπτώσεις.

H AirBnb (Airbedandbreakfast) είναι ιστοσελίδα καταχώρησης, εύρεσης και ενοικίασης καταλυμάτων. Η πλατφόρμα φέρνει σε επικοινωνία τον οικοδεσπότη με τον πελάτη, ενώ είναι ταυτόχρονα υπεύθυνη για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας της κράτησης. Ο καθένας είναι ελεύθερος να νοικιάσει το σπίτι του για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παρουσιάζοντάς το σε ένα κοινό εκατομμυρίων χρηστών.
Η AirBnb εντάσσεται στην καινοτομία της οικονομίας του διαμοιρασμού. Μέσω του διαδικτύου και αποφεύγοντας τη γραφειοκρατία, τους φόρους κτλ κάποιος μπορεί νοικιάσει παροχές, υπηρεσίες και αντικείμενα σε προσιτές τιμές κάτω από συγκεκριμένους όρους. Καταλύματα στην AirBnb, ερασιτέχνες ταξιτζήδες στην Uber, ποδήλατα στη Liquid, φαγητό από ερασιτέχνες μάγειρες στη Cookisto και πάει λέγοντας. Η οικονομία του διαμοιρασμού είναι ένας νέος κόσμος ορισμένος με βάση τις ανάγκες και τις δεξιότητες μιας νέας εποχής. Οι δυνατότητες της νέας τάσης μοιάζουν να μην εξαντλούνται και τα οφέλη είναι άλλωστε πολλά. Κοινωνικά, οικονομικά ακόμη και οικολογικά. Όπως όμως είπαμε κάθε τι έχει και τις επιπτώσεις του.

«Η Λισαβόνα ήταν το κοινό μυστικό της Ευρώπης. Μια πανέμορφη πόλη που μπορεί να μην ήταν τουριστικός προορισμός, όπως η Βαρκελώνη ή το Βερολίνο, αλλά μια πόλη που ήξερε να μαγεύει με τους όρους που η ίδια έθετε. Με τις γειτονιές, τους δρόμους και τα σπίτια της. Σήμερα η Λισαβόνα μοιάζει με διάδρομο χρηστών AirBnb. Πριν μερικούς μήνες παραπάνω από τα μισά διαμερίσματα της πολυκατοικίας στην οποία μένω, ενοικιάστηκαν. Για ένα μήνα δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε από τα καθημερινά πάρτι. Είναι μέρες που η πόλη μοιάζει ξένη. Πρώτη φορά σκέφτομαι να μετακομίσω στην επαρχία». Αυτό μου έλεγε ένας πορτογάλος φίλος πριν μερικούς μήνες και το πρώτο που σκέφτηκα είναι πως υπερβάλει. Τι έκταση, άλλωστε, θα μπορούσε να έχει το φαινόμενο;
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, μόνο στο κέντρο της Αθήνας ο αριθμός των προς εκμίσθωση ακινήτων μέσω AirBnb ανέρχεται πλέον σε 5.127, πριν από 9 μήνες το μέγεθος ήταν κάπου στις 2.500 κατοικίες. Με λίγα λόγια το φαινόμενο αφορά και την Ελλάδα και μάλιστα με όρους κλιμάκωσης.
Δεν μου αρέσει να μεμψιμοιρώ (τουλάχιστον στα άρθρα μου), δεν είμαι τεχνοφοβικός, έχω χρησιμοποιήσει AirBnb και είμαι σίγουρος πως θα ξαναχρησιμοποιήσω χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό που θέλω να καταθέσω είναι ένας προβληματισμός σε σχέση με την διάβρωση που μπορεί να επιφέρει σε ένα κοινωνικό ιστό μια τέτοια διαδικασία. Μια διαδικασία κατά την οποία τα σπίτια είναι δυνάμει ξενώνες, το ιδιωτικό εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε ενοικιαζόμενο και ο μόνιμος κάτοικος σε ιδιοκτήτη-ενοικιαστή. Πώς αντιλαμβάνεσαι μια πόλη ή μια γειτονιά όταν απλά περνάς από αυτήν, όντας ένας αποσπασματικός κάτοικος; Τι θα σήμαινε για μια γειτονιά η πλειοψηφία των σπιτιών της να μετατρέπονταν σε πρόχειρα ξενοδοχεία; Γιατί αν για τις υπόλοιπες πλευρές της κριτικής που μπορεί να δέχεται η AirBnb (οικονομική, θεσμική, όροι ασφάλειας) μια σχετική ρύθμιση από την πλευρά του κράτους μοιάζει ικανή να απαντήσει, δεν έχω δει πουθενά έναν προβληματισμό που θα έρχεται ταυτόχρονα με τις ευκολίες, τον κοσμοπολιτισμό και τα οικονομικά οφέλη που προσφέρει η AirBnb.
Οι πόλεις αλλάζουν με πολλαπλούς τρόπους και μεις καλούμαστε να απαντούμε στα ερωτήματα την ώρα που φυτρώνουν.

(στην Εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Ολα για την Εύα*


Δεν πέρασε καλά καλά μια βδομάδα από το συγκινητικό ξέσπασμα της ευρωβουλευτή της Ελιάς Εύας Καϊλή κατά του υπουργού Σταύρου Κοντονή.
Το άρθρο-ξέσπασμα ξεκίναγε: «Κοντονή ακούς; Κομμουνιστές εγκληματίες σκότωσαν τον παππού μου. Ακούς; Κομμουνιστές εγκληματίες έκαψαν το σπίτι της οικογένειάς μου, αφού το καταλήστεψαν. Φοβισμένες οι γυναίκες του σπιτιού» κτλ.
Και συνέχιζε: «Οι δικές μας ιστορικές μνήμες είναι ριζωμένες μέσα μας, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ενοχλείται από τις εθνικές επετείους, τις παρελάσεις, την ιστορική μνήμη, τη γλώσσα, την παράδοση, την παιδεία, την αριστεία, τα σύμβολα, τις αξίες, αν δεν θέλει να θυμάται, αυτό είναι ύβρη για τους Ελληνες και μετά την ύβρη έρχεται η νέμεσις. Αυτή η θρασύτατη κυβέρνηση, που με εντολές ξένων ξεπουλάει την περιουσία των Ελλήνων, δεν έχει ιδεολογία, παρά μόνο ιδιοτέλεια, ιδεοληπτικές εμμονές και πλάνο αποδόμησης και κατάλυσης του κράτους». Και τελείωνε: «Αυτά, Κοντονή. Ρώτα για να μαθαίνεις».
Το κείμενο προκάλεσε διάφορες αντιδράσεις. Κάποιοι χειροκρότησαν συγκινημένοι, κάποιοι ένιωσαν αμηχανία, η εφημερίδα «Στόχος» το αναδημοσίευσε (Αίμα-τιμή-Εύα Καϊλή, φώναξαν κάποιοι κακοπροαίρετοι) και ο Πολάκης σχολίασε πως το πιθανότερο είναι ο παππούς να ήταν δωσίλογος.
Αλλη μια κουβέντα για τα εγκλήματα του κομμουνισμού ξεκίνησε. Ολα αυτά μέχρι να αποκαλυφθεί από τον Νίκο Μπογιόπουλο πως η Καϊλή ψεύδεται, αφού μια σειρά από δημοσιεύματα για την οικογενειακή της κατάσταση αποδεικνύουν πως ο παππούς της δεν πέθανε στην Κατοχή ή στον Εμφύλιο.
Η ίδια έσπευσε να διευκρινίσει πως δεν σκότωσαν τον παππού της αλλά τον πρώτο άντρα της γιαγιάς της οι κομμουνιστές εγκληματίες (δεν είμαι σίγουρος πως είναι το ίδιο) και πως όλα τα σχόλια, οι διαμαρτυρίες και τα μπινελίκια για το ψέμα κάτω από την ανάρτησή της είναι προϊόντα προκατάληψης και προσπάθειας δολοφονίας χαρακτήρα στο όνομα της ιδεολογίας.
Μέχρι και σήμερα η ευρωβουλευτής περνά σημαντικό χρόνο της ημέρας σβήνοντας σχόλια κάτω από την ανάρτησή της. Υβριστικά και μη.
Φυσικά η ερώτηση που προκύπτει είναι γιατί ασχολούμαστε με όλα αυτά.
Η στάση της Καϊλή, το ύφος και το περιεχόμενο του κειμένου, η χρήση του ψεύδους είναι ενδεικτικά για τους όρους με τους οποίους γίνεται η κουβέντα γύρω από την Ιστορία, την ιδεολογία και τελικά την ίδια την πολιτική και συνδέεται άμεσα με την κουβέντα γύρω από τον αντικομμουνισμό όπως την περιγράψαμε και στο προηγούμενο άρθρο της στήλης.
Το κείμενο επικαλείται ως επιχείρημα την αμηχανία που σου προκαλεί μια προσωπική απώλεια. Μια απώλεια που δεν μπορεί να μπει στη ζυγαριά απέναντι από οποιοδήποτε άλλο επιχείρημα, μιας και οι απώλειες διατάζουνε σιωπή.
Οταν όμως η απώλεια αποδεικνύεται ψευδής, αυτό που παραμένει είναι η διαταγή της σιωπής.
Και η χρήση της εξαπάτησης ως νόμιμου πολιτικού εργαλείου. Στο κείμενο ο αντικομμουνισμός μπαίνει στο ίδιο επίπεδο με τις εθνικές επετείους, τις παρελάσεις, την ιστορική μνήμη, τη γλώσσα, την παράδοση, την παιδεία, την αριστεία, τα σύμβολα, τις αξίες.
Ολα παρατάσσονται στη σειρά προσπαθώντας να προσδιορίσουν τον «κοινό τόπο».
Τα αποδεκτά αυτά χαρακτηριστικά που σε κάνουν «Ελληνα». Ενας αχταρμάς όπου η χαρωπή αφέλεια, το ψεύδος και η σκέψη επιπέδου έκφρασης-έκθεσης Γυμνασίου έρχονται να συναντήσουν την Ακροδεξιά.
Εχει επίσης ενδιαφέρον πως το κείμενο αυτό γράφτηκε από την Καϊλή, πολιτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ.
Ενός κόμματος που δομήθηκε και απέκτησε περιεχόμενο ακριβώς πάνω στη διαχωριστική γραμμή Δεξιάς-Αριστεράς (ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά, μη προνομιούχοι, μια σειρά από ρητορικά και αισθητικά σημεία), με την οικειοποίηση της Αριστεράς και των συνθημάτων της, ενός κόμματος που συνεργάστηκε με τον Μάρκο Βαφειάδη και αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση.
Ενός κόμματος που ταυτόχρονα δημιούργησε έναν αντιπολιτικό πολτό του lifestyle, της κολεγιάς και της εικόνας.
Εναν πολτό μέσα από τον οποίο βγαίνουν τέτοια κείμενα, τέτοιοι τρόποι αντιμετώπισης της Ιστορίας και της ιδεολογίας, τέτοιες πολιτικές ηθικές και στρατηγικές και τέτοιοι πολιτικοί.
*Αναίτια αναφορά στην ταινία «All about Eve» του Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, με πρωταγωνίστρια την Μπέτι Ντέιβις, αποκλειστικά για λόγους εντυπωσιασμού του αναγνώστη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Λαθροθήρες


Αχ θεούλη μου, τι ωραία που θα’ ταν να’ γραφα ένα ποιηματάκι 
Ραυμόν Κενώ


 

Είναι δύσκολο πολύ κανείς
να πιάσει ένα ποίημα
Όλοι το γνωρίζουν
Στα ποιήματα αρέσει
Να μένουν μακριά απ τους ανθρώπους

Από απόσταση τα παρατηρείς και όλα μοιάζουν ήσυχα, μα προσοχή:
Με τις αισθήσεις τεντωμένες,
-ακόμη και τις ώρες που πίνουνε νερό-
Θα αντιληφθούν τον ελάχιστο ήχο,
θα τρέξουνε μακριά από τον θηρευτή
και θα χαθούνε
πίσω απ τη σιωπή.

Τα ποιήματα συνήθως κινούνται κατά μόνας:
Πλάσματα αυτοαναφορικά και εγωιστικά
Μασούν χορτάρι σε σαβάνες και σε μοναξιά.

Το πιο εύκολο:
Να πετύχει κανείς
Ένα σονέτο
Μορφές δυσκίνητες, ανάσες ομοιοκατάλληκτες.
Συνήθως επιλέγουν να μετακινούνται σε αγέλες.

Αφού αιχμαλωτίσεις τα ποιήματα:
Αρχικά τους αφαιρείς το αγκάθι.
Ύστερα τα παραφράζεις
τα επεξηγείς
τα ταξινομείς
Και τ’ αφήνεις να τριγυρνούν
Δίπλα σε βοηθήματα
Και οδηγούς μαγειρικής.

Αν και φιλήσυχα ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος:
Όλα τα βιβλία το γράφουν
Πως πάει καιρός από τότε που ένα ποίημα επιτέθηκε σε ανθρώπους
Ναι, πάει καιρός,
από τότε που τα ποιήματα σκοτώνανε ανθρώπους.

«Σέβομαι τα ποιήματα, γι αυτό και τα σκοτώνω»

Εδώ και χρόνια οι άνθρωποι κυνηγούνε τα ποιήματα

Στην μαύρη αγορά
Πληρώνει κανείς όσο όσο
Προσθέτει κύρος
Είναι ζήτημα κυρίως στυλ και ύφους

Το γόητρο
η μόνιμη έκπληξη
η φαντασμαγορία
Μπροστά στο λογοτεχνικό απόκτημα των ημερών:
Ένα σαλόνι στολισμένο με κεφάλια ποιητών.

(στο περιοδικό Θράκα)