Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Χάρολντ Πίντερ και το Κουρδιστάν


Στις 25 του Σεπτέμβρη, ο χάρτης του κόσμου θα αλλάξει. Ολος ο κόσμος την ημέρα εκείνη θα έχει το βλέμμα του στραμμένο στο βόρειο Ιράκ, στην περιοχή του Κουρδιστάν. Το δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί θα κατοχυρώσει τη δημιουργία ενός καινούργιου κράτους: του Κουρδιστάν.
Ενας αρχαίος λαός επιτέλους βρίσκει καταφύγιο σε ένα -έστω- κομμάτι της περιοχής που του ανήκει. Σίγουρα η επιτυχία μπορεί να φαίνεται μερική αφού το Κουρδιστάν -προς το παρόν- δεν θα περιλαμβάνει τα εδάφη των Κούρδων στην Τουρκία, τη Συρία και το Ιράν.
Σίγουρα η εξέλιξη αυτή δεν θα έρθει χωρίς αντιδράσεις, αφού τα 4 κράτη που κατέχουν κουρδικά εδάφη μόνο να χάσουν έχουν από αυτή την εξέλιξη. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι πως ένας δίκαιος αγώνας δεκαετιών βρίσκει τελικά μια κάποια λύση.
Διαβάζοντας για το επικείμενο δημοψήφισμα, αμέσως μου ήρθε στο μυαλό ο Χάρολντ Πίντερ. Για μένα το απόλυτο πρότυπο θεατρικού συγγραφέα και ταυτόχρονα στρατευμένου συγγραφέα.
Ενας άνθρωπος που δεν δείλιασε να πάρει θέση απέναντι στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία ή στον πόλεμο στο Ιράκ. Ενας άνθρωπος που δεν δείλιασε να μετατρέψει τον λόγο του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ σε πολιτικό μανιφέστο. Ενας άνθρωπος που δεν δείλιασε.
Γιατί αν η δημιουργία του Κουρδιστάν είναι δικαίωση για κάθε Κούρδο σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, είναι ταυτόχρονα δικαίωση για οποιονδήποτε άνθρωπο δεν δείλιασε να μιλήσει, να γράψει και να καταβάλει προσπάθειες γι' αυτόν τον σκοπό. Ο Χάρολντ Πίντερ υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος.
Το 1985 ο Πίντερ και ο Αρθουρ Μίλερ ταξίδεψαν στην Αγκυρα ως αντιπρόσωποι της διεθνούς οργάνωσης συγγραφέων PEN, ώστε να εξακριβώσουν αν γίνονται βασανιστήρια στις τουρκικές φυλακές όπου πολλοί συγγραφείς ήταν φυλακισμένοι.
Το ταξίδι είχε ως αποτέλεσμα να διωχθούν και οι δύο για τις απόψεις τους από το σπίτι του Αμερικανού πρέσβη και να κάνουν ακόμη περισσότερο γνωστή την έλλειψη δημοκρατίας σε μια χώρα όπου οι δημοσιογράφοι και οι συγγραφείς φυλακίζονται. Ταυτόχρονα γέννησε κι ένα από τα λιγότερο γνωστά αλλά πιο άμεσα πολιτικά έργα του Χάρολντ Πίντερ: τη «Βουνίσια γλώσσα».
Η «Βουνίσια γλώσσα» παίχτηκε για πρώτη φορά το 1988 στο Λονδίνο. Σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί «μια παραβολή για τα βασανιστήρια και τη μοίρα του κουρδικού λαού».
Η «Βουνίσια γλώσσα» διαδραματίζεται σε μια ανώνυμη χώρα και περιλαμβάνει τέσσερις σύντομες σκηνές φυλακής. Στην πρώτη, μια ομάδα γυναικών του βουνού περιμένει έξω από τη φυλακή να δει τους άντρες συγγενείς της. Οι γυναίκες περιμένουν 8 ώρες, οι φρουροί βάζουν τα σκυλιά να τις δαγκώσουν. Οι υπεύθυνοι τις ενημερώνουν πως απαγορεύεται να μιλήσουν τη γλώσσα τους. Τη γλώσσα του βουνού.
Σε μια αίθουσα αναμονής μια γυναίκα επισκέπτεται τον γιο της υπό την εποπτεία ενός φρουρού. Η γυναίκα γνωρίζει μόνο τη βουνίσια γλώσσα. Ο φρουρός τη χτυπά. Η γυναίκα λέει στον γιο της: «Ολοι σε περιμένουν». Μια γυναίκα βλέπει τον άντρα της να βασανίζεται από δύο φρουρούς, ενώ οι διάλογοί τους από το παρελθόν ξεχύνονται στην αίθουσα βασανιστηρίων. Ενας φρουρός ενημερώνει μια γριά γυναίκα πως οι κανόνες άλλαξαν. Τώρα μπορεί να μιλήσει τη βουνίσια γλώσσα της. Η γυναίκα μένει σιωπηλή. Το έργο τελειώνει.
Στην ομιλία του κατά την απονομή του Νόμπελ, ο Πίντερ είπε για τη «Βουνίσια γλώσσα»: «Το έργο παραμένει βίαιο, σύντομο και άσχημο. Αλλά οι στρατιώτες στο έργο κάπως το διασκεδάζουν. Ξεχνά κανείς πότε πότε ότι οι βασανιστές βαριούνται εύκολα. Χρειάζεται να γελάνε με κάτι για να ανάβουν τα πνεύματα. Τα περιστατικά στη φυλακή του Αμπού Γκράιμπ στη Βαγδάτη το επιβεβαιώνουν περίτρανα. Η “Βουνίσια γλώσσα” διαρκεί μόνο 20 λεπτά, αλλά θα μπορούσε να συνεχίζεται επί ώρες, ξανά και ξανά, το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται από την αρχή, ξανά και ξανά, τη μια ώρα μετά την άλλη».
Στις 25 του Σεπτέμβρη φαίνεται πως το μοτίβο αυτό εν μέρει θα βρει τη δικαίωσή του και θα παύσει. Αυτό που δεν παύει είναι το παράδειγμα ενός λαού να αγωνίζεται και το παράδειγμα του συγγραφέα να στρατεύεται στον δίκαιο σκοπό.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Ηρακλή σε προσκυνούν πριγκηπομαστούρηδες και αλητοβασιλιάδες*


Στις 6 του Σεπτέμβρη έγινε γνωστό πως η ομάδα του Ηρακλή διαλύεται. Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν το τελευταίο διάστημα για το αντίθετο και τις διαβεβαιώσεις από την πλευρά του μεγαλομετόχου του συλλόγου, Σπύρου Παπαθανασάκη, ότι θα αναλάβει να τρέξει τις οικονομικές υποχρεώσεις, εντούτοις δεν έγινε τίποτα από τα παραπάνω, με συνέπεια το ιστορικό σωματείο να οδεύει προς την οριστική διάλυσή του. Ο Ερασιτέχνης έχει τη σκέψη να αποκτήσει το ΑΦΜ του Ηρακλή Αμπελοκήπων και να οδηγηθεί η ομάδα στην Α1 της ΕΠΣΜ. Μόλις οριστικοποιηθεί η αποχώρηση του Γηραιού, όλα δείχνουν πως πλέον τόσο η Δόξα Δράμας όσο και η ΑΕ Καραϊσκάκης θα προβιβαστούν στη Football League.
Και στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε πως η σχέση μας με το ελληνικό ποδόσφαιρο υποβιβάστηκε από μια σκόρπια παρακολούθηση, σε μια ψύχραιμη αδιαφορία εδώ και καιρό. Όχι προμελετημένη, όχι από άποψη, αλλά από αγνή και ξεκάθαρη βαρεμάρα. Άθλιο θέαμα, στημένα αποτελέσματα, καφρίλες, οπαδιλίκια. Μια συνθήκη που δεν θες να σνομπάρεις, αλλά από την άλλη δεν σου έρχεται κιόλας να απολογηθείς για τους λόγους που σου προκαλούν αυτή τη συμπαγή αδιαφορία. Για κάθε έναν που κάποτε έβλεπε και τώρα δεν βλέπει, που κάποτε υποστήριζε ελαφρώς χλιαρά και τώρα του έμεινε μόνο μια γενικευμένη χλιαρότητα, η επαφή με τη μπάλα γίνεται μέσα από έμμεσους τρόπους. Χαζεύοντας βιντεάκια του παρελθόντος στο youtube, μαθαίνοντας νέα που μπορεί να τους ταιριάζουν, ή φωτογραφίες που μπορεί να του ταιριάζουν. Μια ιστορία παράλληλη με αυτή του γηπέδου, με μικρή συμμετοχή, επιθυμία για αισθητική απόλαυση και μια δόση νοσταλγίας. Θέλω να πω πως όταν δεν συντρέχουν λόγοι να παθιαστείς ή να ακολουθήσεις μια ομάδα, η σχέση σου συχνά γυρνά σε αυτή την επιθυμία και η ένταση που σου έβγαινε όταν έπαιζες μπάλα με τους φίλους σου ή μάζευες χαρτάκια της Panini. Μια αναζήτηση για την τάση σου προς το παιχνίδι χωρίς πολλά συμφραζόμενα. Για το λόγο αυτός κάθεσαι και χαζεύεις βιντεάκια με τον Βασίλη Χατζηπαναγή να τριπλάρει και να ανεμίζει φορώντας τη φανέλα του Ηρακλή. Για τους ίδιους λόγους που ψάχνεις να δεις δηλώσεις του Σάββα Κοφίδη για κάποιο παιχνίδι ή κάποιο πολιτικό γεγονός. Για τους ίδιους λόγους που χαζεύεις φωτογραφίες με ευφάνταστα συνθήματα από τους οπαδούς του Ηρακλή: «Τέσσερα χρόνια λείψαμε, σκατά τα κάνατε», «Εσείς μας ρίξατε στη Γ’ εθνική, γι’ αυτό και μεις σας στείλαμε τρίτο κόμμα στη βουλή» (για την πτώση του ΠΑΣΟΚ), «Refugees welcome, tourists fuck off», «Η αλήθεια Αντώνη βρίσκεται στους sex pistols» (προς τον τότε πρόεδρο της ομάδας Αντώνη Ρέμο), «Φακ δε πολις, gamietai h astynomia», «Μια πόλη, μια ομάδα, μια τζατζίκι, μια πατάτες» (παρωδία συνθήματος του ΠΑΟΚ), «Βολιώτες ψηφοφόροι είστε για τον Μπέο» κτλ.
Και αν όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν περισσότερο κωμικά και να περιγράφουν μια διάθεση που περιγράφει πλαγίως μια πολιτική διάθεση, οι «γριές» δεν δίσταζαν να πάρουν πολλές φορές άμεσα θέση. Όπως πχ την περίοδο του δημοψηφίσματος, όταν η Αυτόνομη Θύρα 10 έβγαζε μια ανακοίνωση υπέρ του «Όχι» που κατέληγε:
«Δεν θέλουμε να μαζεύουμε λεφτά για να βγάζουμε φίλους μας από τα κρατητήρια λόγω χρεών.
Δεν θέλουμε να χάσουμε άλλους φίλους μας, οι οποίοι μετανάστευσαν.
Δεν θέλουμε άλλο τα κανάλια της διαπλοκής να ορίζουν το μέλλον μας.
Δεν θέλουμε άλλη “δημοκρατία” τέτοιου είδους.
Δεν θέλουμε να ξαναδούμε τα ξεπλύματα εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ να στρατεύονται με τους βιομηχάνους, ζητώντας από τον λαό να ψηφίσει αυτά εναντίων των οποίων υποτίθεται αγωνιζόταν με εθιμοτυπικές απεργίες.
Δεν θέλουμε να χαντακωθεί κάθε διεκδίκηση για τις επόμενες δεκαετίες και μάλιστα με την έγκριση του ελληνικού λαού.
Δεν θέλουμε άλλο “σώσιμο”!!!
Με το “Όχι” ο λαός κάνει ένα άλμα προς τα εμπρός, ένα άλμα που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να το εκμεταλλευτεί κανένα κόμμα και καμιά κυβέρνηση, γιατί πολύ απλά το άλμα αυτό ξεπερνά πλέον το πολίτικο σύστημα ολόκληρο.
Με το “Όχι” σπάμε το φόβο και οι κυβερνήσεις φοβούνται τους λαούς που δεν φοβούνται!!!»
Ο Ηρακλής, μια από τις παλαιότερες ελληνικές ομάδες και κυπελλούχος το 1976 , ομάδα με κόσμο και ιστορία, για πολλούς η πιο πανκ ομάδα της χώρας, με παίχτες σαν τον Βασίλη Χατζηπαναγή, τον Σάββα Κωφίδη, τον Χρήστο Κωστή, τον Ιεροκλή Στολτίδη και τον Μιχάλη Κωνσταντίνου, παύει να υπάρχει. Και εδώ καταθέτουμε τη λύπη όλων των απόμακρων και τη συντροφιά του συνθήματος:
«Ήρα κουλτούρα
Σορβόνη και μαστούρα»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Η θεωρία των δύο άκρων, ο αντικομουνισμός και ο θάνατος της λογικής


Τις ίδιες περίπου ημέρες που ο αντικομουνιστικός πυρετός χτύπαγε μια σειρά από μέτωπα, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωνε: «καταδικάζουμε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο αυτή την τεράστια επίδειξη μίσους, δογματισμού και βίας από πολλές πλευρές. Από πολλές πλευρές. Συμβαίνει εδώ και καιρό στη χώρα μας». Ο αξιαγάπητος πρόεδρος αναφερόταν στα γεγονότα του Σάρλοτσβιλ όπου νεοναζί, σκίνχεντς, μέλη της Κου Κλουξ Κλαν, μέλη του κινήματος «Ενώστε τη Δεξιά» («Unite the Right») και άλλες ομάδες ακροδεξιών συγκεντρώθηκαν για να «πάρουν πίσω την Αμερική τους». Αφορμή η μετακίνηση του μνημείου του στρατηγού Robert E. Lee από το Σάρλοτσβιλ, ο οποίος ήταν αρχηγός των δυνάμεων του Νότου στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865) και ήταν υπέρ της δουλείας.
Οι διαδηλωτές συγκρούστηκαν με αντιφασίστες και βρέθηκαν απέναντι σε ομάδες αντιδιαδηλωτών. Ακολούθησαν βία και ξυλοδαρμοί μέχρι που αυτοκίνητο με οδηγό ακροδεξιό έπεσε επάνω σε ειρηνικό πλήθος αντιφασιστών, σκοτώνοντας την 32χρονη Χέδερ Χάϊερ και τραυματίζοντας δεκάδες άλλους. Το πλήθος των ακροδεξιών φώναζε ανάμεσα σε άλλα συνθήματα «Heil Trump». Οι ίσες αποστάσεις που κράτησε ο αμερικανός πρόεδρος, η επιδεικτική απροθυμία να καταδικάσει ξεκάθαρα τους οπαδούς του, έφεραν οργή και επικρίσεις ακόμα και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Παρ όλο που ο Λευκός Οίκος έσπευσε να ανασκευάσει τις δηλώσεις του προέδρου, ο ίδιος με μήνυμά του στο twitter λίγες μέρες μετά είπε: «Λυπάμαι πολύ να βλέπω την ιστορία και τον πολιτισμό της σπουδαίας χώρας μας να ξεριζώνεται μαζί με την απομάκρυνση των όμορφων αυτών αγαλμάτων. Δεν μπορείς να αλλάξεις την Ιστορία, αλλά μπορείς να πάρεις μαθήματα από αυτή. Ρόμπερτ Λι, Στοουνγουόλ Τζάκσον, ποιος θα είναι ο επόμενος, ο Ουάσινγκτον, ο Τζέφερσον; Τι ανοησία. Επιπλέον αφαιρείται η ομορφιά από τις πόλεις μας, τα χωριά μας και τα πάρκα. Θα μας λείψουν πολύ και ποτέ δεν θα αντικατασταθούν». Η «ομορφιά» που αναφέρει εδώ ο πρόεδρος είναι η ακροδεξιά παράδοση των Ηνωμένων Πολιτειών, η δουλεία, οι σκλάβοι στα μπαμπακοχώραφα, οι νεκροί στα αμπάρια των πλοίων.
Η ίδια η υπόθεση αποκτά ειδικό ενδιαφέρον, ακριβώς, γιατί συμπίπτει χρονικά με την κουβέντα για τον αντικομουνισμό, την ταύτιση κομουνισμού και ναζισμού και γενικότερα την αναβίωση της θεωρίας των δύο άκρων στον δικό μας δημόσιο λόγο. Την ίδια ώρα που η θεωρία των δύο άκρων στην Ελλάδα διατυπωνόταν επικαλούμενη τη δήθεν ιστορική της προέλευση, στην Αμερική βλέπαμε την πολιτική της εφαρμογή. Η ίδια λογική που εξισώνει το φασίστα με τον αντιφασίστα ταυτίζει τον κομουνιστή με τον νενοναζί. Σε ιστορικό, αλλά και σε σύγχρονο πολιτικό επίπεδο. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι πως ο Τραμπ στις δηλώσεις του χρησιμοποιεί την ιστορία ακριβώς για να δικαιώσει το ένα από τα άκρα που περιέγραψε. Γιατί, όπως βλέπουμε εδώ και τόσο καιρό, η θεωρία των δύο άκρων δεν έχει ποτέ της ως στόχο την ακροδεξιά. Έχει πάντοτε ως στόχο την αριστερά. Μπορεί κάποιος άνετα να είναι ακροδεξιός όπως ο Τραμπ ή ο Άδωνις Γεωργιάδης και να χρησιμοποιεί την πιο ριζοσπαστική εκδοχή της δική του ιδεολογίας (τον Ναζισμό), ώστε να καταδικάσει την αριστερά ή το κίνημα τον αντιφασιστών.

Πολύ συχνά λοιπόν, ο αντικομουνισμός δεν είναι μια πράξη κατά ενός ολοκληρωτισμού (όπως ο ίδιος επικαλείται), αλλά μια ολοκληρωτική πράξη με βασικό επιχείρημα την αντίθεση στον ολοκληρωτισμό. Τα λογικά άλματα, η επιλεκτική επίκληση ιστορικών γεγονότων, η παράφραση ιδεολογιών και απόψεων, η συνειδητή απόκρυψη δεδομένων δεν μπορούν να αποτελούν κομμάτι μιας συζήτησης. Περιγράφουν το θάνατο της λογικής ως προνομιακό πεδίο ανάπτυξης του σύγχρονου πολιτικού λόγου. Με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν τα Fake News που έφεραν τον Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία, με το ίδιο τρόπο που ο παππού της Εύας Καϊλή (ο οποίος τελικά δεν ήταν παππούς της, αλλά πρώην άντρας της γιαγιάς της ή κάτι τέτοιο) εκτελέστηκε από τους κομουνιστές. Καμία λογική, καμία απόδειξη δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το πρόσωπο που εκφέρει τον λόγο και ο τρόπος που διαχειρίζεται το θόρυβο που ο λόγος αυτός γεννά. Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, αυτό που γεννάται είναι ένα ατελείωτο νεκροταφείο επιχειρημάτων και τελικά ο ίδιος ο τάφος του πολιτικού ή ιστορικού επιχειρήματος.
(στην εφημερίδα Εποχή)

Στην ουρά


Είναι Τετάρτη ενώ αναμένεις στην ουρά. Κόσμος μπροστά και κόσμος πίσω. Μια μακρά ευθεία ανθρώπων, με κατεύθυνση, παλμό και στόχο. Ευθεία οριζόντια αποτελούμενη από κάθετα μέρη. Συνεχώς αποχωρίζεται τα στοιχεία που την αποτελούν, συνεχώς αποκτά νέα.
Η ύπαρξή της, η επιτυχία της είναι μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που χάνει και τους νέους που έρχονται. Οι στιγμές της στασιμότητας αποτελούν τον θρίαμβό της, όταν η αφαίρεση αφαιρείται από τη ροή της ουράς και η πρόσθεση συνεχώς της φέρνει νέα κομμάτια.
Γιατί ο στόχος της ουράς δεν είναι να εξυπηρετήσει· ο στόχος της ουράς δεν είναι λειτουργικός. Είναι η αυτοσυντήρησή της, η ύπαρξή της ανάμεσα σε ανθρώπους που έρχονται και ανθρώπους που φεύγουν.
Γιατί η ουρά δεν αποτελείται από ανθρώπους (αφού αυτός που μόλις μπήκε θα είναι αυτός που σε λίγο θα φύγει). Η ουρά αποτελείται από στάσεις. Από παύσεις διαδρομής. Από ένα «περίμενε» που μέχρι να το ενσαρκώσεις το έχεις τινάξει από πάνω σου.
Είναι Πέμπτη και βρίσκεσαι ακόμη στην ίδια ουρά. Η ταχύτητα της διαδοχής είναι τόσο αργή που δεν είσαι σίγουρος αν η ουρά κινείται.
Στις ουρές περιμένεις, σ' αυτές που νομοθετούν τον σπαταλημένο χρόνο μας. Με τρόπο τέτοιο που πρώτα να γίνεται αντιληπτή η ενσάρκωση της σπατάλης και πολύ μετά η ουσία της.
Σε κάθε ουρά περιμένουμε στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα. Μια επικύρωση του γεγονότος πως ο χρόνος περνά, πως υπάρχουν τρόποι να τον εκμεταλλευτείς και να τον αξιοποιήσεις και πως σίγουρα ο τρόπος αυτός της ουράς δεν είναι ένας από αυτούς.
Τώρα είναι Τρίτη. Και συ θα στοιχημάτιζες πως ήρθες στην ουρά Τετάρτη. Πως σίγουρα από τη στιγμή που ήρθες έχουν περάσει τουλάχιστον δύο μέρες. Πως στέκεσαι εδώ αρκετά ώστε να ξέρεις πως δεν είναι Τρίτη.
Και όμως, συνειδητοποιείς πως ο χρόνος της ουράς δεν είναι ο έξω χρόνος. Αλλά ένας χρόνος που η ίδια η ουρά επιλέγει και επιβάλλει.
Το μόνο σίγουρο είναι πως είναι Τρίτη. Το κινητό σου το επιβεβαιώνει, οι γύρω σου συνηγορούν υπέρ του γεγονότος, όλα δείχνουν την ημέρα αυτή ως βεβαιότητα.
Και ακόμα κι αν αμφιβάλλεις, μουδιασμένος καθώς είσαι απ' όλα τα λεπτά της αναμονής που με δύναμη πέφτουν στο πρόσωπό σου, είσαι έτοιμος να δεχτείς οτιδήποτε. Και προσπαθείς να ξηλώσεις τον χρόνο, να περάσουν οι ώρες, να περάσουν τα λεπτά της αναμονής.
Ακόμα και αν έχεις περάσει από τόσες και τόσες ουρές στη ζωή σου, δεν είσαι ποτέ έτοιμος. Τίποτα δεν σε έχει προετοιμάσει για την αναμονή της ουράς. Δεν ανέπτυξες ποτέ καμία δεξιοτεχνία ώστε να μάθεις να εκμεταλλεύεσαι τον χρόνο της. Και τότε αρχίζεις να αναπολείς.
Και καταλήγεις να σκέφτεσαι όλες τις ουρές στις οποίες περίμενες για τόσους διαφορετικούς λόγους. Αλλά ο λόγος πάντα φθίνει στη μνήμη.
Δεν θυμάσαι το γιατί, τον στόχο που σε έφερε σε αυτή την ορθοστασία. Το μόνο που θυμάσαι είναι οι ουρές. Ολες αυτές οι ουρές που κυκλώνουν τον χρόνο σου απειλητικά σαν να επιθυμούν να του επιτεθούν, σαν να επιθυμούν να τον υποτάξουν. Και τότε καταλαβαίνεις πως δεν υπήρξαν ποτέ ουρές. Πως ήταν πάντοτε η ίδια η ουρά στην οποία περίμενες.
Ω, δεν θα ήταν όμορφη μια προαποφασισμένη συμφωνία; Σε όλη μας τη ζωή να μην περιμέναμε ποτέ μας στην ουρά. Και μόνο καθώς πλησιάζουμε προς το τέλος του βίου μας, όλος ο χρόνος της αναμονής, όλος ο χρόνος που θα περιμέναμε στις ουρές να ερχόταν ολόκληρος σαν τελική υποχρέωση.
Να περιμέναμε σε μία και μόνο ουρά (που θα περιείχε όλη την ποσότητα ουρών που αποφύγαμε στη ζωή μας), η οποία θα τελειώνει ταυτόχρονα με τον βίο μας.
Ναι, μια τέτοια συμφωνία θα έκανε την αναμονή μας στην ουρά σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα. Ακόμη και αν ο χρόνος που μας περίσσεψε -ο χρόνος αυτός της πρώτης, της τελευταίας και ταυτόχρονα της μόνης ουράς- είναι μια ατελείωτη Τετάρτη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Το ψεύδος ως είδηση, η είδηση ως ψεύδος


«Σάλο έχει προκαλέσει η απόφαση της υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Ολγας Γεροβασίλη, να συμπεριλάβει επίδομα χειρισμού σφραγίδας για τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα, σε νομοσχέδιο που έρχεται προς ψήφιση στη Βουλή».
Η είδηση έκανε τον γύρο του διαδικτύου, μπήκε στον έντυπο «Βηματοδότη», στο «Πρώτο Θέμα», στον «Ελεύθερο Τύπο», στην «Athens Voice» και στο iefimerida.
Προφανώς η είδηση ήταν ψευδής. Ξεκίνησε πριν από κάποιους μήνες από το σατιρικό σάιτ ψευδών ειδήσεων «το βατράχι», αναπαράχθηκε χωρίς κριτική και μεταμορφώθηκε σε πραγματική είδηση.
Το υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης τη διέψευσε, αφού πρώτα είχε γίνει ο κακός χαμός στο διαδίκτυο.
Η καθαυτό είδηση δεν έχει τόση σημασία όση έχουν αυτά που η συγκεκριμένη ιστορία αναδεικνύει: τον ρόλο και τη σημασία της πληροφορίας και της διαχείρισής της, την κατάσταση της δημοσιογραφίας, την ανάδειξη των «fake news» σε πολιτικό εργαλείο αλλά και την υφή των ίδιων των ειδήσεων.
Ενδεικτική η στάση του ΣΚΑΪ που ουσιαστικά υποστήριξε πως δεν έχει σημασία το γεγονός πως το δημοσίευμα είναι ψεύτικο αλλά πως ουσιαστικά θα μπορούσε να είναι αληθινό, μια και η συγκεκριμένη κυβέρνηση τέτοια κάνει.
Ουσιαστικά οι δημοσιογράφοι ψάρεψαν «αληθινότητα» από μια είδηση που οι ίδιοι έλεγαν πως είναι ψευδής, ενώ στη συνέχεια έμοιαζαν να αμφιβάλλουν για τους εαυτούς τους.
Τελικά, η συζήτηση κατέληξε με τον Αρη Πορτοσάλτε να ειρωνεύεται τους δημόσιους υπαλλήλους και να κάνει λόγο για το αίσχος του δημόσιου τομέα.
Εκεί που θα κατέληγε, δηλαδή, η συζήτηση αν η είδηση ήταν αληθινή, οι παρουσιαστές, ενσαρκώνοντας ουσιαστικά τους ρόλους τους χωρίς κουστούμια, ανέβασαν δημοσίως για όλους εμάς την παράσταση με τίτλο: «Μην αφήνεις την αλήθεια να σου χαλάσει μια καλή ιστορία».
Θα μπορούσαμε να δούμε την όλη ιστορία ως ενδεικτική για τον τρόπο που τα κυρίαρχα μέσα αντιμετωπίζουν τους πολιτικούς τους εχθρούς. Είναι ακόμα πιο ενδεικτική για το είδος μιας συγκεκριμένης δημοσιογραφίας σε μια συγκεκριμένη εποχή.
Οι ειδήσεις των πηχυαίων τίτλων ζητούν να προσφέρουν δράμα και όχι πληροφόρηση. Συγκίνηση, οργή, σκανδαλισμό, δάκρυα. Το σχήμα της είδησης ζωγραφίζεται αποκλειστικά από το θυμικό.
Από την είδηση που θα κερδίσει το μάτι στην ταχύτατη ροή της διαδικτυακής πληροφόρησης.
Και αν δεχτούμε πως κάθε είδηση τονίζεται ή υποβαθμίζεται, αποκτά εστίαση σε συγκεκριμένες της λεπτομέρειες, τιτλοφορείται με συγκεκριμένους όρους κτλ., τότε συνειδητοποιούμε εύκολα πως το ποσοστό αλήθειας μιας είδησης είναι απλώς ένα στοιχείο ανάμεσα στα άλλα· ένα στοιχείο που (όπως αποδεικνύει και η πρόσφατη ιστορία από το «βατράχι») μπορεί και να λείπει.
Στη διπλή τους κίνηση τα fake news μετατρέπουν το ψεύδος σε είδηση και την κάθε είδηση σε ψεύδος.
Και κάτι τέτοιο δεν αποτελεί απλώς μια «τεχνική δυσκολία» μιας νέας εποχής, ούτε ένα χαρακτηριστικό των ειδησεογραφικών κέντρων που είτε από δόλο είτε από αδυναμία καταλήγουν στην παραπληροφόρηση.
Το θέμα είναι πολιτικό, ηθικό σχεδόν οντολογικό για την ίδια τη σημασία της αλήθειας στις σύγχρονες κοινωνίες.
Τα «fake news» παραμένουν ακόμα κι όταν διαψευστούν. Ως υπονοούμενα, ως χθεσινές αναρτήσεις, ως μια φήμη που θα ανασυρθεί σε κάποια μελλοντική κουβέντα.
Ζητούν χώρο εντός του αληθινού ακόμα κι αν διαψευστούν, υπάρχουν ως αποδείξεις ακόμη κι όταν δεν αποδεικνύουν, επιτελούν τον στόχο τους ακόμα κι όταν δεν είναι ειδήσεις.
Η περίπτωση της Ηριάννας είναι ενδεικτική για τον ρόλο που μπορεί να παίξει μια ψευδής είδηση.
Το γεγονός πως το επώνυμό της ήταν ίδιο με αυτό υφυπουργού του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αρκετό ώστε η ίδια να βαφτιστεί συγγενής του και τελικά, μέσα από αέναες συζητήσεις και χυδαιολογίες, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως η Αριστερά ταυτίζεται με την τρομοκρατία.
Το γεγονός πως η ίδια η κοπέλα δεν έχει σχέση ούτε με την τρομοκρατία ούτε με τον υφυπουργό δεν παίζει απολύτως κανέναν ρόλο.
Η «είδηση» έπαιξε τον ρόλο της, το υπονοούμενο έμεινε και καλό θα είναι να θυμόμαστε τη συγκεκριμένη σπέκουλα και να δούμε τι ρόλο θα παίξει στην απόφαση του δικαστηρίου τον Σεπτέμβριο.
Γιατί αυτό που είναι τελικά ψεύτικο στα «fake news» είναι η αλήθεια που περιέχουν. Η αλήθεια που δημιουργούν ως αποτέλεσμα, είναι απολύτως πραγματική.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τα Εξάρχεια, η Βαρκελώνη, και η φαντασιακή γεωγραφία της ανομίας


Στο σκεπτικό της απόφασης, για την Ηριάννα και τον Περικλή ως ενοχοποιητικό στοιχείο εμφανίζονται κάποια ταξίδια στο εξωτερικό και κυρίως αυτό στη Βαρκελώνη: «Γίνονται ταξίδια στο εξωτερικό, όπως στη Βαρκελώνη του Περικλή Μπ. και του Κωνσταντίνου Π. (συντρόφου της Ηριάννας που έχει αθωωθεί), αδικαιολόγητα, όχι για αναψυχή, ήτοι σε πόλη της Ισπανίας που είναι γνωστή για την εκεί δράση ανάλογων τρομοκρατικών οργανώσεων».
Το συγκεκριμένο απόσπασμα λειτουργεί διαλεκτικά με την απόφαση την οποία υποστηρίζει. Η αντίθεση ανάμεσα στη σοβαρότητα που έχουν οι επιπτώσεις μιας τέτοιας απόφασης για τη ζωή δύο νέων ανθρώπων, και τη γελοιότητα του σκεπτικού, δημιουργεί ένα μείγμα οργής, απόγνωσης και χλευαστικού γέλιου. Τι άλλο, όμως, σηματοδοτεί η περιγραφή μιας πόλης, όπως η Βαρκελώνη, ως άντρο τρομοκρατίας και καθιστά μια επίσκεψη στην πρωτεύουσα της Καταλονίας ικανοποιητικό στοιχείο καταδίκης; Τι υπάρχει πίσω από τη γελοιότητα;
Η Βαρκελώνη στη συγκεκριμένη πρόταση παίζει το ρόλο μιας αναβαθμισμένης αναφοράς στα Εξάρχεια. Αναφορά σε έναν τόπο που στο φαντασιακό δικαστών, δημοσιογράφων συγκεκριμένων εντύπων ή φαιδρών πολιτικών, ταυτίζεται με πράξεις ανομίας, κοινωνικής έκρηξης και αναταραχής. Στην πραγματικότητα ούτε η Βαρκελώνη, ούτε τα Εξάρχεια είναι υπαρκτοί γεωγραφικοί προσδιορισμοί. Είναι ένας μη-τόπος, μια φαντασιακή γεωγραφία ανεστραμμένων αξιών. Περιοχές οικοδομημένες από στερεότυπα, φήμες, μυθολογικές κατασκευές όμοιες με πολιτικά Σόδομα και Γόμορρα. Για τον λόγο αυτό οι απόψεις, η αρθρογραφία, ακόμα και οι αναφορά σε συζητήσεις, δεν οφείλουν να έχουν αποδεδειγμένα στοιχεία. Στη Βαρκελώνη κατοικούν αποκλειστικά τρομοκράτες, με τον ίδιο τρόπο που τα Εξάρχεια δεν έχουν σούπερ μάρκετ ή τράπεζες (σύμφωνα με παλαιότερο κείμενο-ρεπορτάζ της Καθημερινής, ή του Protagon ή κάποιου αντίστοιχου φιλελέ κόμβου). Τίποτα δεν χρειάζεται να αποδειχτεί ή να έχει σχέση με την πραγματικότητα, αφού δεν μιλάμε για έναν υπαρκτό τόπο. Τα Εξάρχεια, η Βενεζουέλα, η Κούβα, η Βόρεια Κορέα, οι περιοχές ελεύθερου κάμπινγκ, οι καταλήψεις στέγης, αποτελούν έναν ενιαίο τόπο. Μια περιοχή όπου οι εκάστοτε χρήστες της περιγραφής εντάσσουν μέσα της τόσο το φόβο όσο και την ανεστραμμένη τους επιθυμία. Στον τόπο αυτό οι αναρχικοί πετούν από ταράτσα σε ταράτσα, οι σκύλοι είναι εκπαιδευμένοι να επιτίθενται σε αστυνομικούς και τα πάντα φλέγονται. Εδώ η πρέζα είναι το ίδιο με την πολιτική, κάτι κακό με το οποίο δεν πρέπει να έρθεις σε επαφή. Εδώ άρρωστα μυαλά γράφουν τα εγκλήματα που θα διαπράξουν σε μορφή διηγήματος και τα εκδίδουν. Εδώ κάποιοι απεργάζονται την καταστροφή κρατών και κυβερνήσεων, ησυχίας και τάξης.
Όλη αυτή η μυθοποιητική παράμετρος δεν περιγράφει μόνο απόσταση από την πραγματικότητα και σκοταδισμό. Εμπεριέχει ουσιαστικά και μια επιθυμία προς το μυθικό αυτό τόπο. Με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε το Μεξικό σε κάθε παλιό γουέστερν, με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε ο κόσμος των «ευγενών αγρίων» για την παλαιά Ευρώπη. Ένας τόπος που στην πραγματικότητα θαυμάζεις, αφού στο φαντασιακό σου περιγράφει την αντιστροφή της μιζέριας σου, την άρση των κανόνων και των σκληρών κολάρων που έδωσαν σχήμα στη ζωή σου. Ένας τρόπος που για αυτόν ακριβώς το λόγο θες να υποτάξεις και να εξαφανίσεις.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά στο εξής παράδοξο: από τη μία αυτός ο μυθοποιημένος κόσμος να μην υπάρχει στην πραγματικότητα, και από την άλλη όποιος κατοικεί στον τόπο αυτό (σύμφωνα με την κρίση των εκάστοτε) να καταγράφεται ως εχθρός και να καταδικάζεται.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Ιπτάμενη ορθοστασία


Την έγκριση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας της Ιρλανδίας περιμένει η αεροπορική εταιρία χαμηλού κόστους, Ryanair, με σκοπό να συμπεριλάβει στις πτήσεις της όρθιους επιβάτες. Οι επιβάτες θα κάθονται σε ειδικά διαμορφωμένα σκαμπό και θα έχουν ζώνη στη μέση τους. Όσοι προτιμήσουν τη συγκεκριμένη προσφορά θα έχουν έκπτωση από 20% ως 50%.
Ο διευθύνων σύμβουλος, Μάικλ Ο’ Λίρι, τόνισε πως εφόσον το αίτημά του λάβει έγκριση από την αρμόδια αρχή, ο ίδιος θα παραγγείλει αρκετά «τροποποιημένα» αεροσκάφη νέας γενιάς, με χώρους για ορθίους και σκαμπό. Όπως υπολογίζεται θα αυξηθεί ο τυπικός χώρος επιβατών ενός αεροσκάφους μεσαίου μεγέθους κατά 50% και το κόστος λειτουργίας κάθε αεροπλάνου θα μειωθεί κατά 25% περίπου.
Το μέτρο δεν είναι κάτι τελείως νέο. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία κατασκευής αεροσκαφών, Airbus. δημιούργησε πρώτη φορά αυτόν τον τύπο θέσης το 2003. Από τότε έγιναν αρκετές προσπάθειες προώθησης της συγκεκριμένης θέσης σε αγορές της Ασίας και της Ευρώπης χωρίς αποτέλεσμα. Απ’ όσο, όμως, φαίνεται, η πρόταση μοιάζει πιο κοντά στην υλοποίησή της από ποτέ.
Η κίνηση μπορεί να ιδωθεί ως μια από τις κινήσεις εξοικονόμησης που επιφέρουν κέρδη στις διάφορες αεροπορικές εταιρείες. Λεπτότερες άρα περισσότερες θέσεις, ειδικές ρήτρες σε σχέση με το check-in, προσφορές, ειδική πολιτική για τις χειραποσκευές κτλ.

Παρόλαυτα η πρόταση δεν εκπροσωπεί μια νέα πατέντα, απλώς ένα τρόπο για την εταιρία να εξοικονομήσει περισσότερα λεφτά. Στην πραγματικότητα περιγράφει έμπρακτα ένα διαχωρισμό. Με τον ίδιο τρόπο που εντός της καμπίνας του αεροσκάφους υπάρχει η πρώτη και η οικονομική θέση. Αν, όμως, αυτός ο διαχωρισμός δημιουργήθηκε σε μια περίοδο όπου διευρυμένες μάζες είχαν την δυνατότητα να ταξιδέψουν με αεροπλάνο και να απολαύσουν ισότιμα τις υπηρεσίες, η νέα ρύθμιση έρχεται σε μια τελείως διαφορετική εποχή. Η βασική διαφορά είναι πως οι θέσεις όρθιων και οι οικονομικές θέσεις (σε αντίθεση με την α’ θέση) είναι μαζικές. Άρα ο διαχωρισμός δεν περιγράφει κάποιους που επιλέγουν να μείνουν εκτός συνόλου. Αντίθετα περιγράφει τη διάσπαση του συνόλου και την ορατή του περιγραφή με οικονομικά κριτήρια.
Ο διαχωρισμός αυτός εντός της κατανάλωσης ενός προϊόντος ίσως να μην μοιάζει σημαντικός. Στην πραγματικότητα, όμως, περιγράφει την ένταξη και εκμετάλλευση μίας κατάστασης άρα ουσιαστικά και την καταγραφή της ως δεδομένης. Όσο και να μοιάζει τραβηγμένο, το νέο μέτρο περιγράφει τη διάσπαση της μεσαίας τάξης (και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο) και τη φτωχοποίηση ενός σημαντικού κομματιού της (αν όχι της πλειοψηφίας). Με τον τρόπο αυτό η εταιρεία διευκολύνει τα φτωχοποιημένα στρώματα, αναγνωρίζοντας τη δυναμική της αύξησης της φτωχοποίησης. Δεν μειώνει τα εισιτήρια, αλλά αφαιρεί τις ανέσεις. Με τον τρόπο αυτό οι επιβάτες της οικονομικής θέσης αναβαθμίζονται (ενώ μένουν σταθεροί) ενώ οι μακάριοι προνομιούχοι της πρώτης θέσης γίνονται πια αριστοκρατία.

Στην πραγματικότητα, όμως, το δώρο προς την εταιρεία, προς τους επιβάτες δεν είναι η οικονομική όρθια θέση με μικρότερο αντίτιμο αλλά η δημιουργία αυτής της μεσαίας θέσης. Της θέσης αυτής που σε κάνει να ανακουφίζεσαι επειδή δεν είσαι όρθιος και κρυφά να επιθυμείς την άνοδό σου στην α’ κατηγορία. Η υπενθύμιση πως υπάρχουν χειρότερα, πως αν δεν δουλέψεις περισσότερο και αν δεν κινηθείς σωστά μπορεί να εξοριστείς στην ορθοστασία. Η υπενθύμιση πως τα πάντα είναι ρευστά και πως η ταξική κινητικότητα ισχύει πια πλειοψηφικά προς τα κάτω.
Η θέση όρθιων είναι το μαστίγιο της γαλέρας που κάνει το αεροπλάνο να κινείται. Και αυτός που τραβάει κουπί είναι τελικά ο πανικός των πάλαι ποτέ «κανονικών επιβατών». Δηλαδή όλων μας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

AirBnb: ο διαμοιρασμός και η διάβρωση


«Πολλοί από τους φίλους μου νοικιάζουν το σπίτι τους μέσω AirBnb για ένα μήνα και το μήνα εκείνο φιλοξενούνται σε φίλους ή συγγενείς τους. Είναι ένας τρόπος για ένα επιπλέον εισόδημα». Αυτό μου έλεγε φίλη από το Παρίσι περιγράφοντας ένα νέο χαρακτηριστικό μιας αιώνιας πόλης. Προφανώς η ενοικίαση μέσω AirBnb δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που αφορά αποκλειστικά το Παρίσι, αλλά ουσιαστικά κάθε δυτική πόλη (ή τόπο διακοπών). Πολλοί από μας είδαν αυτές τις ενοικιάσεις ως έναν νέο εύκολο τρόπο, ώστε να αποφύγεις τις υπέρογκες τιμές των ξενοδοχείων, να βιώσεις μια πόλη με τρόπο πιο αληθινό, μακριά από την αποστείρωση της ρεσεψιόν ή το άβολο των Hostels. Κάποιοι άλλοι ως τρόπο για κάποια έξτρα χρήματα, σε μια περίοδο που δεν αφήνει διεξόδους. Και όπως κάθε καινοτομία, υποδεχτήκαμε την AirBnb σαν ένα νέο μαγικό εργαλείο που μας απελευθερώνει από δυσκολίες, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την τεχνική μας εξοικείωση με τον υπέροχο νέο κόσμο. Και μέσα στη βιασύνη και τον ενθουσιασμό ξεχάσαμε να σκεφτούμε πως κάθε τι έρχεται συνήθως και με τις αρνητικές του επιπτώσεις.

H AirBnb (Airbedandbreakfast) είναι ιστοσελίδα καταχώρησης, εύρεσης και ενοικίασης καταλυμάτων. Η πλατφόρμα φέρνει σε επικοινωνία τον οικοδεσπότη με τον πελάτη, ενώ είναι ταυτόχρονα υπεύθυνη για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας της κράτησης. Ο καθένας είναι ελεύθερος να νοικιάσει το σπίτι του για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παρουσιάζοντάς το σε ένα κοινό εκατομμυρίων χρηστών.
Η AirBnb εντάσσεται στην καινοτομία της οικονομίας του διαμοιρασμού. Μέσω του διαδικτύου και αποφεύγοντας τη γραφειοκρατία, τους φόρους κτλ κάποιος μπορεί νοικιάσει παροχές, υπηρεσίες και αντικείμενα σε προσιτές τιμές κάτω από συγκεκριμένους όρους. Καταλύματα στην AirBnb, ερασιτέχνες ταξιτζήδες στην Uber, ποδήλατα στη Liquid, φαγητό από ερασιτέχνες μάγειρες στη Cookisto και πάει λέγοντας. Η οικονομία του διαμοιρασμού είναι ένας νέος κόσμος ορισμένος με βάση τις ανάγκες και τις δεξιότητες μιας νέας εποχής. Οι δυνατότητες της νέας τάσης μοιάζουν να μην εξαντλούνται και τα οφέλη είναι άλλωστε πολλά. Κοινωνικά, οικονομικά ακόμη και οικολογικά. Όπως όμως είπαμε κάθε τι έχει και τις επιπτώσεις του.

«Η Λισαβόνα ήταν το κοινό μυστικό της Ευρώπης. Μια πανέμορφη πόλη που μπορεί να μην ήταν τουριστικός προορισμός, όπως η Βαρκελώνη ή το Βερολίνο, αλλά μια πόλη που ήξερε να μαγεύει με τους όρους που η ίδια έθετε. Με τις γειτονιές, τους δρόμους και τα σπίτια της. Σήμερα η Λισαβόνα μοιάζει με διάδρομο χρηστών AirBnb. Πριν μερικούς μήνες παραπάνω από τα μισά διαμερίσματα της πολυκατοικίας στην οποία μένω, ενοικιάστηκαν. Για ένα μήνα δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε από τα καθημερινά πάρτι. Είναι μέρες που η πόλη μοιάζει ξένη. Πρώτη φορά σκέφτομαι να μετακομίσω στην επαρχία». Αυτό μου έλεγε ένας πορτογάλος φίλος πριν μερικούς μήνες και το πρώτο που σκέφτηκα είναι πως υπερβάλει. Τι έκταση, άλλωστε, θα μπορούσε να έχει το φαινόμενο;
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, μόνο στο κέντρο της Αθήνας ο αριθμός των προς εκμίσθωση ακινήτων μέσω AirBnb ανέρχεται πλέον σε 5.127, πριν από 9 μήνες το μέγεθος ήταν κάπου στις 2.500 κατοικίες. Με λίγα λόγια το φαινόμενο αφορά και την Ελλάδα και μάλιστα με όρους κλιμάκωσης.
Δεν μου αρέσει να μεμψιμοιρώ (τουλάχιστον στα άρθρα μου), δεν είμαι τεχνοφοβικός, έχω χρησιμοποιήσει AirBnb και είμαι σίγουρος πως θα ξαναχρησιμοποιήσω χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό που θέλω να καταθέσω είναι ένας προβληματισμός σε σχέση με την διάβρωση που μπορεί να επιφέρει σε ένα κοινωνικό ιστό μια τέτοια διαδικασία. Μια διαδικασία κατά την οποία τα σπίτια είναι δυνάμει ξενώνες, το ιδιωτικό εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε ενοικιαζόμενο και ο μόνιμος κάτοικος σε ιδιοκτήτη-ενοικιαστή. Πώς αντιλαμβάνεσαι μια πόλη ή μια γειτονιά όταν απλά περνάς από αυτήν, όντας ένας αποσπασματικός κάτοικος; Τι θα σήμαινε για μια γειτονιά η πλειοψηφία των σπιτιών της να μετατρέπονταν σε πρόχειρα ξενοδοχεία; Γιατί αν για τις υπόλοιπες πλευρές της κριτικής που μπορεί να δέχεται η AirBnb (οικονομική, θεσμική, όροι ασφάλειας) μια σχετική ρύθμιση από την πλευρά του κράτους μοιάζει ικανή να απαντήσει, δεν έχω δει πουθενά έναν προβληματισμό που θα έρχεται ταυτόχρονα με τις ευκολίες, τον κοσμοπολιτισμό και τα οικονομικά οφέλη που προσφέρει η AirBnb.
Οι πόλεις αλλάζουν με πολλαπλούς τρόπους και μεις καλούμαστε να απαντούμε στα ερωτήματα την ώρα που φυτρώνουν.

(στην Εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Ολα για την Εύα*


Δεν πέρασε καλά καλά μια βδομάδα από το συγκινητικό ξέσπασμα της ευρωβουλευτή της Ελιάς Εύας Καϊλή κατά του υπουργού Σταύρου Κοντονή.
Το άρθρο-ξέσπασμα ξεκίναγε: «Κοντονή ακούς; Κομμουνιστές εγκληματίες σκότωσαν τον παππού μου. Ακούς; Κομμουνιστές εγκληματίες έκαψαν το σπίτι της οικογένειάς μου, αφού το καταλήστεψαν. Φοβισμένες οι γυναίκες του σπιτιού» κτλ.
Και συνέχιζε: «Οι δικές μας ιστορικές μνήμες είναι ριζωμένες μέσα μας, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ενοχλείται από τις εθνικές επετείους, τις παρελάσεις, την ιστορική μνήμη, τη γλώσσα, την παράδοση, την παιδεία, την αριστεία, τα σύμβολα, τις αξίες, αν δεν θέλει να θυμάται, αυτό είναι ύβρη για τους Ελληνες και μετά την ύβρη έρχεται η νέμεσις. Αυτή η θρασύτατη κυβέρνηση, που με εντολές ξένων ξεπουλάει την περιουσία των Ελλήνων, δεν έχει ιδεολογία, παρά μόνο ιδιοτέλεια, ιδεοληπτικές εμμονές και πλάνο αποδόμησης και κατάλυσης του κράτους». Και τελείωνε: «Αυτά, Κοντονή. Ρώτα για να μαθαίνεις».
Το κείμενο προκάλεσε διάφορες αντιδράσεις. Κάποιοι χειροκρότησαν συγκινημένοι, κάποιοι ένιωσαν αμηχανία, η εφημερίδα «Στόχος» το αναδημοσίευσε (Αίμα-τιμή-Εύα Καϊλή, φώναξαν κάποιοι κακοπροαίρετοι) και ο Πολάκης σχολίασε πως το πιθανότερο είναι ο παππούς να ήταν δωσίλογος.
Αλλη μια κουβέντα για τα εγκλήματα του κομμουνισμού ξεκίνησε. Ολα αυτά μέχρι να αποκαλυφθεί από τον Νίκο Μπογιόπουλο πως η Καϊλή ψεύδεται, αφού μια σειρά από δημοσιεύματα για την οικογενειακή της κατάσταση αποδεικνύουν πως ο παππούς της δεν πέθανε στην Κατοχή ή στον Εμφύλιο.
Η ίδια έσπευσε να διευκρινίσει πως δεν σκότωσαν τον παππού της αλλά τον πρώτο άντρα της γιαγιάς της οι κομμουνιστές εγκληματίες (δεν είμαι σίγουρος πως είναι το ίδιο) και πως όλα τα σχόλια, οι διαμαρτυρίες και τα μπινελίκια για το ψέμα κάτω από την ανάρτησή της είναι προϊόντα προκατάληψης και προσπάθειας δολοφονίας χαρακτήρα στο όνομα της ιδεολογίας.
Μέχρι και σήμερα η ευρωβουλευτής περνά σημαντικό χρόνο της ημέρας σβήνοντας σχόλια κάτω από την ανάρτησή της. Υβριστικά και μη.
Φυσικά η ερώτηση που προκύπτει είναι γιατί ασχολούμαστε με όλα αυτά.
Η στάση της Καϊλή, το ύφος και το περιεχόμενο του κειμένου, η χρήση του ψεύδους είναι ενδεικτικά για τους όρους με τους οποίους γίνεται η κουβέντα γύρω από την Ιστορία, την ιδεολογία και τελικά την ίδια την πολιτική και συνδέεται άμεσα με την κουβέντα γύρω από τον αντικομμουνισμό όπως την περιγράψαμε και στο προηγούμενο άρθρο της στήλης.
Το κείμενο επικαλείται ως επιχείρημα την αμηχανία που σου προκαλεί μια προσωπική απώλεια. Μια απώλεια που δεν μπορεί να μπει στη ζυγαριά απέναντι από οποιοδήποτε άλλο επιχείρημα, μιας και οι απώλειες διατάζουνε σιωπή.
Οταν όμως η απώλεια αποδεικνύεται ψευδής, αυτό που παραμένει είναι η διαταγή της σιωπής.
Και η χρήση της εξαπάτησης ως νόμιμου πολιτικού εργαλείου. Στο κείμενο ο αντικομμουνισμός μπαίνει στο ίδιο επίπεδο με τις εθνικές επετείους, τις παρελάσεις, την ιστορική μνήμη, τη γλώσσα, την παράδοση, την παιδεία, την αριστεία, τα σύμβολα, τις αξίες.
Ολα παρατάσσονται στη σειρά προσπαθώντας να προσδιορίσουν τον «κοινό τόπο».
Τα αποδεκτά αυτά χαρακτηριστικά που σε κάνουν «Ελληνα». Ενας αχταρμάς όπου η χαρωπή αφέλεια, το ψεύδος και η σκέψη επιπέδου έκφρασης-έκθεσης Γυμνασίου έρχονται να συναντήσουν την Ακροδεξιά.
Εχει επίσης ενδιαφέρον πως το κείμενο αυτό γράφτηκε από την Καϊλή, πολιτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ.
Ενός κόμματος που δομήθηκε και απέκτησε περιεχόμενο ακριβώς πάνω στη διαχωριστική γραμμή Δεξιάς-Αριστεράς (ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά, μη προνομιούχοι, μια σειρά από ρητορικά και αισθητικά σημεία), με την οικειοποίηση της Αριστεράς και των συνθημάτων της, ενός κόμματος που συνεργάστηκε με τον Μάρκο Βαφειάδη και αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση.
Ενός κόμματος που ταυτόχρονα δημιούργησε έναν αντιπολιτικό πολτό του lifestyle, της κολεγιάς και της εικόνας.
Εναν πολτό μέσα από τον οποίο βγαίνουν τέτοια κείμενα, τέτοιοι τρόποι αντιμετώπισης της Ιστορίας και της ιδεολογίας, τέτοιες πολιτικές ηθικές και στρατηγικές και τέτοιοι πολιτικοί.
*Αναίτια αναφορά στην ταινία «All about Eve» του Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, με πρωταγωνίστρια την Μπέτι Ντέιβις, αποκλειστικά για λόγους εντυπωσιασμού του αναγνώστη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Λαθροθήρες


Αχ θεούλη μου, τι ωραία που θα’ ταν να’ γραφα ένα ποιηματάκι 
Ραυμόν Κενώ


 

Είναι δύσκολο πολύ κανείς
να πιάσει ένα ποίημα
Όλοι το γνωρίζουν
Στα ποιήματα αρέσει
Να μένουν μακριά απ τους ανθρώπους

Από απόσταση τα παρατηρείς και όλα μοιάζουν ήσυχα, μα προσοχή:
Με τις αισθήσεις τεντωμένες,
-ακόμη και τις ώρες που πίνουνε νερό-
Θα αντιληφθούν τον ελάχιστο ήχο,
θα τρέξουνε μακριά από τον θηρευτή
και θα χαθούνε
πίσω απ τη σιωπή.

Τα ποιήματα συνήθως κινούνται κατά μόνας:
Πλάσματα αυτοαναφορικά και εγωιστικά
Μασούν χορτάρι σε σαβάνες και σε μοναξιά.

Το πιο εύκολο:
Να πετύχει κανείς
Ένα σονέτο
Μορφές δυσκίνητες, ανάσες ομοιοκατάλληκτες.
Συνήθως επιλέγουν να μετακινούνται σε αγέλες.

Αφού αιχμαλωτίσεις τα ποιήματα:
Αρχικά τους αφαιρείς το αγκάθι.
Ύστερα τα παραφράζεις
τα επεξηγείς
τα ταξινομείς
Και τ’ αφήνεις να τριγυρνούν
Δίπλα σε βοηθήματα
Και οδηγούς μαγειρικής.

Αν και φιλήσυχα ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος:
Όλα τα βιβλία το γράφουν
Πως πάει καιρός από τότε που ένα ποίημα επιτέθηκε σε ανθρώπους
Ναι, πάει καιρός,
από τότε που τα ποιήματα σκοτώνανε ανθρώπους.

«Σέβομαι τα ποιήματα, γι αυτό και τα σκοτώνω»

Εδώ και χρόνια οι άνθρωποι κυνηγούνε τα ποιήματα

Στην μαύρη αγορά
Πληρώνει κανείς όσο όσο
Προσθέτει κύρος
Είναι ζήτημα κυρίως στυλ και ύφους

Το γόητρο
η μόνιμη έκπληξη
η φαντασμαγορία
Μπροστά στο λογοτεχνικό απόκτημα των ημερών:
Ένα σαλόνι στολισμένο με κεφάλια ποιητών.

(στο περιοδικό Θράκα)

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Ησυχες μέρες αντικομμουνιστικού Αυγούστου


Και έτσι ξαφνικά, κάτω από τα ήσυχα φεγγάρια του Αυγούστου, οι μέρες μας γέμισαν με αντικομμουνιστικές στριγκλιές, αντισταλινικές επισημάνσεις, ιστορικές αντιπαραθέσεις σε αμφίβολα εδάφη.
Η απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή να μην πάρει μέρος στο Διεθνές Συνέδριο στο Ταλίν της Εσθονίας δημιούργησε μια σειρά αντιδράσεων και συζητήσεων.
Η όλη συζήτηση γίνεται υπέρ ή κατά μιας μακροσκελούς εξίσωσης: ο Στάλιν ήταν εξίσου εγκληματίας με τον Χίτλερ, άρα ο σταλινισμός είναι εξίσου κακός με τον ναζισμό, άρα ο κομμουνισμός είναι εξίσου κακός με τον ναζισμό, άρα οι κομμουνιστές είναι φασίστες, άρα οι αριστεροί είναι φασίστες.
Χάσματα λογικής, παιδαριώδη και ηθελημένα λογικά άλματα πέρα από την Ιστορία, τις λεπτομέρειες και την ουσία της, ρητορικές σκοπιμότητες.
Μια σειρά ερωτημάτων για τους όρους της συζήτησης προκύπτουν αβίαστα: γιατί ο σταλινισμός οφείλει να συγκρίνεται με κάτι άλλο ώστε να καταδικαστεί;
Από πού αντλείται η ηθική βεβαιότητα πως ο ναζισμός ως το απόλυτο κακό του 20ού αιώνα γίνεται να χρησιμοποιηθεί ως ένα απλό εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης;
Από πότε η αυθαίρετη σύγκριση αποτέλεσε ιστορικό εργαλείο;
Γιατί οποιοσδήποτε δηλώνει αριστερός να πρέπει να απολογηθεί για γεγονότα άλλων χρόνων και άλλων χωρών, ειδικά όταν δεν προκύπτουν από την ιδεολογία αλλά από μια πολύ συγκεκριμένη και παραποιημένη εκδοχή και εφαρμογή της;
Γιατί όταν μιλούμε για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στον 20ό αιώνα αφήνουμε απέξω τα δικτατορικά καθεστώτα στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, ή τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, ή τα εγκλήματα της Γαλλίας στην Αλγερία, ή τις εκατόμβες νεκρών που άφησε και αφήνει πίσω της η αμερικανική εξωτερική πολιτική; Δεν είναι εγκλήματα;
Ή μήπως δεν εντάσσονται στον δυτικό κόσμο; Γιατί τελικά γίνεται αυτή η συζήτηση;
Ο νέος αντικομμουνισμός στην πραγματικότητα δεν έχει να κάνει με το παρελθόν. Εχει να κάνει με τη χρήση του παρελθόντος στο παρόν.
Και η χρηστική του αυτή διάσταση μπορεί εύκολα να παρακάμψει το ίδιο το παρελθόν.
Να το σχετικοποιήσει, να εστιάσει σε πτυχές ανάλογα με το επιχείρημα που προσπαθεί να κατασκευάσει και να παραποιήσει.
Η πρόφαση αυτή για συζήτηση γίνεται με πολιτικούς όρους. Το ιστορικό επιχείρημα είναι απλώς μια επίφαση επιχειρηματολογίας.
Το παρελθόν υπάρχει αποκλειστικά αν είναι χρήσιμο και υπάρχει με όρους τέτοιους ώστε να είναι χρήσιμο. Με απλουστεύσεις, με απλοποιήσεις, με βιασμούς της ιστορικής σημασίας.
Πρέπει να αντιληφθούμε πως η όλη συζήτηση είναι αποκλειστικά πολιτική, άρα οποιοδήποτε επιχείρημα απέναντι στη μακροσκελή αντικομμουνιστική εξίσωση πρέπει να είναι πολιτικό και όχι ιστορικό.
Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι τι εξυπηρετεί πολιτικά ο αντικομμουνισμός στο σήμερα;
Για χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ ο αντικομμουνισμός έχει και εθνικά χαρακτηριστικά, αφού τα καθεστώτα τους ήταν δορυφόροι απόλυτα εξαρτημένοι από τη Σοβιετική Ενωση.
Για τον μέσο νεοφιλελεύθερο η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού ταυτίστηκε με την απόλυτη επικράτηση του καπιταλισμού, την ταύτισή του με την εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού και την εξίσωσή του με τον μόνο αποδεκτό κόσμο.
Ο αντικομμουνισμός του είναι μια επιβράβευση της πληγωμένης (λόγω της κρίσης που προκάλεσε) βεβαιότητας, μια επανάληψη της ιστορικίστικης υπεροψίας του.
Ο νέος αντικομμουνισμός στην Ελλάδα τού σήμερα μπαίνει με όρους ταυτότητας.
Για έναν χώρο που περιλαμβάνει τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη αλλά εκτείνεται και πέραν αυτής.
Για τον χώρο αυτό υφίσταται ως μια (κατά κύριο λόγο υποκριτική) ευκαιρία ώστε να τεθούν ζητήματα ελευθεριών, σμίκρυνσης του κράτους κ.ά.
Ως ένα καχεκτικό στοιχείο ταυτότητας όμοιο με την αριστεία. Ταυτόχρονα όμως είναι ένα κλείσιμο του ματιού προς τα κομμάτια αυτά εντός της Νέας Δημοκρατίας -είτε σε επίπεδο βάσης, είτε σε επίπεδο στελεχών- που υφίστανται ακόμη ως φορείς του παλιού καλού αντικομμουνισμού: του εθνικιστικού, εκκλησιαστικού και φιλοβασιλικού αντικομμουνισμού που κάνει ακόμα λόγο για συμμοριτοπόλεμο.
Του κομματιού αυτού που σήμερα μπορεί να νιώθει παραγκωνισμένο αλλά ταυτόχρονα κολακευμένο αρκετές φορές από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Του κομματιού αυτού που είναι περισσότερο από πιθανό να διαδεχτεί στην εξουσία του κόμματος τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ο αντικομουνισμός δεν είναι λοιπόν τόσο μια κουβέντα για το παρελθόν της Ευρώπης, αλλά μια κουβέντα για το παρόν και το μέλλον της Νέας Δημοκρατίας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Χρόνος καταγωγής


Δίσεκτος

Γεννημένος 29 Φεβρουαρίου
Να μεγαλώνεις μία
Κάθε τέσσερα χρόνια
Οι παιδικοί φίλοι
Να γερνούν, να σκύβουν και να χάνονται
Τα παιδιά σου να σε προσπερνούν σε ηλικία
Οι απόγονοι να σκορπούν
Ατόφια την ενηλικίωση σού
Γεννημένος 29 Φεβρουαρίου
Σε μία μέτρια ώρα
Στα πατώματα μιας μέρας χαμηλοτάβανης
Ο ύπνος να χρονολογεί την απώλεια
Κρεμώντας τον ίσκιο σου σε ράθυμους μετρονόμους
Δυο ημερομηνίες και όλη η ζωή ανάμεσα
Έτσι κουτσαίνοντας μέσα μου μεγαλώνει
Δίσεκτος
Μία κάθε τέσσερα χρόνια
Έτσι όπως τον συνάντησα
Μια μέρα λίγων ετών
Μέρα πολλών δεκαετιών
Μέρα των γενεθλίων του
29 Φλεβάρη
(θ. τσ.)


Επιστρέφουμε, συνεχώς επιστρέφουμε, χωρίς να είμαστε βέβαιοι που. Ταξινομούμε σταθμούς και ξέφωτα αναμνήσεων, ώρες που απλώνονται στη μνήμη και γίνονται εποχές, μήνες συρρικνωμένοι, σταφιδιασμένοι σαν υπερήλικο δέρμα, που φτάνουν να χωράνε σε μια στιγμή. Δεκαετίες μας διεκδικούν, εποχές μας κουβαλάνε, ζώδια ζητούν να μας εντάξουν στον αυθαίρετο λαμέ σκοταδισμό τους. Επαναλαμβάνοντας ημερομηνίες εθιμοτυπικά, υπενθυμίζοντας στο χρόνο το χρόνο μας. Σημειώνουμε, καραδοκούμε, γιορτάζουμε την επανάληψη. Απλώνουμε στην ημερολογιακή συνεύρεση τα σημεία που θα ορίσουν τη διαδοχή του χρόνου, την έκταση του έτους. Γενεθλιάζουμε ατελείωτα, φορτίζοντας κάθε φορά την επιστροφή μας στην αρχική ημερομηνία με νέα επείγοντα φορτία. Φορτία ωρίμανσης και ωριμότητας, στάσης και στασιμότητας, προσδοκίας και ορίζοντα. Ημερομηνίες της νιότης και του γήρατος πλεγμένες γύρω από την ίδια ημερομηνία.
Προς τι, όμως, η επιστροφή μας στην ημερομηνία που εμείς ή οι γύρω γεννηθήκαμε; Προς τι η υπενθύμιση του γεγονότος με τέτοια χρονική ακρίβεια; Μοιάζει σαν να προσπαθούμε να μετρήσουμε. Αλλά να μετρήσουμε αργά. Σαν για να ξορκίσουμε την ταχύτητα του ίδιου του χρόνου που περνά.
Πώς μας ορίζει η αυθαιρεσία της τυχαιότητας αυτής που είναι η γέννησή μας; Σαν ακριβώς να επιθυμούμε να την ξορκίσουμε με όλη τη μετέπειτα πορεία μας. Σαν να επιστρέφουμε απλώς για να αποδείξουμε πως κανένα ταξίδι δεν είναι άσχετο του χρονικού και τοπικού σημείου εκκίνησης. Σαν για να δώσουμε νόημα σε αυτό που στερείται νοήματος. Επιθυμώντας τελικά να υπογραμμίσουμε την αφετηρία που μας χωρίζει από την εκκίνηση, αναζητώντας την απόσταση που μας χωρίζει από τον τερματισμό.
Και όμως είναι η τυχαιότητα αυτή που τελικά ορίζει τα όσα πέρασαν, τα όσα έρχονται. Η ημερομηνία στέκει εκεί σταθερή. Τρέχει κατά πάνω μας κάθε φορά, ξεκινώντας από τη στιγμή που θα παρέλθει. Χωρίς να σημαίνει, αποκτάει σημάδια. Πλησιάζει άλλες γιορτές και άλλες ημερομηνίες, πλέκει τα δικά τους χαρακτηριστικά με τα δικά της. Άλλες γιορτές και διακοπές, άλλα γεγονότα που συνέβησαν την ίδια ημέρα, τους όρους με τους οποίους ο χρόνος διπλώνεται και ξεδιπλώνεται την συγκεκριμένη εποχή.
Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ γεννήθηκα 29 Αυγούστου. Τη μέρα δηλαδή που κόπηκε το κεφάλι του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου και την ημέρα που κόπηκε πρώτη φορά χάλκινο νόμισμα στην Ιαπωνία. Τη μέρα που η Πορτογαλία αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Βραζιλίας και που η Σοβιετική Ένωση έκανε την πρώτη της πυρηνική δοκιμή. Τη μέρα που ο ΔΣΕ εγκατέλειψε τον Γράμμο και διέφυγε προς την Αλβανία σημαίνοντας το τέλος του ελληνικού εμφυλίου, και την ημέρα που τέλειωσαν οι Ολυμπιακοί αγώνες του 2004. Τη μέρα που γεννήθηκε ο Τζων Λοκ, ο Μώρις Μαίτερλινγκ, ο Τσάρλι Πάρκερ, η Σωτηρία Μπέλου, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Μάικλ Τζάκσον (και πολλοί ακόμα φαντάζομαι). Α, επίσης και η Ίγκριντ Μπέρκμαν. Η οποία πέθανε την ημέρα των γενεθλίων της. 29 Αυγούστου. Μαζί με τον Λη Μάρβιν, τον Αττίκ και τον Ιωάννη τον Βαπτιστή (λογικά επειδή του έκοψαν το κεφάλι).
Αυτή είναι η δική μου ημερολογιακή πινακοθήκη, η δική μου τυχαιότητα. Ανάμεσα σε ελεύθερους Βραζιλιάνους, κομμένα κεφάλια και γουέστερν με τον Λη Μάρβιν. Ενώ πίσω μας ακούγονται ατομικές βόμβες να σκάνε και το «μαραμένα τα γιούλια και οι βιόλες». Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μάλλον τίποτα. Είναι απλά ο δικός μου γενέθλιος χρόνος. Η τυχαία πατρίδα μου. Τυχαία, όπως όλες οι πατρίδες.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Θερινό αντίο στον Σαμ Σέπαρντ


Στις 27 του Ιούλη ο Σαμ Σέπαρντ αποχαιρέτησε τα 73 του χρόνια, στο σπίτι του στο Κεντάκι των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παρά την ενασχόλησή του με την ηθοποιία ή τα κινηματογραφικά σενάρια, ο Σαμ Σέπαρντ υπήρξε πάνω απ' όλα θεατρικός συγγραφέας και μάλιστα ο σημαντικότερος της γενιάς του.
Ο συγγραφέας που κατάφερε να μεταφέρει τη γενιά αυτή, τους φόβους, τα αδιέξοδα και την ταυτότητά της μέσα στα έργα του.
Μέσα από τις 44 θεατρικές του καταθέσεις μίλησε για την πτώχευση της αμερικανικής κουλτούρας, για την απομόνωση των Αμερικανών από τον υπόλοιπο κόσμο, για τα κάλπικα πρότυπα και τους κίβδηλους ήρωες του σύγχρονου πολιτισμού, για τον αποκαλυπτικό εξορκισμό μιας αδιέξοδης κουλτούρας· τις αποτυχημένες, μα αναγκαίες προσπάθειες επιστροφής στις οικογενειακές σχέσεις και στην οικία.
Στο θέατρό του ο Σέπαρντ μίλησε μέσα από έναν ήπιο μοντερνισμό. Ο μοντερνισμός αυτός προκύπτει από μια ελαφρά απόκλιση από τον ρεαλισμό, μια ελλειπτικότητα στο σχήμα του καθημερινού, η οποία επιτρέπει στο βάθος να αναδειχθεί διακριτικά.
Το στοιχείο αυτό δεν διαπερνά συχνά το σύνολο των έργων, αλλά στιγμές και σημεία τους, που μεταμορφώνουν το σύνολο.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως σε μεγάλο βαθμό το θέατρο του Σέπαρντ θυμίζει τους πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ.
Σε πρώτο επίπεδο, η αναπαράσταση του τοπίου είναι ρεαλιστική, όμως η σχέση των επιμέρους στοιχείων αλλά και η σκηνοθεσία της σχέσης αυτής, η διάταξη δηλαδή των μονάδων, δημιουργεί το μοντέρνο.
Η εικονοποιία συχνά περιγράφει κάτι άρρητο αλλά σημαίνον, ένα σχόλιο που ταυτίζεται με την ουσία, το υπέδαφος που γεννά αλλά υπάρχει εκτός του έργου.
Η λάσπη που γεμίζει τη σκηνή στο φινάλε του «Angel City» περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο όλη τη σαπίλα στον κόσμο του θεάματος· το κατεστραμμένο σκηνικό της τελευταίας σκηνής στο «True West», τη σχέση και τη σύγκρουση ανάμεσα στα δύο αδέρφια· και ο καουμπόης πρωταγωνιστής του «Fool For Love», ενώ πιάνει με το λάσο του και καταστρέφει το κρεβάτι, μιλά ταυτόχρονα για την ψυχολογία και την πτώση του αρσενικού στην αμερικανική μυθολογία και ψυχή.
Ο Σέπαρντ σημειώνει: «Το υπέροχο με το θέατρο είναι πως μπορεί να μετατρέψει σε ορατό κάτι το αόρατο και είναι ακριβώς αυτό το στοιχείο που με ενδιαφέρει, το γεγονός πως μπορείς να παρακολουθείς μια παράσταση με ηθοποιούς, κουστούμια, φωτισμούς, σκηνικά ακόμα και με μια παραδοσιακή πλοκή, αλλά κάτι να αναδύεται πάντα πέρα από αυτά· αυτήν την εικόνα είναι που αναζητώ, αυτήν την επιπλέον διάσταση». 
Πέρα από το σύνολο ενός έργου, ο Σέπαρντ διαχειρίζεται με τρόπο παρόμοιο και τους χαρακτήρες του.
Ενώ πολλές φορές παρουσιάζονται ως ήρωες συμβατικοί ακόμα και τυπικοί στους διαλόγους και τις κινήσεις τους, υπάρχει πολύ συχνά μια πράξη που φανερώνει κρυφά κίνητρα, κομμάτια ενός χαρακτήρα που τελικά μένει σχεδόν στο σκοτάδι, επιτρέποντας στον θεατή απλώς να μαντεύει το άγνωστο βάθος.
Μιλώντας για τον πρωταγωνιστή του «Angel City», αλλά ουσιαστικά για το σύνολο των χαρακτήρων που δημιούργησε, ο συγγραφέας θα επισημάνει: «Ο όρος “χαρακτήρας” μπορεί να γίνει αντιληπτός με έναν διαφορετικό τρόπο σε αυτό το έργο. Αντί για την ιδέα ενός ολοκληρωμένου χαρακτήρα με λογικά κίνητρα πίσω από τη συμπεριφορά του, θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα κομματιασμένο σύνολο με μέρη και κομμάτια χαρακτήρων να πετούν γύρω από το κομματιασμένο κεντρικό θέμα. Μια κατασκευή που θυμίζει κολάζ ή έναν τζαζ αυτοσχεδιασμό, μουσική ή ζωγραφική στον χώρο». 
Ασχετα με τους μορφικούς του όρους, το θέατρο του Σαμ Σέπαρντ μίλησε για κάτι που παραμένει ατόφιο στον χρόνο.
Για μια γενετήσια πληγή στη συγκρότηση των σχέσεων, των κοινωνιών και της ταυτότητας. Για μια πληγή μέσα από την οποία γεννιέται και το ίδιο το θέατρο.
Τόσο του Σέπαρντ όσο και το θέατρο στο σύνολό του. Και όλοι οι επικήδειοι του κόσμου δεν είναι άλλο από μια υποσημείωση στην πραγματική προσφορά ενός συγγραφέα, με τα έργα του διαμπερή στον χρόνο.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Είδα γκρίζους ανθρώπους στο Αμβούργο


Αμβούργο 2017, σύνοδος των G-20: Ενα ζευγάρι γευματίζει πίσω από μια βιτρίνα, ένας αμέριμνος γιάπης βαδίζει αμέριμνος μέσα στο i-phone του. Μια γκρίζα μορφή προβάλλει μέσα στον σιωπηλό δρόμο. Γκρίζοι άνθρωποι περπατούν τον δρόμο. Οι περαστικοί κοιτούν ξαφνιασμένοι τον αργό βηματισμό των γκρίζων ανθρώπων.
Ο ήχος από την έλικα του ελικοπτέρου επιτηρεί το γεγονός. Οι περαστικοί καταγράφουν έναν πεσμένο γκρι άνθρωπο στον δρόμο. Το γκρίζο πλήθος περπατά αργά και διακεκομμένα ανάμεσα στο πλήθος.
Το γκρι πλήθος καταλαμβάνει αργά το άνοιγμα του δρόμου. Η αστυνομία επιτηρεί. Ενας γκρίζος νέος φωνάζει σαν να ξύπνησε ξαφνικά. Αφαιρεί το σακάκι, ενώ η σκόνη-στάχτη τινάζεται από πάνω του. Από μέσα εμφανίζεται ένα πολύχρωμο ρούχο.
Το χρώμα τού επιτρέπει να αναπνέει, ανοίγει τις κινήσεις του, απελευθερώνει την εισπνοή του. Μια γυναίκα τον ακολουθεί. Το χρώμα μεταδίδεται· 1.000 άνθρωποι από σκόνη ή στάχτη ξεσπούν στο χρώμα. Ξαφνιασμένοι, φωνάζοντας, πανηγυρίζοντας δημοσίως μια ιδιωτική μετατόπιση.
Πάνω στα πεσμένα ρούχα, πάνω στους γκρίζους δρόμους, μέσα από τη σκόνη ξεπροβάλλει η γιορτή, το καρναβάλι. Οι πολύχρωμοι άνθρωποι αγκαλιάζονται, χορεύουν, φωνάζουν. Χειροκροτούν προς άγνωστη κατεύθυνση, προς κάθε κατεύθυνση. Οι 1.000 πολύχρωμοι άνθρωποι γίνονται διαδηλωτές.
Η παρέλαση των ζωντανών νεκρών ήταν μια δημιουργία της ομάδας «1.000 Gestalten» («Χίλιες μορφές») στο πλαίσιο της συνόδου των G-20. Η πολιτική και η τέχνη, ο καμβάς και ο δρόμος, η διαμαρτυρία και η ειρωνεία, η θλίψη και η ανάταση πέρα από αυτήν, συνυπάρχουν.
Σύνθημα, performance ή διαδήλωση; Γεγονός καθεαυτό ή γεγονός προς καταγραφή και αναμενόμενη αστραπιαία και μαζική διάδοσή του σε μικρές και μικρότερες οθόνες; Λίγη σημασία έχει.
Η μάζα γίνεται πλήθος για να γίνει σύνολο ατόμων. Τα άτομα συναντιούνται ξανά εορτάζοντας την ατομική τους μεταμόρφωση και αμέσως τη συνολική τους αλλαγή. Τα άτομα συναντιούνται και πάλι σε ένα καρναβαλικό πλήθος που γιορτάζει τον εαυτό του.
Το γκρι ενιαίο και διακεκομμένο περπάτημα σπάει, το σώμα απελευθερώνεται από το γκρίζο χρώμα. Τα ίδια τα μέλη των ανθρώπων δεν κινούνται απλά. Είναι η κίνηση και είναι η ζωή.
Σε αντίθεση με τα ζόμπι, το σώμα των γκρίζων ανθρώπων δεν είναι διαβρωμένο. Μια λεπτή επίστρωση γκρίζας παραίτησης και σταχτιάς μελαγχολίας καλύπτει την επιφάνειά τους. Η όψη τους είναι ηττημένη, η ύλη που τους συγκροτεί όχι. Βρίσκεται εκεί ζωντανή σαν παλμός, έτοιμη να ξεσπάσει σαν τίναγμα.
Αυτό που χωρίζει το αρχικό πλήθος του γκρίζου από το τελικό πολύχρωμο πλήθος δεν είναι το χρώμα. Είναι η συνειδητοποίηση της δυνατότητας. Της ελάχιστης απόστασης που χωρίζει τη σιωπή από την κραυγή, τον διερχόμενο από τον διαδηλωτή, την παραίτηση από τη διεκδίκηση.
Η πορεία απλώνεται μπροστά στο πλήθος. Σαν βγάλσιμο της γλώσσας, σαν επιθυμία προς ξάφνιασμα, σαν ειρωνεία. Ως καθρέφτης προς το πλήθος, ως αυτοκριτική, ως αρχή μιας διαδικασίας που συνεχίζεται. Αυτό που διαχωρίζει το πλήθος των διαδηλωτών από το πλήθος των διερχομένων είναι το γκρίζο χρώμα.
Το χρώμα αυτό που συμβολίζει την παραίτηση, τη μελαγχολία, τον κομφορμισμό. Αυτό το χρώμα που οι διαδηλωτές προσάπτουν στους διερχόμενους. Το χρώμα αυτό που τους δείχνουν. Κι όμως η πορεία των ζωντανών-νεκρών δεν καταλήγει σε μια καταγγελία αλλά σε ένα κάλεσμα.
Περιγράφοντας ουσιαστικά τη διαδρομή του κάθε διαδηλωτή προς το εδώ και τώρα του συγκεκριμένου χάπενινγκ. Το εορταστικό ξέσπασμα δεν είναι γροθιά, αλλά άπλωμα του χεριού. Και ταυτόχρονα κάλεσμα σε μια συνέχεια.
Τα χάπενινγκ και οι περφόρμανς δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια πορεία. Δεν αποτελούν διεκδίκηση, μέσο πάλης, φορέα αλλαγής. Καταγράφουν όμως ένα γεγονός στην ουσία του, περιγράφουν τον πυρήνα, τις βαθύτερες προθέσεις και τα κίνητρα. Και τελικά συμπυκνώνουν το γεγονός μεταφέροντάς το από το παρόν στην Ιστορία.
Ηδη οι γκρίζες μορφές βαδίζουν προς την επόμενη μεγάλη διαδήλωση και ταυτόχρονα προς την κάθε μικρή. Και μαζί με τα γεγονότα του Αμβούργου και με όσα αυτά σηματοδοτούν οδεύουν προς την Ιστορία.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Radiohead



Η δική μας παιδεία, η παιδεία που χτίσαμε παράλληλα με όσα μας πέταγε στο κεφάλι το σχολείο, χτίστηκε κυρίως από δίσκους και από ταινίες.
Το διάβασμα, το θέατρο, η πολιτική, το γούστο προέκυψαν απλά ως προεκτάσεις ακουσμάτων και θεάσεων. Και αν έβλεπες ταινίες με φανατικό τρόπο, ο τρόπος που άκουγες μουσική ήταν σχεδόν οπαδικός.
Τα συγκροτήματα όριζαν τις σχέσεις, τις παρέες, τον κοινό σου κώδικα. Και εδώ δεν μιλάω για γενιά όσο για μια νοητή και φαντασιακή προέκταση της δικής μου παρέας προς το πλήθος.
Εναν συγκεκριμένο τρόπο απέναντι στα πράγματα με καταγεγραμμένο παρελθόν και αναπόφευκτο μέλλον. Ενα σύνολο ανθρώπων που μπορεί να χάθηκαν ή να μη συναντήθηκαν ποτέ.
Λίγο η εμφάνιση των Radiohead στο Glastonbury, λίγο η συμπλήρωση είκοσι ετών από την κυκλοφορία του «OK Computer» με τα νέα κομμάτια και τα βιντεοκλίπ που τα συνοδεύουν, μου φέραν στο μυαλό την πρώτη φορά που άκουσα το «OK Computer». Και μετά, την πρώτη φορά που το άκουσα με φίλους.
Και λίγο μετά τη συναυλία τους στον Λυκαβηττό, πριν από 17 χρόνια (η πρώτη μου συναυλία). Και μετά, την πρώτη φορά κάθε επόμενου δίσκου. Και μετά, ένα συναίσθημα τελείως προσωπικό, ένα συναίσθημα που σχεδόν δεν μπορείς να μοιραστείς, για τη σχέση σου με κάτι το οποίο ενώ μοιράζεσαι με χιλιάδες ακροατές το νιώθεις τόσο απόλυτα, τόσο ξεχωριστά δικό σου.
Δεν μπορώ να φέρω εύκολα στο μυαλό μου άλλο γκρουπ που να καταθέτει τόσο ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση.
Και όταν μιλώ για αισθητική πρόταση περιγράφω κάτι που ξεπερνά τα τραγούδια και απλώνεται στους στίχους, στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και εμμονές τόσο μουσικά όσο στιχουργικά (λέξεις που επανέρχονται, μια συγκεκριμένη στιχουργική ελλειπτικότητα απόλυτα χαρακτηριστική), στην παραγωγή των δίσκων, στη σταθερή συνεργασία στα εξώφυλλα και στο σύνολο του artwork από τον Stanley Donwood από το «The Bends» του μακρινού 1995 μέχρι σήμερα, τις σκηνικές τους εμφανίσεις και τον τρόπο διαχείρισης των μίντια και του διαδικτύου, τους προσωπικούς δίσκους και τις συνεργασίες, τα βιντεοκλίπ.
Μια συνολική πρόταση που μπορεί να έχει ως αναμφισβήτητο κέντρο τα τραγούδια του συγκροτήματος, αλλά τελικά η συνομιλία των επί μέρους στοιχείων δίνει ένα αποτέλεσμα κατά πολύ σημαντικότερο από ένα απλό άθροισμα των στοιχείων αυτών.
Ως συνολικό καλλιτεχνικό αποτύπωμα (και εδώ έχω την αίσθηση πως μιλώ υποκειμενικά, αλλά μπορεί να μην είναι κι έτσι) η δουλειά των Radiohead ξεπερνά αυτήν ενός συγκροτήματος της Rock.
Γίνεται αποτύπωση όχι της τάσης κάποιας εποχής αλλά του ίδιου του ήχου της και των μεταλλαγών του. Του ηλεκτρισμού, της έντασης, του θορύβου, της πολυπλοκότητας και της ψηφιακής βουής, της παύσης και της σιωπής. Και μάλιστα όχι με όρους απλής αποτύπωσης αλλά ροής σε εξέλιξη.
Γιατί αν το «OK Computer» κατάφερε να συνοψίσει τα μουσικά μας ακούσματα μέχρι εκείνη την εποχή και να τους δώσει νέο νόημα, το «Kid A» κατάφερε να επεκτείνει τη μουσική μας αντίληψη.
Γιατί αν το «Hail to the thief» κατάφερε να μας επιστρέψει στον ήδη βιωμένο ήχο, όχι ως νοσταλγία αλλά ως μια εκ νέου ανάγνωση ενός σημείου αναφοράς το «In Rainbows» κατάφερε να περιγράψει με τον πιο ξεχωριστό τρόπο τη μελαγχολία του καινούργιου.
Γιατί όσο μαγικά κομμάτια και αν είναι το «Daydreaming» ή το «Identikit», δεν μας εμποδίζουν να γυρίζουμε πίσω στο «Pyramid Song», το «Street Spirit» ακόμη και στο «Creep». Γιατί σε αντίθεση με ό,τι λέγεται τόσο συχνά, δεν πιστεύω πως οι Radiohead αλλάζουν, χτίζοντας πάνω σε προηγούμενες κατακτήσεις.
Οι Radiohead είναι ένα έργο τέχνης εν εξελίξει. Χωρίς τερματισμό, χωρίς άλλο στόχο από την ίδια τη διαδρομή. Μια διαδρομή που επιτρέπει τις επιστροφές αλλά ποτέ τη στασιμότητα. Κι εμείς, ακροατές και θεατές αυτής της εξέλιξης, που είναι η εξέλιξη των ημερών μας αλλά και του ίδιου μας του εαυτού.
Οταν ο γιος μου με ρωτήσει πώς ήμουν στα 18, θα του βάλω να ακούσει το «OK Computer» και θα του βάλω να ακούσει το «Kid A».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Πνιγμός


Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν την περίοδο 2015-2016 κατόπιν προτάσεως του σκηνοθέτη Θόδωρου Τερζόπουλου. Στόχος της διαδικασίας ήταν να δημιουργηθεί μια πρώτη κειμενική ύλη πάνω στην οποία θα βασιζόταν η νέα παράσταση του Θεάτρου Άττις. Μία παράσταση που θα έκλεινε το τρίπτυχο που ξεκίνησε με την παράσταση Alarme και συνεχίστηκε με την παράσταση Amore, αλλά ταυτόχρονα και μία παράσταση – εορτασμός για τα 30 χρόνια του θεάτρου Άττις.
Το σώμα του κειμένου που παραδόθηκε, αποτελούταν από έναν όγκο σημειώσεων, σχεδιασμάτων και παραλλαγών βασισμένων σε κεντρικούς άξονες, επεξεργασμένο σε συνεχή συνομιλία με τον σκηνοθέτη. Το κείμενο της παράστασης Ανκόρ προέκυψε ύστερα από την επιλογή και τη σύνθεση των κειμένων από τον Θεόδωρο Τερζόπουλο και ενσαρκώθηκε από τους εξαίσιους ηθοποιούς του θεάτρου Άττις. Τη Σοφία Χιλλ και τον Αντώνη Μυριαγκό.
Το κείμενο του «Πνιγμού» προέκυψε από μια εκ νέου επιλογή και επεξεργασία των αρχικών κειμένων. Με αφαιρέσεις και προσθήκες προς μια νέα κατεύθυνση, ως ένα κείμενο παράλληλο του σκηνικού κειμένου. Το εάν ο «Πνιγμός» τοποθετείται στο χώρο του θεατρικού κειμένου, στο χώρο της ποίησης ή στο μεταιχμιακό ενδιάμεσο χώρο, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη.
Ως αποτύπωση ευγνωμοσύνης, ως τεκμήριο μαθητείας, αλλά και ως αυτονόητη χειρονομία το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στον Θόδωρο Τερζόπουλο.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μωβ Σκίουρος».

Ακολουθούν αποσπάσματα:

***

-Πνίξιμο στον λαιμό μια λέξη. Πέφτει χτυπάει στο πόδι με ξεκουφαίνει κουτσαίνω κουτσαίνω τρέχοντας αφήνω πίσω. Με χτυπάει στο πρόσωπο, το πρόσωπο σβήνει. Πίσω αφήνω. Τρύπα-σιωπή εκεί που ήτανε λέξη. Τώρα μεγαλώνει. Με κοιτάζει ενώ την κοιτώ χωρίς να λέει μια λέξη. Κάτω πιο κάτω. Κάτω απ τη λέξη. Εκεί που κάποτε ήτανε λέξη. Κενό μεγαλώνει. Θάλασσα ακίνητη, βουβή υγρασία. Βουβή μεγαλώνει η λέξη. Ξανά. Βουβός στο κενό. Κλεισμένος σε αυτό που δεν είναι. Ξανά. Δεν είναι. Κενό είναι. Τρύπα-σιωπή εκεί που ήτανε λέξη.

***

-Καταπάνω μου τρέχει. Μες το κενό. Χρόνος θανάτου η λέξη. Τρύπα εκεί που ήταν η λέξη. Βάζω μέσα το χέρι. Να την καλύψω. Και τα δύο χέρια. Να την γεμίσω. Τα μαλλιά μου ξεπλέκω. Να την στραγγίξω. Κι άλλο. Το σώμα μου όλο να τη γεμίσω. Κι άλλο. 30 χρόνια το σώμα μου όλο. Κι άλλο. Τρύπα-σιωπή εκεί που ήτανε λέξη. Μέσα φωνάζω. Να την κάνω να παύσει. Φωνάζοντας μέσα στη λέξη. Τώρα ουρλιαχτά και τώρα η λέξη. Τρόμος-κενό πετάω εκεί την κάθε μου λέξη.
Στο κενό
             χρόνος θανάτου η λέξη.

***

-Εγώ ήμουν. Σεντόνι και χώμα. Και ιδρώτας να τρέχει στο σώμα. Όχι δεν τρέχει. Να είναι. Εγώ ήμουν. Όχι σάρκα μόνο ο ιδρώτας στη σάρκα και η σάρκα. Στα καλάθια η σάρκα.

***

-Και εγώ υγρή όχι μουσκεμένη αλλά υγρή και κυλώ και η λέξη. Να κυλάει στο σώμα. Κι ό, τι έμεινε ένας λυγμός. Πόθος καμένος και χείλη και ο ιδρώτας στο σώμα. Όχι σάρκα ιδρώτας και μόνο. Ξανά. Έλα εδώ μπες, μπες στον ιδρώτα τη λέξη, η υγρασία εδώ, σε κρατάει όλον η λέξη και δεν μπορείς να πεις, μόνο έρχεσαι, έρχεσαι εδώ, πόθος καμένος και χείλη, η λέξη κυλάει το σώμα και γω σε τραβάω εδώ, ακίνητος έρχεσαι εδώ, μα δεν έχει εδώ. Ξανά. Για σένα δεν έχει εδώ. Έλα εδώ. Σε βάζω εδώ κι ό, τι μένει ένας λυγμός
και υγρασία
                  μήτρα της καταιγίδας

***
– Και τα μαλλιά μου να πέφτουν στο πρόσωπο και ο αέρας να τα θερίζει όσο και αν τα μάζευα να πέφτουν στο πρόσωπο θυμάμαι τα μάζευα πάντα με κοίταζες εγώ από ιδρώτα, υγρή κι υγρασία να ρέει η λέξη, κάνει τόσο κρύο πίσω εδώ και ό, τι ρέει κάνει λακκούβες. Στο σώμα κάνει λακκούβες, στον χρόνο κάνει λακκούβες, η λέξη πατάει το σώμα και κει πνίγονται όλα πνίγονται αλλά εγώ, αλλά εγώ λέω περίμενα, περίμενα με μια λέξη στο στόμα λέξη πηχτή στα χείλη σημάδι και ξεφλουδίζει λέω περίμενα εκεί εσένα για να έρθεις κι άλλο και τώρα κι άλλο ματώνει στα χείλη να μου πεις δεν μπορώ να δω δεν μπορώ να δω και να γελάσεις με ακρίβεια με την ακρίβεια του ζώου που αίμα και την ακρίβεια υπόσχεσης που αίμα με την ακρίβεια αυτού που κοιτάει και αίμα. Αίμα και τα μαλλιά μου και αίμα.
Και αίμα να πίνουν οι λέξεις.

(στην Εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Το επίσημο πορτρέτο του Εμανουέλ Μακρόν


Το πορτρέτο θα σταθεί εκεί πάνω από τα κεφάλια των γάλλων υπηκόων σε δημαρχεία, αστυνομικά τμήματα και πρεσβείες. Περίπου 50.000 αντίγραφα του πορτρέτου θα κυκλοφορήσουν σε δημόσιες υπηρεσίες σε όλη τη χώρα. Το πορτρέτο του γάλλου προέδρου είναι μια παράδοση που φτάνει πίσω μέχρι τον πρώτο πρόεδρο της τρίτης γαλλικής δημοκρατίας Adolphe Thiers (Αδόλφος Θιέρσος στα καθ’ ημάς). Δεν είναι μια πράξη υποχρεωτική αλλά μια συνήθεια που ακολουθείται με προεδρική ευλάβεια. Το πορτρέτο είναι μια ευκαιρία να δοθούν κάποια μηνύματα. Ακόμα κι αν η γλώσσα του πορτρέτου δεν κραυγάζει, παραμένει σταθερή εκεί, σε μόνιμη συνδιαλλαγή με τους πολίτες ως η επίσημη όψη του προέδρου τους. Η πολιτική, η ιδεολογία και οι προθέσεις του κατοικούν επίσης εκεί.
Ορθιος νεαρός πρόεδρος μπροστά στο γραφείο του, άψογος στη γεωμετρία του (από τα μαλλιά και το κουστούμι μέχρι τις σημαίες και το όλο καδράρισμα). Διακριτικό μειδίαμα που ίσως να παρουσιάζει την υπεροψία του νεότερο προέδρου στην ιστορία της Γαλλίας (όπως ο ίδιος θέλει να τονίζει για τον εαυτό του). Το μπαλκόνι ανοιχτό ως πρόσκληση ή ως κάλεσμα, σε αντίθεση με το πορτρέτο του προκατόχου του, ο οποίος για τον ίδιο λόγο είχε φωτογραφηθεί στον κήπο του μεγάρου. Σαν να δηλώνει πως τέρμα το χάσιμο του χρόνου, η πολιτική επέστρεψε στο γραφείο και είναι έτοιμη για δουλειά. Στο βάθος ο ουρανός να περιγράφει τα όρια του προέδρου (σημείωση προς τον αναγνώστη: εδώ ειρωνεύτηκα).
Οι δύο σημαίες σε πλήρως ισότιμη θέση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως στη γελοία μεγαλομανιακή του διαδρομή μπροστά από το Λούβρο μετά την εκλογική του νίκη, ο Μακρόν επέλεξε να ακούγεται η «Ωδή στη Χαρά» ως ηχητική ακολουθία στο περπάτημα του θριαμβευτή. Άλλωστε ο φιλοευρωπαϊσμός του ήταν ένα από τα βασικά σημεία τα οποία τονίστηκαν προεκλογικά απέναντι στην ευρωσκεπτήστρια Μαρί Λεπέν (σημ. ο μόνος άλλος πρόεδρος που επέλεξε και τις δύο σημαίες στο πορτρέτο ήταν ο Σαρκοζί). Στο γραφείο του ένα ρολόι δείχνει 8:20 το πρωί. Ένα ανοιχτό βιβλίο και δύο κλειστά. Το ανοιχτό είναι τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Ντε Γκωλ, σύμφωνα με τα γαλλικά μίντια, ενώ τα άλλα είναι το μυθιστόρημα του Σταντάλ «Το κόκκινο και το μαύρο» και οι «Ανθρώπινες τροφές» του Αντρέ Ζιντ. Προφανώς η επιλογή δεν είναι τυχαία. Το βιβλίο του Σταντάλ περιγράφει τις προσπάθειες του Ζουλιέν Σορέλ να αναδειχθεί πολιτικά μέσα από τα ταλέντα του και τη σκληρή του δουλειά (ταυτόχρονα μέσα από την υποκρισία του και τις διάφορες δολοπλοκίες του). Μέσα από την παρουσία του βιβλίου, ο Μακρόν περιγράφει τη δική του επιτυχία (βέβαια ο Ζουλιέν στο τέλος του βιβλίου αποκεφαλίζεται). Οι «Ανθρώπινες τροφές» συμβολίζουν, λογικά, την απελευθέρωση του Μακρόν από τις διάφορες συμβάσεις. Και τα δύο βιβλία τονίζουν ότι ο ίδιος διδάσκεται από τη γαλλική πνευματική παράδοση. Το βιβλίο του Ντε Γκωλ περιγράφει ουσιαστικά και τη σημασία που ο ίδιος ο Μακρόν θέλει να έχει η προεδρία του μέσα από την ταύτιση. Μια απρόσιτη φιγούρα μεγάλου ηγέτη μακριά από την τριβή των μίντια και της καθημερινότητας. Το αξίωμα άλλωστε του Μακρόν (ουσιαστικά του επικοινωνιολόγου του Ισμαέλ Εμελιέν) είναι πως ο πρόεδρος πρέπει να είναι απρόσιτος σαν τον Δία. Κάποιος που εμφανίζεται στο συμβούλιο των θεών με κεραυνούς και με αναμφισβήτητη εξουσία. Και αν αυτό σας ακούγεται μεγαλομανές, εμείς απλώς να προσθέσουμε πως ακούγεται άλλο τόσο αυταρχικό.
Τέλος, μια αρκετά σημαντική λεπτομέρεια, που τράβηξε και τα περισσότερα σχόλια, είναι η παρουσία των δύο κινητών σιμά του προέδρου. Ο Δίας μεταμορφώνεται εδώ σε εργατικό τεχνοκράτη πλήρως εξοπλισμένο και πλήρως εξοικειωμένο με την τεχνολογία, μονίμως καλοδιωμένο με τις εξελίξεις και τις αποφάσεις, ένα παιδί της εποχής, που στο πορτρέτο γιορτάζει τον προσωπικό του θρίαμβο.
Βέβαια, οι κατασκευές των προφίλ, η σημειολογία του ύφους, οι συμπαραδηλώσεις των συμβόλων δεν εμφανίζουν παρά μόνο όσα ο ίδιος ο κατασκευαστής τους επιθυμεί να δηλώσει. Το πραγματικό προφίλ θα ολοκληρωθεί σύντομα, μόλις ο Δίας αποφασίσει να χρησιμοποιήσει τους κεραυνούς ενάντια στα εργασιακά δικαιώματα, όπως τόσες φορές έχει τονίσει. Γιατί η πολιτική της εικόνας απέχει από την εικόνα της πολιτικής, όσο η ζωή από το βαλσαμωμένο κακέκτυπό της.

(στην Εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Αγιατόλα οφ ροκεντρόλα*


Οταν η Μάργκαρετ Θάτσερ μετά την αποστρατεία της ρωτήθηκε ποια είναι η μεγαλύτερή πολιτική επιτυχία της απάντησε χωρίς πολλή σκέψη: «οι Νέοι Εργατικοί».
Αυτό που φαίνεται παράδοξο στην πραγματικότητα είναι η περιγραφή της πιο ξεκάθαρης νίκης.
Ο εχθρός σου (ή έστω αυτό που στέκεται απέναντί σου σε κάποια αναμέτρηση) να υιοθετήσει την πολιτική σου ατζέντα, να την υπερασπιστεί με πάθος ως δική του και τελικά να σε κερδίσει ακριβώς με τα δικά σου όπλα και επιχειρήματα.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς όμοιο (αφού πάνω-κάτω εξυπηρετεί την ίδια ατζέντα).
Το αποτέλεσμα καταγράφει την πλήρη αποδοχή και κατοχύρωση των θέσεών σου.
Την αντικειμενικοποίηση της ιδεολογίας σου ως μόνης αποδεκτής, τη δημιουργία ενός κοινού τόπου εκεί που κάποτε υπήρχε αντιπαράθεση.
Η νίκη του Τόνι Μπλερ το 1997 δεν σήμανε και τη νίκη των Εργατικών. Στην πραγματικότητα περιέγραφε τη μεγαλύτερη ήττα στην ιστορία τους, την πλήρη μετάλλαξη του κόμματος και την υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού ως του μόνου αποδεκτού οικονομικού μοντέλου.
Η ιστορική αλλαγή του άρθρου 4 (του άρθρου που περιγράφει τις αξίες και τους στόχους) του καταστατικού του κόμματος (το 1995) στην πραγματικότητα περιέγραφε την δημιουργία ενός νέου θατσερικού κόμματος στα αριστερά των Τόρις.
Το κόμμα δεν διεκδίκησε την εξουσία για να επιβάλει τις αρχές και τους σκοπούς του, αντίθετα άλλαξε τις αρχές και τους σκοπούς του για να κερδίσει την εξουσία. Και εδώ φτάνουμε στην ουσία του παραδείγματος.
Κλείνοντας αυτή την ιστορική αναδρομή δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η μεγαλύτερη επιτυχία της ελληνικής εκκλησίας τις τελευταίες δεκαετίες σε ιδεολογικό επίπεδο είναι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στο μάθημα των Θρησκευτικών.
Οπως πληροφορούμαστε από τον Μητροπολίτη Υδρας κτλ Εφραίμ στην έκτακτη σύνοδο της Ιεραρχίας: «Πρέπει ἐδῶ ἐξ ἀρχῆς νά δεχθοῦμε ὅτι διάλογος, μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας γιά τήν διδακτέα ὕλη τῶν θρησκευτικῶν στήν ἐκπαίδευση ἔγινε γιά πρώτη φορά».
Ούτε επί Νέας Δημοκρατίας, ούτε επί συγκυβέρνησης με τον ΛΑ.Ο.Σ., ούτε τίποτα.
Τα περισσότερα δημοσιεύματα περιέγραψαν απλώς τα τραγούδια και τα αποσπάσματα που αφαιρέθηκαν από τη διδακτέα ύλη: ένα ινδιάνικο παραδοσιακό παραμύθι για τον «Ανεμο» που απήγαγε την όμορφη κόρη ενός Ινδιάνου φύλαρχου, τον «Μπαγάσα» του Νικόλα Ασιμου, τη  «Συννεφούλα» του Σαββόπουλου, το τραγούδι «Umbrella» της Ριάνα και μια γελοιογραφία του Economist, η οποία απεικονίζεται ένα πεδίο μάχης γεμάτο με νεκρούς και ένας ένας οι επιζώντες αναφέρουν: «Ολα ξεκίνησαν με μια διαφωνία ποιανού ο Θεός ήταν πιο ειρηνικός, καλοσυνάτος και συγχωρητικός».
Μαζί με αυτά όμως η εκκλησία έθεσε τους δικούς της όρους στα βιβλία: το ζήτημα της ελευθερίας και του αυτεξούσιου του ανθρώπου, τις πνευματικές δυνατότητες των μαθητών, τις αναφορές σε πρόσφυγες και μετανάστες και γενικότερα ό,τι τους κατέβηκε στο κεφάλι.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε και δεν ακούμπησε. Δεν πείραξε την εκκλησία (αν εξαιρέσουμε τη ρητορική επίδειξη του Νίκου Φίλη, η οποία άλλωστε οδήγησε στην καρατόμησή του), αλλά ενδυνάμωσε έμπρακτα την πολιτική επιρροή και εμπλοκή της.
Οπως σε άπειρες περιπτώσεις (πλην ελαχίστων) δεν πείραξε το κατεστημένο των υπουργείων αφήνοντας διευθυντές και  λογής σκοτεινούς τύπους ανέγγιχτους, δεν αποχουντοποίησε την αστυνομία καθώς -με βάση μαρτυρίες αριστερών συνδικαλιστών αστυνομικών- οι ακροδεξιοί είναι οι πιο πρόθυμοι να εκτελέσουν την οποιαδήποτε διαταγή.
Στην προσπάθειά του να συντηρηθεί στην εξουσία δεν πείραξε δομές και συμφέροντα κατεστημένα από την πιο σάπια εκδοχή της μεταπολίτευσης.
Δομές και συμφέροντα που κάνουν τη δημοκρατία σε αυτή τη χώρα να μοιάζει με παράφραση. Δομές και συμφέροντα που γνωρίζει, αλλά ανέχεται.
Στην προσπάθειά του να συντηρηθεί, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάντησε ένα συντηρητικό κόμμα.
Περιμένουμε με ανυπομονησία τη νέα κολεξιόν των ποδιών που σύντομα θα φορέσουν οι ελληνορθόδοξοι μαθητές μας.

*Ο Αγιατολάχ του Rock and Roll: 1) ατάκα από το «Mad Max 2», 2) τραγούδι της μέταλ μπάντας Soulfly, 3) τίτλος ευγενείας του εκάστοτε αρμοδίου της ελληνορθόδοξης εκκλησίας για το ποια τραγούδια είναι αποδεκτά, ώστε να τα διδάσκονται τα παιδιά μας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Τι σημαίνει Covfefe;


Ηταν μεσάνυχτα όταν ο πρόεδρος και γαλαξιάρχης, Ντόναλντ Τραμπ, αποφάσισε να τουιτάρει τη συγκεκριμένη πρόταση: «Despite the constant negative press covfefe». Σε ελεύθερη απόδοση η πρόταση θα μπορούσε να είναι η εξής: «Παρά το αρνητικό covfefe του τύπου». Η λέξη covfefe παραμένει αμετάφραστη για έναν απλούστατο λόγο. Δεν σημαίνει τίποτα. Σε καμία γλώσσα. Ο γαλαξιάρχης αποκοιμήθηκε, αφήνοντας την πρόταση εκκρεμή και ταυτόχρονα ολοκληρωμένη. Χωρίς να βγάζει κανένα νόημα, με εκείνο το covfefe στο τέλος της να λάμπει σαν αγαθός διάολος σε μια συμμορία αγγέλων. Τα λάθη είναι ανθρώπινα. Όταν, όμως, είσαι Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών οι διαστάσεις που παίρνουν είναι υπεράνθρωπες.
Ο Τραμπ είναι ένας από τους ελάχιστους πολιτικούς αρχηγούς που επιμένει να διαχειρίζεται ο ίδιος τον λογαριασμό του στο Twitter (για την ακρίβεια διάφορες τέτοιες δήθεν «ανθρώπινες» συνήθειες είναι αυτές που δημιούργησαν το μη-πολιτικό προφίλ του πολιτικού). Έτσι, το ανθρώπινο λάθος δίνει τη θέση του στον προσεκτικό επαγγελματισμό (που πιθανότατα θα προκαλούσε απόλυση). Το τιτίβισμα γράφτηκε κάπου κοντά στα μεσάνυχτα και παρέμεινε χωρίς να διορθωθεί κάπου μέχρι τις 6 το πρωί. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις λάθη σαν το συγκεκριμένο διορθώνονται μέσα σε ελάχιστα λεπτά, αν όχι δευτερόλεπτα. Ο Τραμπ έχει στο twitter περίπου 31 εκατομμύρια ακολούθους. Ήταν λογικό λοιπόν η τυχαία αυτή χαζομάρα να τραβήξει τα βλέμματα, να δημιουργήσει σχόλια, να γίνει τελικά viral.

Οι σχολιασμοί που ακολούθησαν περιγράφουν ανθολογημένοι την ένταση ενός μαζικού γέλιου: « Δεν έχει κανείς από το επιτελείο του τους κωδικούς του; Δοκίμασαν τους πιο κοινότοπους; Ας πούμε 123456 ή 11111 ή έστω “κωδικός”», «αυτή είναι η στιγμή που ο Τραμπ έπαθε prsiduvhirw», «νομίζω πως το covfefe είναι για τον Ντόναλντ Τραμπ ό,τι το rosebud για τον πολίτη Κέιν», «ήθελα να κοιμηθώ, αλλά τώρα δεν μπορώ παρά να κάτσω όλο το βράδυ για να δω τι θα γίνει με αυτό το covfefe». Κάποιοι αναρωτήθηκαν ποια είναι η σωστή προφορά του covfefe, ο κωμικός Τζίμι Κίμελ έγραψε πως «αυτό που με στεναχωρεί περισσότερο είναι πως ποτέ μου δεν θα γράψω κάτι εξίσου αστείο με το covfefe», κάποιο τσακάλι έσπευσε να αγοράσει το domain covfefe.com. Ίσως τελικά το πιο ενδιαφέρον σχόλιο να ήρθε από το πανεπιστήμιο του Λονδίνου Regent’s: «Για όλους τους μαθητές μας στην αγγλική γλώσσα, μπορούμε να πούμε πως το covfefe δεν είναι αγγλική λέξη. Προς το παρόν». Ήδη, διάφορα ιντερνετικά λεξικά έσπευσαν να δώσουν νόημα στην ανύπαρκτη λέξη. Από τις πιο αναμενόμενες: «Covfefe είναι η σκόπιμα λανθασμένη γραφή της λέξης coverage (κάλυψη)», μέχρι τα πιο ευφάνταστα: «Covfefe είναι το όνομα ενός αρχαίου τέρατος με πλοκάμια, με το οποίο κάνανε έρωτα οι νεοναζί. Το όνομα αποκαλύφτηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ σε μια στιγμή που δεν μπόρεσε να κρύψει τον ερεθισμό του για το τέρας».

Τι σημαίνει λοιπόν Covfefe; Η απάντηση «τίποτα» έχει ήδη απορριφθεί μιας και το covfefe είναι ήδη λέξη και μάλιστα για πολλούς σχολιαστές δεν αποκλείεται να χαρακτηριστεί και ως η λέξη της χρονιάς. Η λέξη αυτή, χωρίς νόημα, μοιάζει να γίνεται σύμβολο και να αποκτά τελικά το νόημα ακριβώς του λόγου χωρίς νόημα. Την εποχή της ρευστής πραγματικότητα, των fake news και της μετα-αλήθειας μόνο μια λέξη χωρίς νόημα θα μπορούσε να εκφράσει το νόημα της. Ειπωμένη μάλιστα από τον άνθρωπο-σύμβολο του διαστρεβλωμένου λόγου, της απόλυτης διαστρέβλωσης της έννοιας της πολιτικής. Covfefe σημαίνει λοιπόν «ο θάνατος της αλήθειας» ή «ο θάνατος της λογικής».
Η γλώσσα είναι κάτι ρευστό. Λέξεις γεννιούνται και γλώσσες πεθαίνουν κάθε μέρα σαν ζωντανοί οργανισμοί. Ακόμα και αν το covfefe δεν ήταν λέξη, τώρα είναι. Η νύστα ενός προέδρου γεννάει γλώσσα. Απ την μεριά μας ας ευχηθούμε ένα ατελείωτο tzafouvevatonffff στο βαψομαλλιά πλανητάρχη μας.
(για την ιστορία: ο Τραμπ έσβησε τελικά το τουιτάρισμα και σχολίασε εκφράζοντας τη χαρά του για την έκταση που πήρε το λάθος του: “Who can figure out the true meaning of “covfefe” ??? Enjoy!”)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Η ανταλλαγή


Μέσα μας συντελείται χωρίς παύση μια ανεπαίσθητη ανταλλαγή. Περπατά στις μύτες των ποδιών της να μη τρίξει το μέσα πάτωμα, να μην την πάρουμε χαμπάρι.
Σαν μαύρο εμπόριο συντελεσμένο στα κρυφά στην πίσω αυλή. Εμπόριο με τον ίδιο τον εαυτό του, νόμισμα και προϊόν.
Κάθε φορά θέτουμε σε κίνδυνο την όλη ισορροπία για χάρη μιας επιβεβαίωσης.
Ανταλλάσσουμε αυτό που είμαστε για να μας δοθεί ξανά, την ίδια στιγμή, αμεταχείριστο, και πάλι αυτό που είμαστε.
Ετσι διακινδυνεύουμε, ανάμεσα σε δύο ζεύγη χεριών όπου ακριβώς την ίδια στιγμή δίνουν και παίρνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αυτό που μας συντελεί.
Κι έτσι συντελείται ένας μόνιμος μετεωρισμός. Ενας μετεωρισμός ακίνητος που δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ακινησία.
Ανάμεσα στην πτώση και την ανάληψη στέκει το βήμα στο σκοινί.
Μια ανάσα αρκεί για να το κόψει. Αλλά αυτό επιμένει να αντέχει. Βήματα, σώματα, επιθυμίες και ματαιώσεις.
Ανάμεσα στην πτώση και την ανάληψη εκκρεμούμε. Πάντοτε σταθεροί, πάντοτε συνεπείς στην ισορροπία της ζυγαριάς.
Και κάθε τι που πέφτει, την ίδια στιγμή επιβεβαιώνει τη σημασία του βάρους του, την τιμή και το μέγεθός του.
Ετσι η ζυγαριά μένει και πάλι σταθερή. Ανάμεσα στην πτώση και την ανάληψη το σώμα του μετεωριζόμενου στέκει ως μονάδα μέτρησης του βάθους και του ύψους.
Και για να παραμείνει σταθερό οφείλει να αποδεχτεί τα δύο ενδεχόμενα ταυτόχρονα, να ενσωματώσει στην κίνησή του και τις δύο ενδεχόμενες κινήσεις.
Και η μορφή μας από άμμο και αέρα γεννιέται και ξεσπά κάθε φορά απάνω στη μορφή μας. Σαν κύμα που χτυπά με δύναμη έναν βράχο από νερό.
Οι περαστικοί βλέπουν να μην αλλάζει τίποτα και όμως κάνουν λάθος.
Είναι πολλές, τόσες πολλές οι όμοιες μορφές που εξαφανίζονται ώστε να παραμείνει σταθερή η μορφή μας.
Γιατί στην περίπτωσή μας η κίνηση της ρόδας είναι ταυτόχρονα και ο ίδιος ο άξονάς της.
Η κίνηση που τη σπρώχνει είναι ταυτόχρονα η κίνηση που συντηρεί τη μορφή της.
Ετσι γεννιέται ξανά και ξανά μέσα στο ίδιο μας το εγώ το εγώ μας, αναδύεται καινούριο και όμοιο αυτό που ήταν πριν στη θέση του.
Λίγο πολύ η διαδικασία θυμίζει τον άνθρωπο που στέκει ξαπλωμένος σε μια αιώρα. Η μία άκρη της αιώρας είναι δεμένη σε ένα δέντρο.
Το χέρι του ξαπλωμένου ανθρώπου κρατάει το άλλο άκρο της αιώρας. Το γεγονός είναι αδύνατο να συντελεστεί.
Αλλά μιλούμε γι' αυτό ακριβώς επειδή έχει ήδη συντελεστεί.
Και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε και διατυπώνουμε την αδυνατότητά του.
Και έτσι ανταλλάσσουμε, συνεχώς ανταλλάσσουμε, προσπαθώντας κάθε φορά να αποδώσουμε το ίδιο άθροισμα.
Τεμάχια τον χώρο για να μας δοθεί ο χρόνος, αγκαλιές τον χρόνο για να μας δοθεί η στιγμή.
Απέραντες εκτάσεις παρελθόντος για μια ανάσα από παρόν. Τσαμπιά το Πριν για μια υποψία χυμού από Μετά.
Γιατί για να υπάρξει αυτό το ακαριαίο Τώρα οφείλουμε να είμαστε το κόστος και η πληρωμή του, ο έμπορος και ο καταναλωτής, η απόσταση και η διάνυσή της.
Και λέει ο ποιητής: «Θέλουμε – δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ’ αυτό που μας συντηρεί και σ’ αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί: το μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό, το θνησιμαίο, αείζωο».
Και είναι πολλοί αυτοί που θα σας πουν πως καμία ανταλλαγή δεν υφίσταται, καμία κίνηση δεν συμβαίνει.
Πως κάτι παραμένει σταθερό, απλά επιβεβαιώνοντας την απουσία της κίνησής του και όχι αθροίζοντας τις άπειρες κινήσεις που ανταλλάσσοντας και αλληλοεξουδετερώνοντας η μια την άλλη φέρνουν τελικά την ακινησία.
Μα μην τους ακούτε. Αυτοί δεν ένιωσαν ποτέ.
Κυρίως την ανταλλαγή της πτώσης και της ανάληψης προκειμένου να τεντωθεί το σκοινί, τη μέθη εκείνη από τον μετεωρισμό στο χείλος του μέσα γκρεμού.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)